Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Το γεφύρι του Αζίζαγα στο Τρίκωμο Γρεβενών


...δυο φορές έπεσε η μεσαία καμάρα αμέσως μετά την αφαίρεση των καλουπιών. Όταν οι σκαλωσιές και τα καλούπια στήθηκαν για τρίτη φορά, ο Αζίζ Αγάς απείλησε τον πρωτομάστορα πως αν το γεφύρι πέσει για τρίτη φορά θα του πάρει...το κεφάλι”.

Την εποχή που αναφερόμαστε, εποχή κατασκευής των περισσότερων πέτρινων γεφυριών, (18ος, 19ος αιώνας) πρώτα γεφυρώνονταν οι ποταμοί – όπου αυτό ήταν δυνατό και μετά από πολύ ψάξιμο και επιλογή του πιο στέρεου και πιο στενού, αν ήταν δυνατό, μέρους – και μετά χαράσσονταν οι δρόμοι. Δηλαδή, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σήμερα, το τοπίο, αδάμαστο, καθόριζε τη ροή των πραγμάτων, προσδιορίζοντας επιπλέον και την μορφή τους. Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού ούτε τα μέσα και οι δυνατότητες υπήρχαν και ούτε και ο τόπος βόλευε.
Θα παρακολουθήσουμε τις περιπέτειες μιας σημαντικής για την εποχή οδικής αρτηρίας, εστιάζοντας την προσοχή μας σε συγκεκριμένο της σημείο. Πρόκειται για το γεφύρι του Αζίζαγα που, κατά διαστήματα, εξυπηρετούσε το δρόμο από Γιάννενα στα Γρεβενά.
Γεφύρι Αζίζ Αγά. ( Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Ο δρόμος, πολυσύχναστος, πρέπει να λειτούργησε από πολύ παλιά. Ήταν αναγκαίος, ιδίως την εποχή της τουρκοκρατίας, για να μεταβαίνουν οι άνθρωποι, προωθούνται τα προϊόντα, από τα Γιάννενα – μεγάλο τότε βιοτεχνικό κέντρο – στις αγορές της Βαλκανικής και στην ίδια την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Τον περιγράφουν με λεπτομέρειες, αρχές 19ου αιώνα, ο Άγγλος Ουίλιαμ Ληκ (W. Leake), και ο Γάλλος Φρανσουά Πουκεβίλ (Fr. Pouqueville), από τους σημαντικότερους παλιούς περιηγητές. (1) Αξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι ο Πουκεβίλ είναι στενά και σχεδόν απόλυτα συνδεδεμένος με την Ελλάδα μιας και πέρα από τα έργα “Ταξίδια στο Μοριά, στην Κων/λη, στην Αλβανία και σε άλλα πολλά μέρη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας”, “Tαξίδια στην Ελλάδα” και “ Ιστορία της αναγεννήσεως της Ελλάδας” ήταν και για 9 χρόνια – επί Ναπολέοντα – διπλωματικός αντιπρόσωπος της Γαλλίας στην αυλή του Αλή πασά και επίσης πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Αποτελεί, ως εκ τούτου και όπως γίνεται αντιληπτό, μια θαυμάσια, άμεση και ασφαλή πηγή για το αντικείμενό μας.
Γεφύρι Αζίζαγα. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Για να είναι βατός ο συγκεκριμένος δρόμος όλες τις εποχές του χρόνου, χρειάστηκε να κατασκευαστούν – και να συντηρούνται συχνά – αρκετά γεφύρια. Δύο όμως υπήρξαν τα σημαντικότερα υδάτινα εμπόδια, τα επικίνδυνα, κατά μήκος της διαδρομής: ο Άραχθος, κοντά στα Γιάννενα, κι ο Βενέτικος – πλούσιος παραπόταμος του Αλιάκμονα – λίγο πριν τα Γρεβενά.
Ο πρώτος γεφυρώθηκε, το 1762, με το λεγόμενο γεφύρι της Κυράς, (2) ενώ για τον δεύτερο οι προσπάθειες ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα. Απαιτήθηκαν, όπως θα δούμε, διαδοχικές, όχι πάντα αποτελεσματικές, γεφυρώσεις. Μια απ' αυτές, και εκείνη που αποφάσισε ο Αζίζ Αγάς κάτω από το χωριό Ζάλοβο, σημερινό Τρίκωμο. Να πούμε πως σ' όλες τις περιπτώσεις – και στον Άραχθο και στο Βενέτικο – χορηγοί φέρονται Τούρκοι αξιωματούχοι, χρησιμοποιώντας όμως ποιος ξέρει τι μέσα και τι μεθόδους συγκέντρωσης των απαραίτητων πόρων...
Πρώτος ζεύγει τον Βενέτικο – τουλάχιστον φέρεται εμπνευστής της κατασκευής εδώ πέτρινου γεφυριού – ο Σουλτάνος Βαγιαζήτ ο Α', ο οποίος λόγω της ορμητικότητάς του ονομάστηκε Γιλντιρίμ, που θα πει κεραυνός στα τούρκικα. Χώρος: κοντά στο χωριό Πηγαδίτσα. Χρόνος: ο 14ος αιώνας, που οι Τούρκοι πάτησαν την περιοχή και τη νοτιοανατολική Ευρώπη γενικότερα, υποτάσσοντας τους πιο πολλούς λαούς της Βαλκανικής και εξαναγκάζοντας το Σέρβο ηγεμόνα να γίνει φόρου υποτελής πριν ο Βαγιαζήτ το 1403 αιχμαλωτισθεί και πεθάνει από τους Μογγόλους του Τιμούρ, του Ταμερλάνου δηλαδή.
Γεφύρι Αζίζαγα. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Ήταν μεγάλο, με πέντε τόξα, κι άντεξε κοντά 3 ολόκληρους αιώνες. Πρέπει να κατέρρευσε αρχές του 18ου αιώνα. Ερείπιά του αντίκρισε, έναν αιώνα αργότερα, ο Πουκεβίλ, που πέρασε από την περιοχή το 1806. Έγραψε τότε: “...Φτάσαμε στον όχτο του Βενέτικου. Επάνω του είδα πέντε πέτρινες καμάρες, που είναι απομεινάρια από ένα μεγάλο γεφύρι. Το είχε κάνει ο Βαγιαζήτ Γιλντιρίμ, ο κατακτητής της Ηπείρου. Περάσαμε απ' το κάτω μέρος του ποταμού που είχε πλάτος επάνω από σαράντα οργιές. Και μ' όλο που τα νερά του ήταν ρηχά, ήταν ωστόσο αρκετά ορμητικό ακόμη, για να παρασύρει τα άλογα με το φόρτωμα, που τα 'ριξε πολύ μακριά το ρέμα του νερού...” (3)
Παρέμενε λοιπόν μεγάλη η ανάγκη ξαναγεφύρωσης εδώ του ορμητικού Βενέτικου, μετά την κατάρρευση του έργου – χαρακτηριστικό το πάθημα, που ακούσαμε, του Πουκεβίλ! - του Βαγιαζήτ. Ωστόσο, είχε προηγηθεί μια τουλάχιστον απόπειρα κατασκευής γεφυριού, λίγα χιλιόμετρα πιο ανάντη, παραλλάσσοντας ελαφρά το δρομολόγιο. Και αυτό όμως, έχοντας πάθει ζημιά τότε, την εποχή της διέλευσης του Γάλλου περιηγητή, δεν λειτουργούσε. Μιλάμε για το εντυπωσιακό γεφύρι, κάτω από το Τρίκωμο, που όπως μαρτυρά ακόμη και σήμερα η ονομασία του, πρώτος κατασκεύασε κάποιος Αζίζ Αγάς, κατά τα φαινόμενα εύπορος αξιωματούχος της περιοχής.
Μιά άλλη άποψη του γεφυριού. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Το γεφύρι του Αζίζαγα χτίστηκε το 1727, σύμφωνα με κτητορική πλάκα εντοιχισμένη στην ανατολική του όψη, που όμως δεν σώζεται πια. Έχει δε ενδιαφέρον να ακούσουμε κάτω από ποιες συνθήκες πραγματοποιήθηκε η κατασκευή. Διέσωσε η παράδοση, που κατέγραψε ο Γιώργος Τσότσος: “...Ο Αζίζ Αγάς ανέθεσε την κατασκευή σε φημισμένο πρωτομάστορα, αλλά εξ αιτίας του μεγάλου μήκους και ύψους του, το γεφύρι παρουσίαζε δυσκολίες. Δυο φορές έπεσε η μεσαία καμάρα αμέσως μετά την αφαίρεση των καλουπιών. Όταν οι σκαλωσιές και τα καλούπια στήθηκαν για τρίτη φορά, ο Αζίζ Αγάς απείλησε τον πρωτομάστορα πως αν το γεφύρι πέσει για τρίτη φορά “θα του πάρει το κεφάλι”. Την ώρα που αφαιρούνταν και τα τελευταία καλούπια, ο πρωτομάστορας έντρομος κατέφυγε στη ¨ράχη Σκύφτη¨, λίγο νότια του γεφυριού, κατά το Κηπουριό για ν΄αποφύγει τις κυρώσεις αν το γεφύρι ξανάπεφτε. Το γεφύρι όμως, τη φορά αυτή στάθηκε όρθιο. Ο αγάς κάλεσε κοντά του με έναν ζαπτιέ (χωροφύλακα) τον πρωτομάστορα, τον συνεχάρη και τον πλήρωσε...” (4)
Το γεφύρι, μεγάλο έργο και τόσο αναγκαίο μετά την κατάρρευση του παλιού, του Βαγιαζήτ, θα αναφέρει και ο Ηπειρώτης Ιωάννης Λαμπρίδης, συμπεριλαμβάνοντάς το ως εξής στα “Αγαθοεργήματά” του: “...έως το τμήμα Τσούρχλι η ημίσεια ώραν του χωρίου Κοσμάτι απέχουσα γέφυρα, ην έκτισεν Αζίζ αγάς τις...” (5)
Είναι τρίτοξο, με μια μεγάλη καμάρα για τη βαθιά κοίτη του ποταμού και δυο μικρότερες, εκατέρωθεν, βοηθητικές. Η μεγάλη ανοίγει 30 μ. Και σηκώνεται πάνω από το νερό 12,5 μ. Πρόκειται δηλαδή για το μεγαλύτερο σήμερα τόξο της Μακεδονίας (!) και ένα από τα μεγαλύτερα του Ελλαδικού χώρου. Η δεξιά βοηθητική καμάρα έχει άνοιγμα 8 μ. Και ύψος 5,40, ενώ η αριστερή, αντίστοιχα, 4,90 και 4,70.
Το γεφύρι σε χιονισμένο τοπίο. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Για τις δύσκολες ώρες, βλέπουμε σφηνοειδείς προβόλους – είναι οι προεξοχές εν είδει σφήνας κόντρα στη ροή του νερού – να παραστέκονται στα δύο μεσόβαθρα, τα οποία, επιπλέον, βοηθούν ισάριθμες ανακουφιστικές θυρίδες, όταν υπάρχει μεγάλο κατέβασμα νερού.
Το καλντερίμι, οδόστρωμα του γεφυριού, μήκους 77 μ, κορυφώνει το ανέβασμά του σε ύψος 14,40 μ, πάνω από το κεντρικό τόξο. Οι κλίσεις του λοιπόν παρουσιάζονται αρκετά μεγάλες. Όσο για το πλάτος του, φτάνει στα 3 μ, με ωφέλιμο όμως 2,20 μ, αφού δεξιά και αριστερά στέκουν χτισμένα παραπέτα. Το πέρασμα – σκεφτόμαστε – θα ήταν ιδιαίτερα κοπιαστικό, αλλά τουλάχιστον ασφαλές. Για καλό και για κακό πάντως, υπήρχε – και εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα – καμπανάκι κρεμασμένο απ' το εσωρράχιο του μεγάλου τόξου, προειδοποιώντας για αυξημένο κίνδυνο όταν φυσούσε! Τέτοια φαινόμενα προειδοποίησης παρατηρούνταν σε πολλά γεφύρια ανάλογου ύψους και ανοίγματος, σαν το γεφύρι της Κόνιτσας και αλλού.
Τελικά, θωρώντας την κατασκευή συνολικά, συνειδητοποιούμε πως έχουμε να κάνουμε με μία όχι και τόσο συχνά εμφανιζόμενη μορφή γεφυριού. Τη χαρακτηρίζει δε, η συμμετρία, κι αυτό σπάνιο στοιχείο στη λαϊκή γεφυροποιία. 
Η μεγάλη και μια μικρή καμάρα. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)
 
Θα τελειώσουμε τις παρατηρήσεις μας με μια, που αφορά τη στατικότητα του έργου. Το δεξιό ακρόβαθρο, αντίθετα με το αριστερό, που γαντζώνει σε βράχο, πατάει σε μαλακό έδαφος. Αυτό απ' ότι φαίνεται, κατά καιρούς θα δημιουργούσε προβλήματα, φτάνοντας ακόμα και σε καταρρεύσεις. Μια τέτοια κατάσταση – να είναι το γεφύρι εκτός λειτουργίας - ανάγκασε τον Πουκεβίλ να διασχίσει τον Βενέτικο μέσα απ' το νερό. Πάντως, έστω και με διακοπές, το γεφύρι του Αζίζαγα συνέχισε να εξυπηρετεί το δερβένι Ιωαννίνων – Γρεβενών για πολλά χρόνια. Μέχρι που το 1846 χτίστηκε παρακάτω, κοντά στη θέση του Βαγιαζήτ, το μεγάλο, με 5 καμάρες, γεφύρι του Σπανού. (6) Τότε το δικό μας έπεσε, οριστικά, σε αχρηστία.
Σήμερα το γεφύρι του Αζίζαγα, πάντα μεγαλοπρεπές, εξακολουθεί να εντυπωσιάζει όσους μπαίνουν στον κόπο να το επισκεφτούν.
Παρουσιάζεται πια, εκτός από όμορφο, και σίγουρο, γερό. Συνετέλεσε καίρια σ' αυτό μια συντήρηση, που έκανε το 1950 η κοινότητα του Τρίκωμου. Βέβαια, χρησιμοποιήθηκε τότε αρκετή ποσότητα τσιμέντου, με αποτέλεσμα, δυστυχώς, να σκεπαστούν οι πέτρες σε μεγάλες επιφάνειες, να χαθεί το αρμολόι. Ας ελπίσουμε πως, σύντομα, θα έρθει η στιγμή – ωρίμασαν πια οι συνθήκες, το απαιτεί η αισθητική μας – να αποκατασταθεί όπου του πρέπει.


Βιβλιογραφία - Σημειώσεις

  1. Γράφει ο Σπύρος Αραβαντινός: “...επισκευαθείσα (η οδός) και συνδεθείσα δια γεφυρών υπό τον Αλή, ονομάζεται νυν του Αλή – πασά. Είναι δε αυτή Στρατιωτική Ρωμαϊκή οδός, ήτις ηνούτο μετά της δια Μοναστηρίου και Βοδενών διερχομένης και κατέληγεν εις Θεσσαλονίκην”. (Σπ. Π. Αραβαντινού, Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή. Εν Αθήναις 1895, σελ. 345).
  2. Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων, Μέρος Δεύτερον, Εν Αθήναις 1880, σελ. 72.
  3. Fr. Pouqueville, Ταξίδι στη Δυτική Μακεδονία, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 24.
  4. Γεώργιος Π. Τσότσος, Μακεδονικά γεφύρια, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 38.
  5. Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων, Μέρος Δεύτερον, εν Αθήναις 1880, σελ. 153.
  6. Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων, Μέρος Δεύτερον, εν Αθήναις 1880, σελ. 152 – 153.


Η παραπάνω εργασία παρουσιάστηκε στην διάρκεια της Β' Επιστημονικής Συνάντησης του Κέντρου Μελέτης Πέτρινων Γεφυριών (ΚΕ.ΜΕ.ΠΕ.Γ) στις 20 Νοεμβρίου 2004 στη Στοά του Βιβλίου, με τον γενικό τίτλο “Περί Πετρογέφυρων” Γεφυριών Ιστορίες. Δημοσιεύτηκε στην έκδοση των πρακτικών του ΚΕΜΕΠΕΓ.
Για περισσότερες πληροφορίες δείτε στο Blog “Βιβλία ΚΕΜΕΠΕΓ”