Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Λουκούμι και... δίφραγκο


Από τα βουνά στον κάμπο

Στα παλιά χρόνια,τα προκατοχικά χρόνια αλλά και μέχρι την δεκαετία του '60 οι κάτοικοι των ορεινών χωριών της Γορτυνίας, των χωριών της Δίβρης{Λαμπείας}, των Τριποτάμων{Ψωφίδας} και Αροανείας, λόγω της ανέχειας και άρα της ανάγκης για δουλειά, αναγκάζονταν να κατεβαίνουν στον κάμπο της Ηλείας για εποχιακή απασχόληση κυρίως σε αγροτικές δουλειές, σκάψιμο αμπελιών, τρύγο, ελιές, σταφίδα κλπ. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω μαρτυρία ενός κατοίκου από το χωριό Βάχλια Γορτυνίας:
“ Οι γεωργικές εργασίες είναι εποχιακές και στην κτηνοτροφία μπορούν να ασχοληθούν και λιγότερο παραγωγικά άτομα. Έτσι, υπήρχε πάντα πλεονάζον εργατικό δυναμικό, που ζητούσε να συμπληρώσει το οικογενειακό του εισόδημα μισθώνοντας την εργασία του. Το σκάψιμο της σταφίδας και των αμπελιών στους κάμπους και τα λιγοστά δημόσια έργα είναι οι μόνες δραστηριότητες που απασχολούν ανειδίκευτους εργάτες. Καραβάνια ολόκληρα μετέβαιναν ποδαρόδρομο στην Ηλεία, τη Μεσσηνία, τη Βόχα κ.α όπου έκαναν τις πιο βαριές εργασίες για το λιγοστό μεροκάματο, που ποτέ δεν ήταν αρκετό να καλύψει τις βασικότερες ανάγκες. Στα μέλη των μπουλουκιών αναπτύσσονταν ισχυρός συντροφικός δεσμός και κατά τη διάρκεια της εργασίας τα ισχυρότερα βοηθούσαν τα αδύνατα για να μην “τα σχολάσει τ' αφεντικό”. Αλλά και εκτός εργασίας η κοινωνική τους συμπεριφορά και αλληλεγγύη ήταν αξιοζήλευτη.
Οι “πρωτάρηδες” ήσαν πάντοτε κάτω από την προστασία μεγαλύτερων και έμπειρων εργατών. Οι γυναίκες έχαιραν το μεγαλύτερο σεβασμό”.{1}

Ο Κακός Ανήφορος. (Φωτο: ΑΓΠ)

Η διαδρομή που ακολουθούσαν ήταν “Ξυλογέφυρο” Λιβαρτζινού – γέφυρα Τριποτάμων – Χάνι “Ρουμελιώτη” - “Κοπέλας” Βρύση – Χάνι “Καρλέτση “ για τους Καλαβρυτινούς και “Λιβαρτζινό” γεφύρι ή “Παραλογγίτικο” γεφύρι – Χάνι “Ρουμελιώτη” - “Κοπέλας Βρύση” - “Χάνι “Καρλέτση” για τους Γορτύνιους. Οι δρόμοι τους συναντιόντουσαν στα χάνια Ρουμελιώτη και Καρλέτση, κατέβαιναν τη χαράδρα της Δίβρης, ανέβαιναν τον “Κακό Ανήφορο” και διανυκτέρευαν στο Χάνι ¨Θεοφάνη”. “Στο κατώι τα ζά {μουλάρια}, πάνω οι ανθρώποι”. 

Βαρβάσαινα. Το χωριό του Τριτσιμπίδα. (Φωτο: ΑΓΠ)

Από εκεί οι δρόμοι τους χώριζαν και όσοι πήγαιναν στον κάμπο της Αμαλιάδας, διάλεγαν το δρόμο “Διβριώτικα Αμπέλια” - χάνι Πανόπουλου – Πηνεία φτάνοντας στον προορισμό τους ενώ όσοι ήθελαν να πάνε στα καμποχώρια του Πύργου διάλεγαν το δρόμο “Διβριώτικα Αμπέλια” - “Παναίτσα” - Κούμανι – Λάλα – Πλάτανος – Πύργος. Υπήρχε και άλλος δρόμος από “Συνοβίθι”, κοντά στη σμίξη του Διβριώτικου ποταμού με τον Ερύμανθο, για όσους ήθελαν να αποφύγουν τον “Κακό Ανήφορο”. Στην περιοχή του χωριού Πεύκες{Βίλιζα μέχρι το 1928} υπήρχε καφενείο της παλιάς εποχής και οι διερχόμενοι από εκεί έπρεπε να σταματήσουν εάν ήθελαν να πιούν νερό, το οποίο “πλέρωναν” ένα δίφραγκο το ποτήρι. “Λουκούμι και δίφραγκο”,{2} όπως χαρακτηριστικά έλεγαν και το λένε ακόμη οι γεροντότεροι.
Νίκος Χαμάκος 96 ετών, με τη σύζυγο Παναγιώτα. (Φωτο: ΑΓΠ)

 Και έτσι έμεινε. Έπρεπε να πληρώσεις το λουκούμι για να πιείς το πολύτιμο τότε νερό. Της εποχής είναι και το τραγούδι που διέσωσε η λαϊκή παράδοση και το μετέφεραν οι παλαιοί, που αναφέρεται στον μεγαλοκτηματία σταφίδας του κάμπου της Βαρβάσαινας και οπλαρχηγό του 1821 Νικολό Τριτσιμπίδα, με σημαντική προσφορά στον αγώνα. Στα κτήματα του Τριτσιμπίδα δούλευαν κάποιοι “από δαύτους”{τους Γορτύνιους και τους Καλαβρυτινούς} ο δε γάμος του γιού του με τη Μαριωρή από του Λάλα {Μαρία+ωραία, από εδώ βγήκε και το “όλα τάχει η Μαριωρή ο φερετζές της λείπει”}το 1845, άφησε εποχή. 
Το καφενείο του..."λουκούμι και δίφραγκο". (Φωτο: ΑΓΠ)

Τη Μαριωρή τη βρήκαν οι Έλληνες{3}μετά τη μάχη στο “Πούσι” στις 13-06-1821 σαν αιχμάλωτη του Σειντάγα με το όνομα Μπεμιγέ, που την είχε ξεχάσει ο Αγάς στη βιασύνη του να φύγει για Πάτρα και να γλυτώσει και την παρέδωσαν στον οπλαρχηγό Δημήτρη Καραμέρο, που την βάφτισε και μετά παντρεύτηκε με το γιό του Τριτσιμπίδα. Ο γάμος αυτός ενέπνευσε τη λαική μούσα, που τον άφησε σε μας ως εξής: {4}

Βγήκα ψηλά στα διάσελα κι αγνάντια στην Μπαρμπάσαινα.{5}
Στης Μπαρμπάσαινας τον κάμπο Τριτσιμπίδας κάνει γάμο.
Ορέ, η Μαριωρή παντρεύεται κι ούλος ο κόσμος χαίρεται.
Με τον γιο του Τριτσιμπίδα, πόχει αμπέλια και σταφίδα.
Ορέ, και καλεί για συμπεθέρους ούλους τους Μπαρμπασαιναίους
και καλεί και τον Αγά να του φτιάνει{ψένει}τα αρνιά.
Κάνει το γάμο με βιολιά, χορεύει η Μαριωρή μπροστά.
Ορέ, ποιόνε θα πάρεις Μαριωρή; ... Του Τριτσιμπίδα το παιδί.
Που 'ν παιδί και παληκάρι και βαρεί και το γιογκάρι{ή ...της Μπαρμπάσαινας καμάρι}
Πόχει στον Πύργο χτήματα στην Πάτρα καταστήματα.
Αχ, πόχει τα σπίτια τα ψηλά τα μπαλκονάκια τα πλεχτά{ή ...στη σειρά}
για να βγαίνει στο μπαλκόνι η Μαριώ να ξεφαντώνει.
Πόχει αμπέλια και χωράφια και κρασιά μεσ' τα κανάτια.
Ορέ, πόχει και πολλούς μπαχτσέδες με γιομάτο μενεξέδες,
πόχει τους πολλούς οντάδες, Μαριωρή με τους σεβντάδες.

Αναφορές:

{1} Ν.Π.Γεωργακόπουλος. “Βάχλια Γορτυνίας. Ο απόηχος μιας απίθανης ζωής”, σελ.45. Εκδόσεις ΦΥΛΛΑ, Τρίπολη 2005

{2}. Όλα τα παραπάνω μου τα διηγήθηκε το καλοκαίρι του 2009 ο Νίκος Χαμάκος στα 96του χρόνια, από τον Άγιο Ηλία Πύργου.

{3}. “Η Δίβρη στο διάβα των αιώνων”. Ν.Β.Αναστόπουλος, σελ.146, έκδοση βιβλιοθήκης Πνευματικού Κέντρου Πανελλήνιας Εκπολιτιστικής Ένωσης Λαμπιέων – Διβριωτών Ηλείας, 1994

{4}. Η μελοποίηση έγινε από έναν Τούρκο, τον Σουλειμάν, που έγινε Γιώργος και ο οποίος το πρωτοτραγούδησε.

{5}. Η Μπαρμπάσαινα (ή Βαρβάσαινα), είναι πεδινό, αγροτικό χωριό, πολύ κοντά στον Πύργο της Ηλείας, στο δρόμο προς την Ολυμπία.