Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

3. Επί τω ... έργω

"Oύλοι από τούτα δυο χέρια καρτεράνε. Όσο κρατάνε ούλα καλά. Μα σαν ξεπέσουν...κλάφτα Χαράλαμπε..."


Η θέση κατασκευής του γεφυριού αποφασιζόταν κυρίως από τον πρωτομάστορα και τους μαστόρους, μετά από πολύ ψάξιμο, επιτόπιες έρευνες και έλεγχο της θέσης, που έπρεπε να είναι σε στέρεο και σταθερό έδαφος, αν ήταν δυνατόν στο πιο στενό σημείο του ποταμού και μετά χαράσσονταν οι δρόμοι.

Δηλαδή, αντίθετα με αυτό που συμβαίνει σήμερα, το άγριο τοπίο καθόριζε το μέρος κατασκευής του γεφυριού, προσδιορίζοντας ακόμη και τη μορφή του. Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού ούτε τα μέσα και οι δυνατότητες υπήρχαν και ούτε και ο τόπος βόλευε.

Οι δυσκολίες που παρατηρούνταν είχαν να κάνουν με την θεμελίωση, την κατασκευή των τόξων και την εποχή κατασκευής του γεφυριού.

Η καθοριστική δυσκολία ήταν ίσως ο χρόνος κατασκευής αφού η πραγματοποίηση του έργου είχε απόλυτη σχέση με τη στάθμη, την ορμή του νερού και τα ξαφνικά “κατεβάσματα”. Για το λόγο τούτο η κατασκευή έπρεπε να γίνει τότε που κατέβαινε η στάθμη του νερού λόγω των λιγότερων βροχών, δηλαδή την Άνοιξη και κυρίως το Καλοκαίρι και να τελειώσει πριν μπει ο Χειμώνας.

Το γεφύρι κατέρρεε αν κάτι πήγαινε στραβά, αν δεν είχαν υπολογισθεί καλά τα θεμέλια, τα στηρίγματα και οι σκαλωσιές, η ποιότητα του εδάφους, η στάθμη και η ορμή του νερού λόγω του κακού υπολογισμού του καιρού με οδυνηρές, κάποιες φορές, συνέπειες για τον πρωτομάστορα όσον αφορά τη φήμη του, την επαγγελματική του μελλοντική πορεία και κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ακόμη και τη ζωή του.

Τα μονότοξα τα έχτιζαν στο πιο στενό σημείο του ποταμού και τα πολύτοξα όταν ήθελαν να γεφυρώσουν μεγάλη απόσταση.

Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν ήταν πρωτογενή. Για να στερεώσουν τις πέτρες μεταξύ τους κατασκεύαζαν ένα μείγμα θειαφιού και κρόκου αυγού, το οποίο μόλις στέγνωνε, ήταν δυνατό και συμπαγές.

Για το χτίσιμο των τόξων χρησιμοποιούσαν το Κορασάνι,δηλαδή μείγμα από άμμο ή κόκκινο χώμα και ασβέστη, τριμμένο κεραμίδι και μερικές φορές ασπράδι αυγών και τρίχες ζώων.

Από τα περισσότερα από τα παραπάνω υλικά οι πλαγιές και οι ρεματιές των βουνών της Αρκαδίας και των υπολοίπων περιοχών της Πελοποννήσου είναι γεμάτα.
Με τα ζώα , επίσης, μετέφεραν από τα κοντινά νταμάρια της περιοχής τον ασβέστη, την άμμο, το χώμα και την περίφημη Αρκαδική πέτρα.

Το πελέκημα της πέτρας γινόταν στο σημείο κατασκευής του γεφυριού και ήταν κάτι σαν ιεροτελεστία για τους λαγκαδινούς μαστόρους και μοναδικό για την Αρκαδική τέχνη. Το δέσιμο της ταίριαζε απόλυτα με τη φύση και την ιστορικότητα του τοπίου.

Το χτίσιμο ξεκινούσε, μετά βεβαίως το παραδοσιακό σφάξιμο του κόκκορα, από τα δυο άκρα της καμάρας με δύο συνεργεία, τα οποία δούλευαν συγχρόνως και παράλληλα, μοιράζοντας στα ίσια το έργο, πολλές φορές δε συναλλάσσονταν μεταξύ τους ακριβώς γι' αυτό το σκοπό.



   Γεφύρι του "Κούκου" στον Αλφειό.
 Έργο του πρωτομάστορα Αντώνη Κάτσαινου.
(Φωτο: ΑΓΠ)

Την εξωτερική πλευρά, τη φάτσα, τη μόστρα δηλαδή έχτιζε ο εμπειρότερος των μαστόρων, ο Φατσαδόρος, ενώ την εσωτερική ο λιγότερο έμπειρος, ο μεσομάστορας και όλα με την αυστηρή επιστασία του πρωτομάστορα.

Φθάνανε σιγά-σιγά και με προσοχή στην κορυφή του τόξου, σφήνωναν το κλειδί (Θολίτης) και έτσι “κλείδωναν” το γεφύρι.

Η μεγαλύτερη στιγμή για τους μαστόρους και κυρίως για τον πρωτομάστορα ήταν εκείνη της αφαίρεσης του καλουπιού, του ξεκαλουπώματος. Η αγωνία ήταν μεγάλη και όταν πήγαιναν καλά ακολουθούσε μεγάλο γλέντι.

Η ζωή, κατά τη διάρκεια της δουλειάς για τα μέλη του μπουλουκιού, δεν ήταν καθόλου εύκολη. Οι συνθήκες ήταν άσχημες αφού δούλευαν “ήλιο με ήλιο” ή “άστρι μ' άστρι”, με μικρή διακοπή για κολατσιό και φαγητό. Η ζωή όμως για τα μαστορόπουλα ήταν η πιο δύσκολη.
 “Θα περάσεις από το τεζάχι (tezgah~μπουφές καφετζή) για να γίνεις μάστορης” , έλεγαν οι μαστόροι στα μαστορόπουλα.(1)

Το πόσο άσχημες ήταν οι συνθήκες διαβίωσης μαρτυρά το παρακάτω δίστιχο:

Δεν σκιάζουμε την παγωνιά, απόφαση το πήρα

σκιάζουμε την αναλλαξιά, την κριθαράτη ψείρα. (2)

Πολλές φορές η βαριά εργασία, η κακή διατροφή, κυρίως ψωμί και τυρί με καμιά ρέγκα και η μη καλή διαμονή επιδρούσαν στην υγεία των μελών του μπουλουκιού, που μακριά από τα σπίτια τους και τους δικούς τους, χωρίς φάρμακα και φροντίδα (αντιμετώπιζαν τις αρρώστιες με πρωτόγονα μέσα) έμεναν ανάπηροι από διάφορα ατυχήματα και κάποιες φορές έχαναν και τη ζωή τους ακόμη.

Εξ αιτίας αυτών των σκληρών καταστάσεων, πολλοί από τους μαστόρους παντρευόντουσαν είτε από αγάπη είτε από “συμφέρο” στα “ξένα”, σαν “σώγαμπροι” δημιουργώντας μικρές λαγκαδινές αποικίες σ' όλη την Πελοπόννησο και ονομάζονταν από τους ντόπιους Λαγκαδινοί , Καλαβρυτινοί κλπ από τον τόπο καταγωγής τους και έτσι τους έμειναν σαν επώνυμα.

Τι τα θές...είναι μεγάλο τούραγνο η δουλειά του χτίστη. Τον αγουρογερνάει και τον στέλνει στον τάφο παράωρα. Και, να ειπείς, μια μέρα είναι; Θα περάσει; Είναι χρόνια καιρός, βλέπεις, που λασποκοιλιόμαστε για την πεντάρα...Για το ψωμί των παιδιώνε, για το τσαρούχι, για τη ντυμασιά, για το νάχτι και την προίκα της τσιούπας, για το φουστάνι της κυράς, για το προσφάϊ και την αρτυμή, για το κερί της εκκλησιάς...Ούλοι από τούτα δυο χέρια καρτεράνε. Μα σαν ξεπέσουν...κλάφτα χαράλαμπε...” (3)

Χαρακτηριστικό είναι και το τραγούδι:

Της μαστοριάς τα βάσανα

της ξενιτιάς τα πάθη

τα είδε ο ήλιος κι έσβησε

και το φεγγάρι εχάθη.

Τ'ακούσανε και οι θάλασσες

και φούσκωσαν το κύμα.

Στην ξενιτειά, στην μαστοριά

είσ' ο μισός στο μνήμα” (4)

Τις μετακινήσεις των μαστόρων από τόπο σε τόπο εκφράζει το παρακάτω δίστιχο, αναφερόμενο σ΄ ένα από τα βασικά εργαλεία των μαστόρων, τη βαριά:

Τούτη τη λένε γαβριαλού (ή χαβιαρού)

σήμερα 'δω, αύριο αλλού.(5)

Το φαΐ για τους μαστόρους έπρεπε να ήταν καλό και πολύ, λόγω της φύσης της δουλειάς τους και γι' αυτό όταν έτρωγαν καλά (σε περίπτωση που υπήρχε συμφωνία το φαγητό να το παρέχει το αφεντικό του έργου) έλεγαν “καλό το αφεντικό”, ενώ στην αντίθετη περίπτωση έλεγαν “κολοκύθια μας τάϊσες, κολοκύθια σπίτι θα σου φτιάξουμε”. (6) 


 Γεφύρι "Δομοκού" στον Ερύμανθο.
Έργο των αδελφών Πουρνάρα.
(Φωτο: ΑΓΠ)
  

Όταν τα έξοδα σίτισης ήταν των ίδιων των μαστόρων. τότε έλεγαν ότι “πήραν τη δουλειά σύψωμο”. Στις περιπτώσεις αυτές κάποιος από το μπουλούκι ήταν υπεύθυνος για την φροντίδα του φαγητού. Στους Κλουκινοχωρίτες ο επιμελητής λεγόταν Χαρζιλής.

Στη θεμελίωση και την αποπεράτωση του έργου το αφεντικό έσφαζε ένα ζώο (πρόβατο ή γίδα) ή κόκορα ενώ οι μαστόροι υπενθύμιζαν στο αφεντικό ότι:

τ' ασήμια, τα ματώματα

του παπά τα δικαιώματα. (7)

Τα ασήμια που ρίχνονταν στα θεμέλια τα 'παιρναν οι μαστόροι για τα κολορίζικα, τα ματώματα ήταν τα σφαχτά και τα δικαιώματα του παπά ο αγιασμός. Το ίδιο έθιμο είχαν και οι Καλαβρυτινοί μαστόροι.

Μια αναφορά, ενός μάστορα, στο έθιμο αυτό λέει: “ Άμα ρίχνανε το θεμέλιο λίθο, έφερνε το αφεντικό το σφαχτό και τ' ασήμια. Μια φορά το '36 φτιάναμε την Ευαγγελίστρια στην Κέρτεζη κι ήταν στα θεμέλια ένας καλογερόπαπας. Όταν έψαλε τον αγιασμό, ρίξαμε τον θεμέλιο λίθο, γράψαμε τα ονόματα όλου του μπουλουκιού, του παπά και των επιτρόπων σ' ένα χαρτί, το βάλαμε μέσα σ' ένα μπουκάλι, πετάξαμε ένα τάλληρο στο θεμέλιο, μια πέτρα με σταυρό, βάλαμε ένα καντήλι αναμμένο και μια εικόνα. Έσφαξε τ' αφεντικό ένα κριάρι 25 οκάδες κι εκάναμε τρικούβερτο γλέντι με κρασί και τραγούδια.” (8)

Το πρώτο τραπέζι του αφεντικού προς τους μαστόρους λεγόταν διαφέτι και το τελευταίο, με το τελείωμα του έργου μπερκέτι.

Κατά την αποπεράτωση του σπιτιού οι μαστόροι τοποθετούσαν στην άκρη της στέγης ένα ξύλινο σταυρό, ερχόταν ο νοικοκύρης και οι συγγενείς του κι “έριχναν τις μεσσήνες” και άλλα δώρα (ρούχα κλπ), ενώ οι μαστόροι τραγουδούσαν κι εύχονταν στ' αφεντικό “να ζήσει να το χαίρεται.” Τη συνήθεια αυτή τη συναντάμαι και στους Ηπειρώτες μαστόρους. (9)

Η σύμβαση για την κατασκευή μεγάλων έργων, συνήθως σπιτιών, γεφυριών, εκκλησιών κλπ, ήταν γραπτή.

Οι λαγκαδινοί και γενικά οι γορτύνιοι ταξίδευαν σε όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου, ιδιαίτερη προτίμηση όμως είχαν στα πεδινά μέρη, όπου “κύλαγε πολύς ασημάκης” (χρήμα), όπως έλεγαν.(10) Φρόντιζαν όμως, εκτός των μεγάλων γιορτών, να γυρίζουν στα Λαγκάδια και κατά τον γιορτασμό των Αγίων Αποστόλων, όπου γιόρταζε η εκκλησία του Κάτω Μαχαλά.

Σπάνια στις κατασκευές τους οι καλλιτέχνες της πέτρας λαγκαδινοί “υπέγραφαν” πάνω σε πλάκες, που εντειχίζονταν στο γεφύρι.


 Του "Μπαμπαλή", στο Καρνέσι Αρκαδίας.
Έργο αγνώστων λαγκαδινών μαστόρων.
(Φωτο: ΑΓΠ)

Η ονομασία δινόταν κυρίως απ΄αυτόν που έδινε ή έβρισκε τα χρήματα για την κατασκευή ή επισκευή, την τοποθεσία, την ιδιαιτερότητα που είχαν και σπάνια τον κατασκευαστή.

Σε λίγα υπάρχει η χρονολογία κατασκευής, πράγμα που μας κάνει να αγνοούμε τον χρόνο κατασκευής των περισσοτέρων γεφυριών. Όλα όμως δείχνουν την εκλεκτισμένη διαχρονική τεχνική τους, τώρα που το μπετόν, το τούβλο και το κεραμίδι επικρατούν παντού.

Αν όμως οι επιγραφές για τους κατασκευαστές και τα έτη κατασκευής χάθηκαν, είναι η λαϊκή παράδοση που φρόντισε να διασώσει τα παραπάνω και από στόμα σε στόμα να φτάσουν ως εμάς, γιατί σχεδόν ποτέ οι λαϊκοί αυτοί τεχνίτες δεν φρόντιζαν να βάλουνε τα ονόματά τους πάνω σε μια πέτρα. Ελάχιστοι ενδιαφέρονταν για τη μνήμη και την υστεροφημία τους.

Το κόστος κατασκευής των γεφυριών καλύπτονταν από άτομα με οικονομική επιφάνεια, από τρανταχτά ονόματα της περιοχής (όπως η Κυρά της Άκοβας για το γεφύρι “της κυράς” στο Λάδωνα), από μετανάστες (όπως το γεφύρι “του Μπαμπαλή” στο Καρνέσι Αρκαδίας επί του Καρνεσέϊκου ποταμού), από αγάδες και μπέηδες (όπως “του Κοκλώνη” στα Αγράμπελα επί του Ερύμανθου ή “του Τσερχοτάμπεη στο Λάδωνα), από ιδρύματα, μονές κλπ και μετά την απελευθέρωση από τον προϋπολογισμό δημοσίων έργων του κράτους (“στο Δομοκό” επί του Ερυμάνθου, “του Κούκου” στον Αλφειό κ.α).

Σύμφωνα με τον άγραφο νόμο, που κατά βάση τηρούνταν και παρά τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, κανένα μπουλούκι δεν ζήταγε εργασία σε περιοχή που εργαζόταν άλλο μπουλούκι και δεν έπαιρναν τη δουλειά άλλου.

Για τους λαγκαδινούς λεγόταν ότι “ουδέποτε υπήρξε συναγωνισμός δια την απόκτησιν μιας εργασίας μεταξύ λαγκαδινών μπουλουκιών. Ουδέποτε εγένετο φιλονικία εις Λαγκάδια μεταξύ μαστόρων διότι αφηρέθη από ένα μπουλούκι η εργασία λόγω συναγωνισμού.” (11)


 Γεφύρι Δήμητρας στο Λάδωνα.
Και αυτό έργο των αδελφών Πουρνάρα
(Σκίτσο: ΑΓΠ)


Κάποιες φορές, σπάνια,  που έσπαγε ο άγραφος αυτός κώδικας , αυτό ακριβώς γινόταν σάτιρα για τους λαγκαδινούς, όπως αναφέρεται στο παρακάτω σκωπτικό ποιηματάκι:

Ο Τόκελος ξεκίνησε να πάει στο Κινεμπάρδι (χωριό Αργολίδας)

να συμφωνήσει το σκολειό να μην το πάρουν άλλοι.

Κι ο Ιπποκράτης το ' μαθε, πολύ του βαρυφάνει,

πιάνει και ζώνει το σπαθί και μες τ' Ανάπλι πάει

για να χαλάσει το χαρτί (τη συμφωνία) από τον Τόκελο τον Αγγελή.

Ο Ζάτουνας κι ο Παλυβάς παν και το θεμελιώνουν

κι ο Χαραλάμπης ο Χαράς πάει και το τελειώνει. (12)



Το μεγαλύτερο ίσως μέρος του υλικού σχετικά με την λαγκαδινή μαστορική τέχνη βρίσκεται στις διηγήσεις των ανθρώπων που πέρασαν τη ζωή τους με το πελέκημα της πέτρας. Τα περιστατικά, τα ανέκδοτα, οι διάλογοι φέρνουν στη μνήμη ανθρώπους και τόπους που δέθηκαν έτσι που δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις. Οι δρόμοι της μαστοριάς είναι η πορεία των ανθρώπων στις γειτονιές της Πελοποννησιακής ενδοχώρας για την εξασφάλιση των πόρων μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης σε δύσκολες εποχές. Τα ταξίδια δεν είχαν μόνο επαγγελματικό χαρακτήρα. Η συνεχής αλλαγή από τόπο σε τόπο έφερνε πιο κοντά τους τρόπους, ήθη και έθιμα, συνήθειες. Οι τόποι αυτοί πολλές φορές γίνονταν τόποι μόνιμης εγκατάστασης αφού οι γάμοι άλλαζαν τους προσανατολισμούς των ανθρώπων. Είναι σπάνιο φαινόμενο να μη συναντήσεις λαγκαδινό σε χωριό ή πόλη της Πελοποννήσου. Είναι απόγονοι των μαστόρων, που στο ταξίδι της δουλειάς αναζητώντας καλλίτερη τύχη, εγκαταστάθηκαν σε μέρη πιο εύφορα από τη γενέτειρα. Δεν λησμόνησαν όμως τα Λαγκάδια, μετέφεραν από εκεί την τέχνη, τα έθιμα και την εικόνα του χωριού τους” (13)





Αναφορές:



  1. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος. Οι Παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου. Εκδοτ. οίκος ΜΕΛΙΣΣΑ. Σελ. 59. Αθήνα 1983
  2. Θ.Κ. Τρουπής. “Άνθρωποι της σκαλωσιάς”. Αθήνα 1983
  3. Ομοίως
  4. Ομοίως
  5. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος. Οι Παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου. Εκδοτ. οίκος ΜΕΛΙΣΣΑ. Σελ. 121. Αθήνα 1983
  6. Ομοίως σελ. 56
  7. Ομοίως σελ 58
  8. Εφημερίδα Νέα Γορτυνία 6-3-1973
  9. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος. Οι Παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου. Εκδοτ. οίκος ΜΕΛΙΣΣΑ. Σελ. 59. Αθήνα 1983
  10. Ομοίως σελ. 54
  11. Π. Σινόπουλος. Ηχώ των Λαγκαδίων. 1-4-1962
  12.  Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος. Οι Παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου. Εκδοτ. οίκος ΜΕΛΙΣΣΑ. Σελ. 55,80. Αθήνα 1983
  13.  Δρ. Ιωάννης Κάππος. ¨Η Λαγκαδινή μαστορική τέχνη ως κύρια συνιστώσα της Πελοποννησιακής αρχιτεκτονικής ταυτότητας”. Γ' Επιστημονική Ημερίδα ΚΕΜΕΠΕΓ “Περί Πετρογέφυρων-Μαστόροι και γεφύρια” 25/11/2006 σελ. 278.