Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Πολύτοξη γέφυρα στον Σελινούντα

  Βρισκόταν στην πεδιάδα της Αιγιαλείας κοντά στις εκβολές του ποταμού Σελινούντα. Την αναφέρει ο Pacifico ενώ φαίνεται ότι την είχε δει και ο Πουκεβίλ. Ίχνη της υπάρχουν στη θέση “Παλιοκαμάρες”.
  Ο Τσελεμπή (Eyliya Celebi 1611-1684, Τούρκος χρονογράφος και περιηγητής) αναφέρει δύο γέφυρες με 9 καμάρες όπως και ο Hobhouse που λέει ότι “...μέσα από την πεδιάδα, από ένα μεγάλο άνοιγμα στους λόφους, κυλάει ένας ποταμός πλατύς αλλά όχι βαθύς, πάνω από τον οποίο υπάρχει ένα γεφύρι” (1)
  Μεταξύ των παραπάνω υπάρχει διαφωνία ως προς τον αριθμό των τόξων ακόμη και του αριθμού των γεφυριών. Φαίνεται όμως ότι η θέση δικαιολογεί την ύπαρξη μεγάλης γέφυρας με πολλές καμάρες. 
Ίχνη της γέφυρας στη θέση "Παλιοκαμάρες". (Φωτο: Ηλ. Κόνδης)
   Ως προς τον αριθμό των τόξων πιο πιστευτός μάλλον είναι ο Πουκεβίλ γιατί ο Τσελεμπή είχε την τάση να φουσκώνει τα πράγματα.
  Στην ιστορία της πόλης του Αιγίου αναφέρεται ότι το 1860 έγινε ένας καταστροφικός σεισμός που έπληξε την περιοχή και άλλαξε και την κοίτη του ποταμού Σελινούντα. Είναι πολύ πιθανόν να καταστράφηκε τότε η γέφυρα και τα ίχνη της να εξαφανίστηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο.
   Κατά κάποιες άλλες μαρτυρίες λένε ότι "η κοίτη του Σελινούντα πρέπει να άλλαξε βαθμιαία ανά τους αιώνες και όχι με το σεισμό του 1860. Οι παλιοί εδώ θυμούνται την κοίτη και από αφηγήσεις παλαιότερων περίπου στο σημείο που είναι τώρα. Το ότι ίσως οι Παλιοκαμάρες να ήταν γέφυρα επί του Σελινούντα στην παλιά ροή του μάλλον είναι αληθινό. Ο Παυσανίας στα Αχαϊκά αναφέρει την εκβολή του ποταμού στην σημερινή Αλυκή του Αιγίου, κάπου επτά χιλιόμετρα από τη σημερινή που είναι δίπλα στα Βαλιμήτικα (το  -μη στην σημερινή γραφή με -ι). Την αρχαία ροή μπορεί να την καταλάβεις από τα χαλίκια και τις πέτρες που υπάρχουν στα χωράφια της Τέμενης και Διγελιωτίκων...χωριά μετά τα Βαλιμήτικα προς Αλυκή." (2)
  Υπάρχει σχετική φωτογραφία του 1979, παρ΄όλα αυτά, του Ήλ. Κόνδη σε βιβλίο για την αρχαία Ελίκη, που δείχνει υπολείμματα γέφυρας που πιθανόν να είναι η παραπάνω γέφυρα, στη θέση "Παλιοκαμάρες."
  

Σημειώσεις-Βιβλιογραφία
1. Κ.Π..Δάρμος. Οι αρχαίοι ποταμοί της πελοποννήσου. Εκδόσεις ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΛΗ . Αθήνα 2007. Σελ. 74.
2. Μαρτυρία στον γράφοντα του Γιάννη Αναγνωστόπουλου από τα Βαλιμήτικα Αιγίου. 

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Γεφύρι στο "Πετρωτό".

   Το συναντάμε στη θέση “Πετρωτό”, έξω από το Κακοτάρι στον κακοτράχαλο αγροτικό δρόμο προς Κρυόβρυση και συνδέει τους συνοικισμούς “Ντιναίϊκα” και “Ζοωδότι”.  
Το γεφύρι στη θέση "Πετρωτό". (Φωτο: ΑΓΠ).

   Είναι χτισμένο σ' ένα παρακλάδι του Πηνειού, που οι πηγές του βρίσκονται στο πιο ψηλό χωριό της Ηλείας την Κρυόβρυση (Βερβινή ή Δερβινή) κάτω από το κάστρο της Οχιάς. (1)
Πρόκειται για ένα μονότοξο, οξυκόρυφο γεφύρι, που το δεξί του βάθρο από κατάντι πατάει σε βράχο, με καλντεριμωτή-ανηφορική επιφάνεια διάβασης, με μια σειρά  θολίτες, χωρίς στηθαία και λέγεται ότι χτίστηκε και αυτό από τον οπλαρχηγό του Ωλωνού του '21, Γιαννιά, πιθανότατα από τους σπουδαίους λαγκαδινούς μαστόρους, όπως και το Κακοταραίϊκο γεφύρι.
  Ο Γιώργος Γιαννιάς (Γιαννόπουλος) ή Ντελής ή Δελής (τρελός) Γιώργης (...-13/06/1821), ήταν γιος του Κων/νου Γιαννιά από την Προστοβίτσα Τριταίας, που το 1807 πιάστηκε, στο γεφύρι στη θέση "Πετρωτό" κατά μαρτυρίες των ντόπιων πηγαίνοντας να βρει γιατρό για να γιατρευτεί από κάποιο τραυματισμό του με τους Οθωμανούς και κρεμάστηκε στην Πάτρα έπειτα από προδοσία του κουμπάρου του, όπως λέει και το δημοτικό τραγούδι:
“ Κουμπάροι φάγαν' το Γιαννιά,
Κουμπάροι και τον Ζαχαριά”.
Η παράδοση λέει ότι τον Γ. Γιαννιά τον κρέμασαν σε μια "μελικοκοκκιά", στην σημερινή πλατεία Ομονοίας της Πάτρας.
   Οι διαστάσεις του είναι:
 Άνοιγμα καμάρας:           7,20 μ
Ύψος:                              4 μ
Πλάτος:                           2,55 μ
Μήκος:                           15,40 μ
Πλάτος καμαρολιθιού:   0,50 μ
Το "Πετρωτό" από κατάντη. Φωτο: ΑΓΠ)

   Στα μεγάλα κατεβάσματα του Πηνειού το γεφύρι σχεδόν σκεπάζεται, αλλά αντέχει λόγω της γερής κατασκευής του, αν και δέχεται μεγάλες πιέσεις από τόνους νερού.
Είναι πανέμορφο και τελευταία έχει επισκευασθεί και βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση.
  “Αυτό είναι ξέκαμπο” μας είπαν κάποιοι ντόπιοι τσοπάνηδες, στον κάμπο δηλαδή και μπορούμε να το φωτογραφίσουμε.

Σημειώσεις-παρατηρήσεις.
(1). Το κάστρο της Οχιάς βρίσκεται σε έναν απότομο λόφο του Σκιαδοβουνίου, επί της δεξιάς όχθης του Πηνειού, Β.Δ, του Κακοταρίου και Ν.Δ. των Τσιπιάνων. Ήταν ένα στρατηγικό σημείο που έλεγχε τις μετακινήσεις και τον ανεφοδιασμό της περιοχής γενικότερα. Πρόκειται για ένα σπουδαίο κάστρο Βυζαντινής ή Ενετικής περιόδου, ερείπια του οποίου υπάρχουν διάσπαρτα στην περιοχή.

Δείτε το "Πετρωτό" στο παρακάτω video: 

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017

Γέφυρα Ακράτας

   Γεφύρωνε τον ποταμό Κράθι, κοντά στο χάνι της Ακράτας, πολύτοξη και χτίστηκε επί τουρκοκρατίας γι' αυτό και ονομάζεται και "τούρκικη".
 O Kράθις έχει μήκος 40 χιλιόμετρα, πηγάζει από το Χελμό με κύριες πηγές τα ύδατα της Στυγός και το  Κρυονέρι στη Ζαρούχλα. Ρέοντας από νότο προς βορά εκβάλει στον κορινθιακό κόλπο. Το όνομα κατά το Στράβωνα προέρχεται από το “Κίρνασθαι” (αναμειγνύω, ενώνω), γιατί ο Κράθις έχει δύο κύρια ρέματα που ενώνονται στην πορεία. Στην πορεία του διέρχεται από τα Κλουκινοχώρια, ονομαστά μαστοροχώρια.

  Κοντά στη γέφυρα της Ακράτας στις 6 Ιανουαρίου 1823 συντρίφθηκαν τα υπολείμματα της στρατιάς του Δράμαλη τον Ιανουάριο του 1823, υπό τον υπαρχηγό και διάδοχό του Ντελή Αχμέτ πασά, που κινούνταν από Κόρινθο προς την Πάτρα προκειμένου να απεγκλωβιστούν από την στενή παρακολούθηση του Κολοκοτρώνη που τους είχε ζώσει από παντού. Έγινε αντιληπτός, όταν διάβαινε αργά τη γέφυρα, από τους οπλαρχηγούς των Καλαβρύτων και κατόπιν χτυπήθηκε και διαλύθηκε στις μάχες που έγιναν κοντά στη γέφυρα και στο χάνι της Ακράτας.
   Άγνωστο μας είναι πότε ακριβώς γκρεμίστηκε, πιθανώς από κάποια δυνατά κατεβάσματα του ποταμού, αλλά σίγουρα υπήρχε μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα γιατί υπάρχει σχετική φωτογραφία του Μπουασονά (Boissonnas) καθώς και χαλκογραφία. 
Χαλκογραφία του γεφυριού.

   Από τις φωτογραφίες και τις χαλκογραφίες φαίνεται ότι είχε τουλάχιστον 7 καμάρες, στηθαία και προβόλους, καλντεριμωτή επιφάνεια διάβασης και μια σειρά θολίτες.. Πραγματικά ήταν ένα σπουδαίο και όμορφο γεφύρι, απολύτως απαραίτητο για τους ντόπιους την εποχή εκείνη. Βρισκόταν ακριβώς στη θέση που τώρα υπάρχει, επί του Κράθι, η καινούργια τσιμεντένια γέφυρα του νέου εθνικού δρόμου Αθήνας-Πάτρας.

   Μετά το γεφύρι ο δρόμος γινόταν παραλιακός, δηλαδή πήγαινε γιαλό-γιαλό. Τα προϊόντα μεταφερόντουσαν από την παραλία με καΐκι, κυρίως δηλαδή η σταφίδα. Το παλιό τελωνείο της παραλίας Ακράτας υπάρχει ακόμα.

   Κάποιοι θεωρούν ότι πιθανότατα καταστράφηκε όταν έσπασε η λίμνη Τσιβλού την δεκαετία του 1920 και δεν υπάρχουν καθόλου ίχνη του. Τώρα εκεί γίνονται έργα για την καινούργια σιδηροδρομική γραμμή, οπότε και να υπήρχαν κάποια ίχνη θα έχουν καταστραφεί. 
Φώτο: Fred. Boissonass.
   
  Κατ' άλλους η θέση του ήταν λίγο πιο πάνω, έξω από την Ακράτα, στο δρόμο για Καλαμιά, όπου υπάρχει βάση γεφυριού προς την μεριά της Ακράτας. Πάνω σ' αυτήν είχε στερεωθεί τσιμεντένιο γεφύρι, το οποίο γκρεμίστηκε. Η κατασκευή, η όλη δομή του και η  φυσική θέση δεν αποκλείουν την άποψη το ιστορικό αυτό γεφύρι να ήταν σ' αυτή τη θέση. Η άποψη αυτή όμως δεν έχει και πολλές πιθανότητες να ισχύει. Το γεφύρι, για τους περισσότερους, υπήρχε στον καινούργιο δρόμο επί του Κράθι και ήταν πολύτοξο.

   Η χαλκογραφία του γεφυριού, απ΄ όπου μας είναι γνωστό, υπάρχει στο έργο του Διον. Κόκκινου, “Η Ελληνική Επανάσταση, εκδ. Ακαδημίας Αθηνών, τόμος 3 σελ. 261.
   Στη φωτογραφία της 19ης Μαίου 1903 του Fred. Boissonass, που φαίνεται να είναι η τελευταία πριν την καταστροφή της γέφυρας, διακρίνεται η συνοδεία του σπουδαίου Γαλλοελβετού περιηγητή και φωτογράφου να διασχίζει το γεφύρι στον Κράθι.
   Κατά την άποψή μου, συγκρίνοντας τα ίχνη των βάθρων επί του Κράθι προς τη μεριά της Ακράτας με την φωτογραφία του Boissonnas και τη χαλκογραφία (στηθαία, μεγάλο μήκος ποταμού στο συγκεκριμένο σημείο, κλπ) και έχοντας πάντα υπ’ όψη ότι με βάση όλα τα δεδομένα υπήρξε ένα μεγάλο και εντυπωσιακό γεφύρι που υπήρχε τουλάχιστον μέχρι τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, θεωρώ ότι είναι φυσιολογικά αδύνατον να έχουν εξαφανισθεί όλα τα ίχνη του παραπάνω γεφυριού.

Πεποίθησή μου με βάση τα παραπάνω και επιπλέον την τοπογραφία της περιοχής είναι ότι τα ίχνη του παλιού γεφυριού στον Κράθι προς τη μεριά της Ακράτας είναι από τα απομεινάρια του ιστορικού γεφυριού της Ακράτας.

          Τα ίχνη του παλιού γεφυριού στον Κράθι, που κατά την άποψή μου ανήκουν στο σπουδαίο και ιστορικό γεφύρι της Ακράτας.
Επιχρωματισμέμη η φωτογραφία με τη συνοδεία του Fr. Boissonass.

   "Σε αυθεντικό σχέδιο-αποτύπωση του γεφυριού του Κράθι, σχεδιασμένο το 1849 από τον σπουδαίο Γάλλο αρχαιολόγο, ελληνιστή και περιηγητή Emile-Louis Burnout (1821-1907)" () βλέπουμε μια άλλη άποψη του γεφυριού εκείνης της εποχής, το οποίο, μαζί με άλλα σχέδια από την Ελλάδα της τότε εποχής, βρίσκονται ψηφιοποιημένα στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Λωρραίνης (Universte de Lorraine) της Γαλλίας.


  


Το σχέδιο του γεφυριού το1849.




 Παρατηρούμε μια ξύλινη προσθήκη στη δεξιά πλευρά το γεφυριού, που προφανώς είχαν φτιάξει πρόχειρα οι κάτοικοι για τις ανάγκες τους αφού φαίνεται ότι το γεφύρι είχε υποστεί μεγάλη ζημιά από κάποιο από τα δυνατά και συνηθισμένα κατεβάσματα του ποταμού.
  Αφού υπήχε μέχρι την 19η Μαίου 1903 όπως προκύπτει από τη φωτογραφία του Fred. Boissonass, που φαίνεται να είναι η τελευταία πριν την καταστροφή της γέφυρας, το πιθανότερο είναι ότι κάποτε μετά το 1849 η γέφυρα επισκευάστηκε, μέχρι να επέλθει το οριστικό τέλος και η πλήρης εξαφάνισή της.


Σημειώσεις-βιβλιογραφία
1.  Χρήστος Χριστοδούλου. "η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ μας ΑΙΓΙΑΛΕΙΑ"





Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Most na Zepi. Bosnia – Γέφυρα Ζέπα στη Βοσνία

Η ιστορία μιας γέφυρας που μεταφέρθηκε από την αρχική της θέση.
Χτίστηκε το τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα για να γεφυρώσει τον ποταμό Zepa, επί ηγεμονίας του Mehmet Pasa Sokolovic και κατασκευαστής της είναι ο Mustafa Caus, μαθητής του σπουδαίου Mimar Sinan.
 Γέφυρα Ζέπα. Most na Zepi. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)γ
  Πρόκειται για οξυκόρυφο γεφύρι, μονότοξο, με μια σειρά θολίτες, στηθαία και τα ακρόβαθρά του να πατάνε σε πετρώδες έδαφος, στα πλαϊνά ενός βαράθρου, κοντά στο χωριό Ζέπα.
Το βάραθρο. (Φωτο: ΑΓΠ)
   Είναι μια τυπική Οθωμανική κατασκευή, που βρίσκεται στη λεγόμενη Σερβική Δημοκρατία (άλλο ένα παράδοξο του εμφυλίου πολέμου στη Βοσνία).
   Η αρχική του θέση ήταν λίγο πιο κάτω αλλά το 1966 μέχρι το 1968, επί Τίτο, γκρεμίστηκε και ανακατασκευάστηκε με τα ίδια υλικά  στην τωρινή του θέση, ακριβώς στην παλιά του μορφή, λόγω της κατασκευής υδροηλεκτρικού σταθμού στην παλιά θέση. Έγινε δηλαδή κάτι αντίστοιχο με την γέφυρα Arslanagica στο Trebinje της Ερζεγοβίνης.
   Απέχει 500 μέτρα από το χωριό Ζέπα και αποτελεί εθνικό μνημείο της Βοσνίας.






 Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι: 

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

Κακοταραίϊκο γεφύρι

“ Κουμπάροι φάγαν' το Γιαννιά,  
Κουμπάροι και τον Ζαχαριά”
    Λέγεται και γεφύρι “του Γιαννιά” και βρίσκεται κοντά στο χωριό Κακοτάρι,  στο μέσον περίπου της απόστασης που το συνδέει με του Πανόπουλου μέσω του δρόμου “του μύλου”, όπου υπήρχε ο Κακοταραίϊκος μύλος (και ακόμη υπάρχει αλλά ερειπωμένος), ένα χιλιόμετρο περίπου πριν μπούμε στο Κακοτάρι.
Τωρινή κατάσταση. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

   Γεφυρώνει τον μήκους 70 περίπου χιλιομέτρων Πηνειό, επί του οποίου υπάρχουν ίχνη 12 μύλων που λειτουργούσαν επί τουρκοκρατίας και οι κύριες πηγές του οποίου βρίσκονται στο ψηλότερο χωριό της Ηλείας, την Κρυόβρυση (Βερβινή), σε υψόμετρο 1200 μέτρων.
   Η παράδοση λέει ότι χτίστηκε περίπου το 1800 με λεφτά του τοπικού ήρωα του Ωλωνού Γιώργου Γιαννιά, που έδρασε πριν το '21, σε εκπλήρωση τάματος προς την Παναγία των Νοτενών.
Παλιά κατάσταση. (Πηγή: Ελένη Ψυχογιού)

Το μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου των Νοτενών βρίσκεται στο χωριό Σκιαδάς του τ. Δήμου Τριταίας, στο όρος Ερύμανθος (Ωλωνός) και ειδικά στην νότια προέκτασή του, το Σκιαδοβούνι ή Κακοταραίϊκο, που γιορτάζει στις 23 Αυγούστου.
   Ο Γιώργος Γιαννιάς (Γιαννόπουλος) ή Ντελής ή Δελής (τρελός) Γιώργης (...-13/06/1821), ήταν γιος του Κων/νου Γιαννιά από την Προστοβίτσα Τριταίας, που το 1807 πιάστηκε και κρεμάστηκε στην Πάτρα έπειτα από προδοσία του κουμπάρου του,όπως λέει και το δημοτικό τραγούδι:
“ Κουμπάροι φάγαν' το Γιαννιά,
Κουμπάροι και τον Ζαχαριά”
"Στα τέλη του 1805 ο Ζαχαριάς, σκοτώνεται μέσα στο σπίτι του κουμπάρου του Κουκέα, προύχοντα της Μάνης. Ο Κουκέας είχε κρυμμένους τους δολοφόνους πίσω από τις κουρτίνες του οντά. Ο Ζαχαριάς αν και πληγωμένος πρόλαβε και σκότωσε έναν. Τότε ο Κουκέας έκοψε το κεφάλι του Ζαχαριά από το άψυχο κορμί και το παρέδωσε στον πασά της Τρίπολης για να εισπράξει την επικήρυξη. Ο πασάς του είπε ότι τάχα τον ήθελε ζωντανό και όχι σκοτωμένο και ευθύς διάταξε και σκότωσαν τον Κουκέα, όπως συνήθως γίνεται με τους προδότες. Αυτή ήταν η αμοιβή της προδοσίας του κουμπάρου του". (1)
   Είναι μονότοξο και το τελευταίο διάστημα έχει ενισχυθεί με τσιμέντο και σίδερα για την διαπλάτυνση του δρόμου, εντελώς όμως ακαλαίσθητα.
Κακοταραίϊκος μύλος. (Φωτο: ΑΓΠ)

  Το πλάτος του ήταν τέτοιο από την κατασκευή του ώστε περνούσε, μέχρι πρόσφατα, λεωφορείο.
   Κατά τους ντόπιους πρέπει να χτίστηκε από τους σπουδαίους λαγκαδινούς μαστόρους, με μια σειρά θολίτες και το τόξο του είναι καταβιβασμένο.
   Τελευταία έχουν γίνει έργα από τη ΔΕΗ, που αλλοίωσαν την αρχική του φυσιογνωμία (μικρό φράγμα).
Ο Γυμνασιάρχης Γεώργιος Παπανδρέου μας δίνει κάποια στοιχεία για τον Πηνειό και την ιστορία του λέγοντας: ¨Εκ της προς τα ΝΔ. λοιπόν ανοιχτής ορεινής γωνίας του Ερυμάνθου προεκρεί ο Πηνειός εν τη στενή χαράδρα από της κώμης Βερβινής μεταξύ των υψηλών ράχεων  των Ερυμανθίων ορέων Λαμπείας και Ωλονού και προεκτείνεται έπειτα εν ταχεία καμπή και ορμητικός πρώτον μεν διεύθυνσιν προς τα ΝΔ. μέχρι του χωρίου Κακοταρίου, είτα δε προς τα ΒΔ. σχηματίζων ούτω μέγα τόξον ανοικτόν προς Β. υπό τα χωρία Σκιαδά και Σκούρα (του δήμου Τριταίας των Πατρών)....Ο Άνω Πηνειός λέγεται νυν ποτάμι της Ξενιάς (ή των Ξενιών)...είναι όμως και ο Λάδων και ο Άνω Πηνειός πολύυδροι και δύσβατοι και ορμητικοί εν χειμώνι¨. (2)


Σημειώσεις-βιβλιογραφία. 
(1). Ηλίας Παν. Τουτούνης. Η Γενιά των Κολοκοτρωναίων και τα Τραγούδια τους. Εκδόσεις ΚΟΚΛΑΚΙ, Αμαλιάδα 2009, σελ.129.
(2).  Γεωργίου Παπανδρέου, Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων. Αμαλιάδα 2010. Σελ. 26 και 27.

Δείτε το video για το Κακοταραίϊκο γεφύρι:
 

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Η Μηλίτσα, το Τουρκογιόφυρο στον Ερύμανθο και ο Αγάς στο Βιδιάκι Γορτυνίας.

   Το παρακάτω αληθινό περιστατικό έχει σαν πρωταγωνιστές τον Αγά του χωριού Βιδιάκι, που “θέλησε” την κόρη του Γ. Βασιλακόπουλου Μηλιά, το παλιό γεφύρι του “Δομοκού” και το υπηρέτη του Αγά Δημήτρη, που έκλεψε τη Μηλιά. (1).
    “...δυό ώρες νύχτα. Σε μια αυλόπορτα από μέσα, κάποιες σκιές αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, έκλαψαν. Ξεχώρησαν οι δύο, βγήκαν στο δρόμο και κίνησαν. Με δύο τράστα στον ώμο γεμάτα, με παράδες στην τσέπη. Ένα μονοπάτι στενό κακάβατο, κατηφορίζει από τις Γωνές, στα Δεντρούλια και στο γεφύρι.Το τουρκογιόφυρο, το παλαιό. Κι από κει φειδωτά, κορδελιαστά ανηφορίζει και χάνεται σε μάκρος τρα-βώντας κατά τη Δίβρη. Κι οι σκιές κατηφορίζουν.
  • Σκιάζεσαι, Μηλιά, εδώ που πάμε στον ξένο τόπο;
  • Όχι, Δημήτρη. Σαν είμαι κοντά σου τίποτα δεν με σκιάζει.
   Χάραζε πια και της αυγής τα χρώματα έβαφαν του Λαπινίκου τις κορφές. Ζερβά, από κάτω τους τα νερά της Ντοάνας κυλούσαν κρύα κι έδερναν αλύπητα τις ποταμόπετρες. Ένα φεγγάρι λειψό και αδύναμο μάταια αγωνιζόταν να χύσει το λιγοστό του φως ανάλαφρο και αέρινο. Κι εκείνοι, ο Δημήτρης και η Μηλιά προχωρούσαν βιαστικοί.
Το δυτικό βάθρο του Τουρκογιόφυρου. (Φωτο: ΑΓΠ)
Πέρασαν το γεφύρι. Μόλις έστριψαν στο στουρναρόβραχο και βγήκαν στο Χαλια-δάκο πλευρά, τους πήραν τα σκυλιά. Η πλάση άρχισε να ξυπνά. Στα Πεταίικα κονάκια ανακατευόταν των γιδών με των κατσικιών το βέλασμα. Οι πέρδικες άρχισαν να το λένε στην πλαγιά. Μαζί με των σκυλιών τ' αλύχτημα, ακούστηκε μια φωνή. Δύσκολοι καιροί, άγριος ο τόπος, στο πόδι οι τσοπάνηδες, με το καριοφίλι.
  • Eϊ. Τι είστε, ρε;
  • Στρατολάτες!
  • Που πάτε, ρε;
  • Εδώ σιαπάν'!
  • Πούθ' ερχόστε ρε;
  • Πέρα το Βιδιακίτικο!
Και προχωρούν. Ούτε τα σκυλιά, ούτε τους ανθρώπους έχουν καιρό να προσέξουν. Περπατούν βιαστικά και πασχίζουν γλήγορα να ξεμακρύνουν από το Βιδιάκι και του αγά την οργή.
  • Απόστασες, Μηλιά;
  • Όχι, Δημήτρη!
Κι έφευγαν βιαστικά, τρεχάτοι πες. Κι ας ήσαν και φορτωμένοι. Το όραμα της νέας τους ζωής, φτερά έβαζε στα πόδια τους.
Από τη Δίβρη έξω πέρασαν. Αν και εδώ ανάσαινε η Ρωμιοσύνη. Εδώ και κρυφό σχολειό λειτουργούσε, (σημ. Σε υπόγειο της Ι. Μονής. Ανακαλύφθηκε τυχαία από στρατιώτες το 1948, ενώ οι κάτοικοι αγνοούσαν την εκεί ύπαρξή του) και πέντε μπαρουτόμυλοι, του Αγγελή Πετραλιά, δούλευαν, για το μεγάλο σκοπό, που ψιθύριζαν, εδώ οι χριστιανοί. Όμως δεν ήθελαν συναπαντήματα. Τούτον τον καιρό οι Τούρκοι ήσαν καχύποπτοι. Μυρίζονταν πως οι Γραικοί κάτι ετοίμαζαν. Και για τούτο όλους τους σταμάταγαν κι όλους τους εξέταζαν.
   Στου Αστρά το διάσελο, πρίν κατηφορίσουν την άλλη μεριά, τελευταία ματιά έρι-ξαν πίσω τους. Για στερνή φορά ν' αντικρύσουν από μακρυά τον τόπο τους. Το Βυδιάκι.
Το Εκκλησάκι του Αη – Κωνσταντίνου, εκεί στο ψήλωμα, ήταν το τελευταίο που είδαν στον τόπο τους. Κι ήταν ένα στήριγμα που έννοιωσαν...
Ο Δημήτρης, από της καρδιάς του βιασμένος, το βρασμό, το χέρι σήκωσε ασυναί-σθητα. Σαν αποχαιρετισμό. Και της κοπέλας τα λόγια, κόμπος τα 'πνιγε πριν ακουστούν ακόμα. Σφούγγισε το δάκρυ της και τήραξε το Δημήτρη, που μαλακά απ' το χέρι την έπιασε.
  • Πάμε, Μηλιά. Σαν το θέλει ο θεός, κάποτε θα γυρίσουμε πίσω στα χώματά
    μας, στους δικούς μας. Πάμε, γιατί ο αγάς σίγουρα θα μας πήρε στο κατόπι.
    Κι έγειραν πίσω από το βουνό και χάθηκαν.
    Ξημέρωνε η μέρα του θεού. Στο χωριό κίνησαν ο καθένας για τις δουλειές του.
    Ξαφνικά από το Βασιλοπουλαίικο σπίτι ακούγονται φωνές.
  • Ωχ τι πάθαμε...Τι μας βρήκε...
  • Τι τρέχει, ρε γειτόνοι; Τι πάθατε;
  • Εχάθηκε η Μηλιά...Η τσιούπα μας...Ωχ!
    Ο Γιωργάκης αναστατωμένος (τάχα), βιαστικά (τάχα), κατηφορίζει για το κονάκι του Μουσταφά.
  • Αγά μου, κακό που με βρήκε το δύστυχο!
  • Τι έπαθες, μπρε Γιωργάκη;
  • Η Μηλιά μου, αφέντη!..Εχάθηκε η τσιούπα μου!..Μου την κλέψανε...Ωχ, ο
    μαυρος...και τραβούσε τα μαλλιά του.
  • Α! Τον κερατά, μου την άρπαξε, κάνει ο αγάς. Τα παλικάρια μου. Τ' αλογό
    μου...
    Βγαίνει στην πόρτα και βάνει φωνή.
  • Ωρέ Γιοβάνηηη, ωρέ Κοσμά Κούμπουλααα. Τ ' αλογά σας και γλήγορα εδώ
    ωρέ. Ογλήγορα!
    Το Ανατολικό βάθρο του. (Φωτο: ΑΓΠ)
Ήταν τα “παλληκάρια του” εκείνοι. Έτσι νόμιζε. Άνθρωποι της προσταγής του. Ώσπου
 να ετοιμαστεί τ' άλογο και να φτάσουν οι άλλοι, ο Μουσταφάς μονολογούσε.
“Μου 'πε θα πάγαινε στο Μοναστηράκι. Σίγουρα δεν πήγε εκείθε. Δεν θα μου το
μαρτύραγε. Να πήγαινε κατά κάτου (Νότια), θα 'πεφτε απάνου σε δικούς μας, που
διασορίζουν εκείθε. Ούτε κείθε πήγε. Άρα; Έσιαξε το Δομοκό. Εκείθε πήγε. Θα το φτάσω
 τον Γκιαούρη...”
Ήρθαν οι άλλοι δύο. Έμαθαν τι έγινε.
    • Βαρείτε κοντά, τους λέει. Ακολουθάτε με.
    • Θα 'ρθω κι εγώ, αγά μου, για την τσιούπα μου, λέει ο Γιωργάκης.
    • Θες έλα, θες κάτσε...Εγώ μια φορά θα τους φέρω πίσω...
      Και χύθηκαν προς το Δομοκό. Φούσκωσαν τα ζωντανά. Φρύμαξαν. Αφρός ο ιδρώτας τους. Αρκετά πίσω ο Γιωργάκης, Βραδυπορώντας...
    • Καρτερείτε κι εμένα!..
      Πηλάλα τον κατήφορο τα Δεντρούλια. Ανηφόρησαν απέναντι στο Δομοκό. ενας τσοπάνης έκλεινε τα κατσίκια στο τσάρκο.
    • Ωρέ, πέρασαν εδώ απάν' στρατολάτες, ένας άντρας και μια γυναίκα; ρωτάει ο αγάς.
    • Εφτού παραπάν' θα παγαίνουν, απαντάει εκείνος. Αν βαράστε γλήγορα τους
      τους φτάνετε!
      Φτερνιά στ' άλογο ο Μουσταφάς, από κοντά και οι άλλοι δυό.
      Αλλά πρίν προχωρήσουν μια πενηνταριά βήματα, ο Κούμπουλας, διπλώνεται στα δύο, βάνει τις φωνές, γλυστράει από τ' άλογο, πέφτει κάτω και σκούζει σπαραχτικά.
    • Ωχ, αχ, αχ! Ωχ! Αγά μου πεθαίνω...Η κοιλιά μου, αγά μου...Γλύτωμε αφέντη μου...Ωχ, η κοιλιά μου.
    • Τι έπαθες, ρε Κούμπουλα; Τι σ' έπιασε και σκούζεις;
    • Η κοιλιά μου, αγά...Ωχ, τι κοψίματα είν' αυτά,,,Ωχ, τι σουγλιές είναι τούτες; Χάνουμαι ο μαύρος...Με την πουτ...που κυνηγάμε σήμερα...Μη μ' αφήνεις, αφέντη μ'...
      Και δος του να κυλιέται στο χώμα, σφίγγοντας την κοιλιά του, μαζεύοντας τα πόδια του, διπλωμένος στα δύο. Ξεπέζεψαν οι άλλοι. Ο Γιοβάνης άπλωσε πάνω του να τον βοηθήσει. Με τρόπο ο Κούμπουλας του κόβει μια τσιμπιά. Εκείνος κατάλαβε. Τέχνασμα του Κούμπουλα ήταν για να αργοπορήσουν τον αγά, να προλάβει ο Δημήτρης με τη Μηλιά να φύγουν.
    • Ωχ, πεθαίνει ο μαύρος...Αχ δόλια Κουμπουλίνα χηρεύεις...Λίγο νερό αγά μου...
      σβήνω ο άραχλος...λίγο νερό Γιοβάνη...δε με λυπώστε;
    • Τρέχα, ρε Γιοβάνη, κάνει ο αγάς, τρέχα πέρα στη Λίμνα φέρε νερό. Θα μας πεθάνει εδώ χάμου!..
    • Με τι να το φέρω, αγά, που δεν έχω κάθηρο;
    • Πηλάλα, ρε, εκεί κάτου στο κονάκι και πάρε ένα καρδάρι. Άειντε. Βιάσου και θα μας φύγουν οι άλλοι!
      Ξεκίνησε ο Γιοβάνης. Σκόνταψε, έπεσε δύο τρείς φορές, έφτασε στο κονάκι.
    • Αγά, τα καρδάρια τα 'χουν γιομάτα γάλα. Δεν έχουν αδειανό!
    • Χύσ' το, μωρέ; Χύστο ένα και πάρτο, μπουνταλά! Αγανάκτησε ο αγάς.
      Πήρε ένα ο Γιοβάνης – αδειανά ήσαν τα καρδάρια – έσιαξε για τη Λίμνα. Τη Λίμνα που υπάρχει και σήμερα στο Δομοκό. Λίγο πιο κάτω έτρεχε βρυσούλα, που γέμιζε τη Λίμνα. Πλησίασε εκεί κι άρχισε να ψάχνει...για τη βρύση. Πήγε πάνω, κάτω, πέρα, δώθε. Ο Κούμπουλας έσκουζε. Ο αγάς σ' αναμμένα κάρβουνα, γιατί περνούσε η ώρα.
    • Άειντε, μωρέ, με το νερό...Τι μου σουλατσάρεις εφτού πέρα;
    • Δεν βρίσκω τη γρούσπα, αγά!
    • Εκεί, ωρέ χαϊβάνι, εκεί που πρασινίζει το χορτάρι!..
      Έφτασε κοντά κι ο Γιωργάκης, ευλογώντας το θεό για το απρόοπτο. Κάποια φορά ήρθε το νερό. Ήπιε ο Κούμπουλας. Άρχισε να... συνέρχεται. Τον βοήθησαν να καβαλικέψει και κίνησαν. Ο Κούμπουλας τελευταίος.
    • Βαρ' το, μωρέ το ψοφήμι. Έλα κοντά, ούρλιαξε ο αγάς.
    • Δεν μπορώ, αγά μου, μό' ρχεται σκοτούρα. Δε μπορώ γληγορότερα.
      Βγήκαν κάποτε στα Διβραίικα αμπέλια. Πέρασαν την Παναγίτσα. Πλησίασαν στα πρώτα σπίτια της Δίβρης. Γυναίκα πρόβαλε σε παρεθύρι.
    • Ωρή, πέρασαν εδώθε ένας άντρας με μια γυναίκα σήμερα; ρωτάει ο αγάς.
    • Περάσανε!
    • Που θα παγαίνουν τώρα;
    • Ουουου! Τώρααα...Θα 'χουν περάσει την Προστοβίτσα από ώρα!
      Η Προστοβίτσα – Δροσιά λέγεται σήμερα – είναι μεγολοχώρι της Αχαίας, πίσω από τα Διβριώτικα βουνά. Ο αγάς απελπίστηκε.
    • Άει τον κερατά, μου την πήρε. Άει το Γκιαούρη, την κέρδεψε...Και γυρίζοντας στους ακολούθους του.
    • Γυρίστε! Πάμετε! Μας φύγανε!..
    • Ωχ, τη Μηλίτσα μου, την τσιούπα μου, έκανε ο Γιωργάκης!!!
    • Πάμετε πίσω. Δεν τους προκάνουμε. Επέσαν σε άλλο καζά. Και 'φτούθε γυρίζουν κι εκείνοι οι ρέμπελοι οι Γιαννιάδες...Άειντε, ωρέ πεζεβέγκη...Άειντε...
    • Ποιός θα μου γλυκάνει τα γερατειά!..στέναζε ο Γεωργάκης. Και δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν ήταν προσποίηση, η πηγαίο της καρδιάς παράπονο. Σκασμένος ο Μουσταφάς γύρισε στο Βυδιάκι.
      Μα δεν έζησε πολύ. Οι Μπουμαίοι...”


       Σημείωση

      (1). Κ.Ι.Κηπουρός. Βιδιάκιον Γοπτυνίας – η γενέτειρά μου. Αθήνα 1988.

      Περισσότερα για το Τουρκογιόφυρο στον Ερύμανθο, κοντά στο χωριό Βιδιάκι, στον σύνδεσμο  
       http://agpelop.blogspot.gr/2015/05/blog-post.html?spref=bl