Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Τρίτη 20 Ιουνίου 2023

Καμάρα στο Λειβάρτζι Καλαβρύτων.

   Βρίσκεται αριστερά, στο έμπα του χωριού επί του λειβαρτζινού Ερύμανθου, που διασχίζει το χωριό και πηγάζει από την περιοχή “Σκουτέλι”και την πηγή “Κρουσταλλός”, που υδρεύει και το χωριό. Λέγεται έτσι γιατί το νερό είναι παγωμένο, “κρούσταλλο”, όπως λένε οι ντόπιοι. 

 

                       Η Καμάρα από ανάντη. Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

  Είναι μονότοξο, με διπλή σειρά καμαρολιθιών (θολίτες) και τη δεύτερη πάνω σειρά να προεξέχει κατά δύο πόντους από την πρώτη, καταβιβασμένο για να πετύχει όσο το δυνατόν πιο ομαλή επιφάνεια διάβασης ο πρωτομάστορας, ενώ μας είναι άγνωστο το πότε ακριβώς χτίστηκε. Κατά τα λεγόμενα των ντόπιων χτίστηκε πριν τον πόλεμο. Ενώνει τις συνοικίες Αϊ-Γιάννης και Περιτσαίοι και ένα τμήμα της συνοικίας Απανάκρη με το υπόλοιπο χωριό. Παλιότερα ήταν η έξοδος και η είσοδος των συνοικιών αυτών από και προς το χωριό, με τα γειτονικά χωριά, τον κάμπο της Σέλτσας, την κοιλάδα της Κατάκρης, κλπ.

  Πριν χτιστεί το γεφύρι αυτό, η Καμάρα, υπήρχε άλλο παλιότερο γεφύρι, δυο μέτρα πιο πάνω, που είχε χτιστεί από τον Ανδρέα Πάπα το 1856, ντόπιο από τον συνοικισμό «Μισοχώρι» Λειβαρτζίου. Η συνοικία Μεσοχώρι, ή «Μισοχώρι» είναι μία από τις συνοικίες του Λειβαρτζίου και η ονομασία του οφείλεται στο ότι ευρίσκεται στο κέντρο του χωριού, μεταξύ Απανάκρης (επάνω άκρη) και Κατάκρης (κάτω άκρη).

 Ήταν έμπορος, έκανε λεφτά στην Πάτρα και κατόπιν προχώρησε σε διάφορες δωρεές προς το χωριό του.

                      

                     Το γεφύρι και η βρύση. Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

Έχτισε το γεφύρι αυτό, το άλλο στη θέση “Καμουτσάρη”, που τώρα είναι χωμένο, καθώς και τις δύο βρύσες Πάνω και Κάτω Καμουτσάρη στην ίδια περιοχή. Το γεφύρι αυτό, το παλιό, παρασύρθηκε από το νερό του ποταμού και στη συνέχεια χτίστηκε, πριν τον πόλεμο του '40, το σημερινό, η λεγόμενη “Καμάρα” στο Λειβάρτζι για την εξυπηρέτηση των ντόπιων.

           Η Καμάρα σε φωτογραφία του 1940. Φώτο: Νίκος Παπακωνσταντόπουλος.

Οι διαστάσεις του είναι:

Άνοιγμα καμάρας                 7,20 μέτρα

Ύψος                                       2,80 μέτρα

Πλάτος                                   3,85 μέτρα

Μήκος                                  10,90 μέτρα

Πλάτος καμαρολιθιού        0,80 μέτρα

Ύψος στηθαίου                    0,40 μέτρα

   Ο ντόπιος, Βασιλόπουλος Λεωνίδας, πρώην δήμαρχος του τέως δήμου Αροανίας, μας αφηγείται ότι:  «…εκεί που βρίσκεται η κεντρική καμάρα στο Λειβάρτζι, στο σημείο εκεί που είναι και η βρύση, αυτή είναι η νεότερη καμάρα που έχει χτιστεί όταν παρασύρθηκε από τον ποταμό η πρώτη, που ήταν δωρεά του Ανδρέα Πάπα, που φτιάχτηκε το 1856. Το πότε παρασύρθηκε δεν το γνωρίζουμε, οπότε δεν έζησε για πολλά χρόνια η πρώτη καμάρα. Βρίσκεται όπως κοιτάζουμε την καμάρα από το δρόμο δύο μέτρα δεξιά, λίγο πιο κάτω…ήταν η παλιά καμάρα…παρασύρθηκε και φτιάχτηκε αυτή…πότε φτιάχτηκε δεν το γνωρίζω…πριν τον πόλεμο…πριν τον πόλεμο…προπολεμικά σίγουρα…»

             

                    Η επιφάνεια διάβασης. Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

   Έχει υποστεί κάποιες φθορές στην καλντεριμωτή επιφάνεια διάβασής του, το πάνω μέρος των στηθαίων έχει καλυφθεί με λεπτή ταινία τσιμέντου αλλά είναι σε καλή γενικά κατάσταση. Η μεγάλη και καταστροφική για την περιοχή πλημμύρα του 2003-2004 το καβάλησε αλλά δεν το γκρέμισε. Τη βρύση πλάι του την έχτισε ο Τάκης Κυριαζής (μπάρμπα-Τάκης), μπάρμπας του Μήτσου του Μποτσολή, από το διπλανό χωριό Λεχούρι.

   Για τη λειτουργία και τη χρησιμότητα στην ανάπτυξη της περιοχής των ταμπακόμυλων και των νερόμυλων του Λειβαρτζίου έχει αξία να ξεφύγουμε λίγο από το κύριο περιεχόμενο του βιβλίου και έτσι διαβάζουμε ότι «εν αντιθέσει δε προς το - πενίη άνδρα δάμνυσι- τουναντίον οι συμπολίται μας πενόμενοι...υπεραντρούνται! Ενώ εις παλαιοτέραν εποχήν το Λειβάρτζιον ήκμαζε, διότι είχε πεδιάδα την νυν μεταβεβλημένην εις ποταμιάν πλέον των 3000 στρεμμάτων, εκ της διατηρήσεως των πέριξ δασών, αλλά δια της καλλιεργείας του καπνού και της μεταποιήσεως ή βιομηχανοποιήσεως τούτου εις ταμπάκον. Πεντάς εργοστασίων (ταμπακομύλων) υδροκινήτων εργάζετο νυχθημερόν διακρινομένων των μύλων Τσέκουρα, Αριστ. Θούα, Μήτρου Αρβανίτη, Ζήσου, Σωτ. Θούα και Ξαντάκη Καλλιακούδα, εφοδιαζόντων με τους εν τη εξοχική θέσει «Παραβόλα» των Πατρών ομοίους των Ραβαζούλα εκ Μοραχόβης και Κούλη εκ Νουσάς ολόκληρον την Πελοπόννησον.Παρήγε δε τότε το Λειβάρτζιον περί τας 40-50.000 οκ. καπνού  πωλουμένου προς 1,20-2 δρ. κατ’ οκάν, εκ της πωλήσεως δε του ταμπάκου προς 3,60-4 δρ. κατ’ οκάν εισήγε περί τας 150-200.000. Δεν απελάμβανον δε οι παραγωγοί μόνον εκ της πωλήσεως του καπνού, ήτοι του λεγομένου ξεφυλλίσματος δηλ. της αφαιρέσεως των ινών, την οποίαν εργασίαν εξετέλουν μικρά κοράσια 12-15 ετών πληρωνόμενα προς 50 λ. Ημερησίως, ποσόν ουκ ευκαταφρόνητον δια την τότε εποχήν.

Δυστυχώς από του 1892 επί κυβερνήσεως Τρικούπη επεβλήθη φόρος

                 Παλιότερα από ανάντη. Φώτο: Νίκος Παπακωνσταντόπουλος.

βαρύς επί του ταμβάκου, αλλά και ως εκ της οσημέραι ελλατουμένης παρά των νεωτέρων της χρήσεως του ταμπάκου αντικαθισταμένης δια του σιγαρέτου, μέχρι στειρεύσεως και αχρηστεύσεως του είδους τούτου μεταβληθέντων των ταμπακομύλων εις αλετρόμυλους. Τελευταίος παρέμεινεν εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του ο μύλος Καλλιακούδα, υποκύψας και αυτός εις το μοιραίον εν τέλει!

Και εγένετο μεν απόπειραι αναζωογονήσεως ευγενών ειδών καπνού Καβάλας εν έτει 1903 υπό του ενωρίς εκλιπόντος συμπολίτου μας, πνεύματος κατ’ εξοχήν επιχειρηματικού, μακαρίτου Α. Παπαμικροπούλου, ήτις επέτυχε θαυμασίως. Αλλά μοιραίαι συμπτώσεις, αφ’ ενός απραξία των αγορών και υπερπαραγωγή των μεγάλων κέντρων δεν ηυνόησε την πώλησιν και ούτω εσταμάτησεν η καλλιέργεια».(1)

            

                                   Ο Μπάρμπα-Τάκης Κυριαζής επί τω έργω. (2)

  Μιά μαρτυρία ενός ακόμη ντόπιου μας λέει ότι «Η καμάρα ήταν μεγάλου ύψους μονότοξο γεφύρι, που όμως η συσσώρευση φερτών υλικών ανέβασαν πολύ την κοίτη του ποταμού. Στη φωτογραφία του 1940 ή αρχές του 1950, επάνω στη γέφυρα μια συγχωριανή μου με νεροβάρελο στον ώμο, που πιθανότατα πάει να το γεμίσει (ή μόλις έχει γεμίσει) από την παρακείμενη στην καμάρα φυσική πηγή. Η πηγή αυτή υπήρχε μέχρι τις 11 του Σεπτέμβρη του 1990, που η μεγάλη νεροποντή άλλαξε το τοπίο. Τέσσερεις συγχωριανοί μου, μάλιστα, υπήρξαν θύματα της μανίας του ποταμού». (3) 

 

Η βρύση στην Καμάρα.
 

  Μία ακόμη μαρτυρία μας λέει ότι «...το πιο αγαπημένο μου μέρος στο Λειβάρτζι είναι εδώ...τι νερό έχω κουβαλίσει για το μαγαζί του πατέρα μου από την καμάρα. Και να φανταστείς ότι δεν υπήρχε βρύση πάνω όπως είναι τώρα. Κατεβαίναμε καμιά 15ριά σκαλιά και ήταν μια πηγή. Απο κει παίρναμε νερό...». (4)

 

1. Περικλή Π. Δουδούμη ή Ντουντούμη. Ιστορία της κωμοπόλεως  του Λειβαρτζίου των Καλαβρύτων. Εν Αθήναις τη 25 Μαρτίου 1941, σελ. 165-166. Πανομοιότηπη με την αρχική έκδοση, επανέκδοση του έργου από το Σύλλογο Λειβαρτζινών Αθήνας το 1986.

2. Η Φωτογραφία είναι προσφορά του δημοσογράφου και γιου του μπάρμπα-Τάκη, δημοσιογράφου και ιδρυτή του “Καλάβρυτα news” Νίκου Κυριαζή.

3. Τα σχόλια είναι του ντόπιου μελετητή και συγγραφέα της ιστορίας και του πολιτισμού της περιοχής Νίκου Χρ. Παπακωνσταντόπουλου, όπως και η φωτογραφία από το βιβλίο του εκπαιδευτικού Αθ, Θ. Λέλου «Ιστορία της Αρχαίας Ψωφίδος και Λειβαρτζίου», έκδοση 1953.

4. Δήμητρα Καζαζάκη. Μαρτυρία στον γράφοντα.

Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι:



Σάββατο 10 Ιουνίου 2023

Διβριώτικο ποτάμι ή ρέμα Κλομποκής.

 Οι μύλοι, τα γεφύρια, η «σταματούρα», το διαβολογέφυρο, οι παροιμίες…

   Το ρέμα της Κλομποκής ή Διβριώτικο ποτάμι σχηματίζεται από τα ρέματα των συνοικιών της Δίβρης (Λάμπεια) και μετά από λίγα χιλιόμετρα χύνεται στον Ερύμανθο.

   Μέχρι πριν λίγα χρόνια λειτουργούσαν δύο νερόμυλοι, του Μίμη Κουτσόπουλου και του Ηλία Βέρροιου, στους οποίους οι ντόπιοι άλεθαν «τα γεννήματά» τους. Παλιότερα υπήρχαν 8 μύλοι. Σήμερα στέκει όρθιος, αλλά ανενεργός ο ιστορικός μύλος του Κουτσόπουλου. Ο μεταγενέστερος «Καλογερικός», που τον λειτουργούσαν οι καλόγεροι της μονής της Κάτω Δίβρης και σαν ταμπακόμυλο, όπως επίσης και αυτοί του «Πετραλιά», του «Καζάζη» και του «Κοσμόπουλου» είναι ερείπια.


 

                      Μύλος Βέρροιου.

  

 Κατά την περίοδο του ’21 οι νερόμυλοι είχαν μετατραπεί από τους ιδιοκτήτες τους σε μπαρουτόμυλους για να βγάζουν μπαρούτι καλύπτοντας τις ανάγκες του αγώνα και καθιστώντας έτσι τη Δίβρη σαν το δεύτερο κέντρο παραγωγής μπαρούτης μετά την Δημητσάνα. Την πρώτη ύλη από νίτρο έφερνε κρυμμένη μέσα σε άλλα εμπορεύματα στο Κατάκολο και κατόπιν στη Δίβρη ο Αγγελής Πετραλιάς, έμπορος της περιοχής, στην κατοχή του οποίου υπήρχαν πέντε μύλοι.

   Σ’ όλο το μήκος του διβριώτικου ρέματος οι Διβριώτες έχτισαν για την εξυπηρέτησή τους πέτρινα γεφύρια όπως αυτό του «Κουτσόπουλου» δίπλα στον ομώνυμο μύλο, της «Κλομποκής», του «Μουρτούκη» και το «Βορδολιό». Χτίστηκαν με ντόπια πέτρα και μεράκι για να καλύπτουν τις ανάγκες μετακίνησης ντόπιων και οδοιπόρων και παραμένουν μέχρι σήμερα υπέροχα δείγματα της λαϊκής μας παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.

Μεγάλο Πετραλαίκο γεφύρι. 

  Ακόμη, μέσα από τις «Παραδόσεις» του μεγάλου λαογράφου μας Νίκου Πολίτη, μας είναι γνωστό το «Διαβολογιόφυρο», ένα φυσικό πέρασμα του νερού μέσα από τον διαβρωμένο βράχο. Όμως το φυσικό αυτό γεφύρι, σύμφωνα με το θρύλο όπως τον διηγήθηκαν οι ντόπιοι στον Πολίτη πριν το 1900, είναι έργο του διαβόλου που τον κορόιδεψε ο ντόπιος μυλωνάς Γιάνναρος.


 

 Γεφύρι Μουρτούκη.


   Όμως η Δίβρη κατέχει και τα πρωτεία στην ύπαρξη ηλεκτρικού ρεύματος πολύ πιο πριν από τα άλλα χωριά και κωμοπόλεις της περιοχής. Αυτό οφειλόταν στον ντόπιο Γιώργη Κοσμόπουλο ή Μουριάρη, που μετέτρεψε το μύλο του σε ηλεκτροπαραγωγική μονάδα. Εξυπηρετούσε τη Δίβρη μέχρι το 1950, όταν ήλθε η ΔΕΗ στο χωριό. Είχε ανακαλύψει επίσης και ένα έξυπνο σχέδιο για να μην ανεβοκατεβαίνει στο ρέμα και να σταματάει ή να ξεκινάει τον μηχανισμό. Κατασκεύασε τη «σταματούρα», που από κάτω έφτανε επάνω και έτσι με διάφορες κινήσεις ξεκίναγε το πρωί το μηχανισμό και τον έκλεινε τη νύχτα. 


                                        

                                                 Βορδολιός. 

 

Και σήμερα ακόμη υπάρχει μικρή ηλεκτρική μονάδα παρέχοντας ρεύμα στην περιοχή, που όμως παρά την αντίδραση τοπικών φορέων, οικολογικών κινήσεων της περιοχής και πολιτιστικών σωματείων προξένησε πολλά προβλήματα στο οικοσύστημα της περιοχής με τη διάνοιξη δρόμων, επιχωματώσεις, κοπή δένδρων και προξενώντας ιδιαίτερα προβλήματα στη θέση που βρίσκεται το διαβολογέφυρο.

   Παροιμιώδεις είναι οι εκφράσεις και οι παροιμίες που αναφέρονται στην Δίβρη και την περιοχή γενικότερα. Μερικές απ’ αυτές είναι:


 

Διαβολογέφυρο.

 

Χιονίζει στον Ωλωνό, καρτέρα λύκους στο χωριό.

Σαν γαϊδούρι Μοστενιτσιάνικο. (Μοστενίτσα, η Ορεινή)

Μη πας στην Άρλα δάσκαλος και στο Σκιαδά αστυνόμος, στου Κούμανη δασοφύλακας, στη Δίβρη ταχυδρόμος.

Μακριά από Ανδρωναίϊκο βρακί, Κουμαναίϊκο ραβδί κι από Διβριώτικο μουλάρι

Η ενάτη στη Πηνεία και οι αντάρτες στη Λαμπεία.

Οι Δημητσανίτες είναι Εβραίοι και οι Διβραίοι δύο φορές Εβραίοι.

Ο θεός να σε φυλάει από τα τρία δέλτα: Δίβρη, Δούκα, Δημητσάνα.

Του Ωλωνού το χιόνι τον αντάρτη δε γλυτώνει.

Τα θεριά στη Μπουκοβίνα και στην Κάπελη τ’ αγρίμια.

Στο Κούμανη σαν παντρευτείς, άσπρη μέρα δε θα δεις.

Μηλιές, Δούκα, Λάλα, τους έχει ο διάολος καβάλα.

Σχεδιάγραμμα γεφυριών Διβριώτικου ρέματος.

Κούμανη κι Ανδρώνι, ο θεός να σε γλυτώνει. Κι αν περάσεις απ’ τη Δίβρη θα σε φάει το μαύρο φίδι.

Κοπαδιάζουν οι Κερτιζέοι, κλέβουν οι Τσιπιαναίοι.

Η Στρέζοβα βγάζει όμορφες, το Κούμπαρι αφράτες και κες στο Κουμανέϊκο είν’ όλες τους βαρβάτες.

Ηγούμενος στα Τριπόταμα, διάβολος διακονιάρης.

Έχει ο Πανόπουλος λεφτά και τάχει και σε μετρητά.

Γουρούνι Καπελιώτικο από κουμάσι δεν ξέρει.

Βρέχει στο Ανδρωναίϊκο, κατεβάζει το Λαγαναίϊκο.

Βογκάει ο Ωλωνός για το Γιαννιά, βογκάει και η Μπροστοβίτσα.

Βλάχος απ’ την Κάπελη, άρχοντας στον κάμπο. (1)

 

Σημειώσεις-βιβλιογραφία.

1. Κάποια στοιχεία παροιμιών πάρθηκαν από το διαδίκτυο και κάποια άλλα προέρχονται από μαρτυρίες φίλων.

 

 

 

Κυριακή 4 Ιουνίου 2023

Devil’s bridge - Γέφυρα Διαβόλου ή Maddalena bridge. Τοσκάνη - Ιταλία.

  Βρίσκεται κοντά στην πόλη Borgo a Mozzano της Ιταλικής επαρχίας  Lucca της Τοσκάνης στην Ιταλία. Γεφυρώνει τον ποταμό Serchio και αποτελείται από μια μεγάλη καμάρα και τρεις μικρότερες. Έχει στηθαία, καμπυλωτή επιφάνεια διάβασης στρωμένη με πλάκες , μια σειρά θολίτες και προβόλους από ανάντη.

  Είναι ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα μεσαιωνικής μηχανικής και χτίστηκε πιθανόν τον 11ο αιώνα από την Κόμησσα Matilda di Canossa και επισκευάστηκε από τον Castruccio Castracani τον 14ο αιώνα. Κατ’ άλλους χτίστηκε από τον Άγιο Ιουλιανό (Saint Julian).

Η γέφυρα από κατάντη. Αριστερά η προσθήκη της γραμμής του τρένου.

 Η λαϊκή φαντασία λέει ότι η σπουδαία αυτή κατασκευή δεν είναι ανθρώπινο έργο και ότι κατά την κατασκευή του ο Άγιος Ιουλιανός αντιλήφθηκε ότι δεν μπορεί να τηρήσει τις προθεσμίες κατασκευής του. Τότε αποφάσισε να συμβιβαστεί με τον διάβολο, προκειμένου να χτιστεί έγκαιρα η γέφυρα με αντάλλαγμα την ψυχή του πρώτου ζωντανού όντος που θα την διασχίσει.

  Το επόμενο βράδυ ο διάβολος τελείωσε το μεγάλο κεντρικό τόξο αλλά ο θρύλος έχει αίσιο τέλος, αφού ο Άγιος Ιουλιανός ξεγέλασε τον διάβολο βάζοντας να διασχίσει πρώτα τη γέφυρα ένα γουρούνι (κατ’ άλλους ένα σκύλο) εξαπατώντας το διάβολο.

                   Η καμπυλωτή και στρωμένη με πλάκες επιφάνεια διάβασης.

  Ωστόσο, ο πιο δημοφιλής μύθος είναι ότι οι κάτοικοι του χωριού, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στην ολοκλήρωση της περίπλοκης γέφυρας τους, έκαναν συμφωνία με τον διάβολο για να ολοκληρώσουν την κατασκευή της. Σε αντάλλαγμα θα έπαιρνε την ψυχή του πρώτου που θα το διέσχιζε.

  Είναι μια από τις πολυάριθμες μεσαιωνικές γέφυρες γνωστές ως Ponte del Diavolo, η «Γέφυρα του Διαβόλου» και ήταν μια ζωτικής σημασίας διάβαση ποταμού στη Via Francigena, έναν πρώιμο μεσαιωνικό δρόμο προς τη Ρώμη για όσους έρχονταν από τη Γαλλία που ήταν μια σημαντική μεσαιωνική διαδρομή προσκυνήματος.

  Το μεγαλύτερο άνοιγμα στο κεντρικό τόξο είναι 37,8 μ. Η γέφυρα περιγράφεται επίσης σε μια νουβέλα του 14ου αιώνα από τον Giovanni Sercambi της Lucca. Περίπου το 1500 πήρε το όνομα Ponte della Maddalena, από ένα ρητό αφιερωμένο στη Μαρία Μαγδαληνή, το άγαλμα της οποίας βρισκόταν στους πρόποδες της γέφυρας στην ανατολική όχθη. Το 1670 το Γενικό Συμβούλιο της Δημοκρατίας της Λούκα εξέδωσε διάταγμα που απαγόρευε τη διέλευση πάνω από τη γέφυρα με μυλόπετρες και σακιά με αλεύρι προκειμένου να διατηρηθεί η κατασκευή. Το 1836, αφού υπέστη σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια μιας πλημμύρας, η γέφυρα υποβλήθηκε σε επείγουσες εργασίες επισκευής.

                                         Η γέφυρα, τα τόξα και οι πρόβολοι.

 Το 1889 η δομή της γέφυρας, στην πλευρά Borgo a Mozzano, τροποποιήθηκε για να επιτρέψει τη διέλευση της γραμμής του τρένου που εκτείνεται από τη Lucca στην Aulla και έτσι αλλοιώθηκε η αρχική της μορφή.  Ένα τμήμα της γέφυρας κατεδαφίστηκε και χτίστηκε μια ράμπα πάνω από τις γραμμές του τρένου.

  Η γέφυρα στο Borgo a Mozzano ή «Η Γέφυρα του Διαβόλου» ή «Γέφυρα Maddalena» είναι σίγουρα η πιο όμορφη γέφυρα στην επαρχία Lucca και μια από τις πιο επιβλητικές στην Ιταλία.

  Το όνομά του πιθανότατα προέρχεται από το εκπληκτικό σχήμα του, ένα κατόρθωμα της μηχανικής για τον 11ο αιώνα όταν κατασκευάστηκε. Εκτείνεται 131 πάνω από τον ποταμό Serchio και έχει ύψος 60 πόδια στην κορυφή της υψηλότερης από τις πέντε ασύμμετρες καμάρες.

Πηγή: Salvatore Pernagallo