Είναι γνωστό στο Πανελλήνιο,
μέσα από τις “Παραδόσεις” του λαογράφου Νικ. Πολίτη και του περιηγητή Χρ.
Κυρύλλου το 1891.
Οι άνθρωποι από τα πανάρχαια χρόνια, προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τα γήινα και ουράνια φυσικά φαινόμενα. Δεν μπορούσαν όμως να τα προσδιορίσουν και να τα κατανοήσουν και για το λόγο τούτο τα απέδιδαν σε υπερφυσικές δυνάμεις.
Η φύση πολλές φορές λειτουργώντας σαν άριστος μάστορας σιγά-σιγά, χωρίς βιασύνη αργά αλλά σταθερά, με άριστη και λεπτεπίλεπτη πολλές φορές τεχνική, αιώνια αντοχή και τελειότητα, έδωσε πολλές φορές στον βιαστικό άνθρωπο αδυσώπητα μαθήματα τέχνης, φτιάχνοντας λιγοστά αλλά θαυμάσια γεφύρια χωρίς την παραμικρή εμπλοκή και παρέμβασή του.
Θεογέφυρο στον Κράθι.
Τις εκπληκτικές αυτές φυσικές κατασκευές η σοφία της λαϊκής μας παράδοσης ονόμασε θεογέφυρα και που αν και λιγοστές είναι διασκορπισμένες σ' όλο τον Ελλαδικό χώρο.
Θεογέφυρο στο χωριό Τσαγκάρι, Σούλι.
Κοντά στη Ζίτσα των Ιωαννίνων, στον Θύαμι (Καλαμά, που δυστυχώς η φύση όπως ακριβώς το έφτιαξε έτσι και το γκρέμισε σχετικά πρόσφατα), το διαβολογέφυρο της "Μουρμουρίτσας" στο Βελεντζικό Άρτας, στην Πωγωνιανή, στον Κλαδέο κοντά στο χωριό Πόθου Ηλείας, στο Σούλι κάτω από το χωριό Τσαγκάρι, στο ρέμα Νάσιουτζικ στις Σέρρες, το διαβολογέφυρο στο Δαμαλά Τροιζήνας και στη Δίβρη, το θεογέφυρο στον Κράθι, είναι μερικά από τα παραπάνω, που ο λαός μας φρόντισε να τα ντύσει και να τα επενδύσει με μύθους, θρύλους, προλήψεις και δεισιδαιμονίες δίνοντάς τους έτσι ζωντάνια και αιωνιότητα. Χαρακτηριστικό είναι το τραγούδι των ντόπιων (Διβριωτών), που αναφέρονται σε "στοιχειά":
“ Κοράσιον ετραγούδησε επάνω στο γεφύρι
και το γεφύρι ράγισε, και το ποτάμι
στάθη
και το στοιχειόν του ποταμού κι αυτό
στην άκρη εβγήκε,
-Κόρη μου, πάψε τον αχόν κι ειπέ κι
άλλο τραγούδι.
-Άχ, πως να πάψω τον αχόν κι άλλο να πω
τραγούδι
έχω τον ανδρα μ' άρρωστον κι
αρρωστικόν γυρεύω”.
 |
| Διαβολογέφυρο στη Δίβρη. Φώτο: Σωτήρης Σωτηρόπουλος. |
Όσα τέτοια γεφύρια έφτιαξε η φύση, ο κόσμος τα είπε Θεογέφυρα και όσα ο άνθρωπος σε δύσκολα σημεία, που φάνταζαν απίθανο να γίνουν τα ονόμασε Διαβολογέφυρα, γιατί θεωρούσε ότι ήταν έργα διαβόλου. Με το πέρασμα των χρόνων όμως, λόγω της δυσκολίας της κατασκευής και των δύο, οι έννοιες ταυτίστηκαν και ονομάζονται Θεογέφυρα ή Διαβολογέφυρα.
Διαβολογέφυρο Δίβρης.
Φώτο: Σωτήρης Σωτηρόπουλος.
Και εδώ να θυμηθούμε μια άλλη διάσταση της τότε αντίληψης του κόσμου για το στέριωμα ενός κτίσματος.
Θεογέφυρο στο ρέμα Νάσιουτζικ.
Σέρρες.
"Προς στερέωσιν και προφύλαξιν από οιουδήποτε κινδύνου παντός κτίσματος απαιτείται να προσηλωθεί εις αυτό ζώον, κατορυττόμενον εις τα θεμέλια ή εντειχιζόμενον όσον δ' ευγενέστερον είναι το ζώον, τόσον μεγαλυτέραν θεωρείται ότι έχει δύναμιν προς προστασίαν του κτίσματος. (...). Η ψυχή του θύματος υπετίθετο ότι δια των υπερφυσικών δυνάμεων, τας οποίας έχουν οι επί γης απολελυμέναι των δεσμών του σώματος ψυχαί, ηδύνατο να τα προσλαμβάνει κατά βούλησιν παντοίας μορφάς, και είχεν ρώμην υπεράνθρωπον, προωρισμένη δε να φυλάττει και περιέπει το οικοδόμημα, εισ το οποίον προσηλώθη ήτο φοβερά εις τους επιχειρούντας να το παραβλάψωσι και ικανή να αποτρέπει τους απειλούντας αυτό κινδύνους. Το θύμα εγένετο το στοιχειό του οικοδομήματος, διο στοιχείωσις ελέγετο υπό των βυζαντινών η δια θυσίας οικοδόμησις". (1)
Διαβολογέφυρο της "Μουρμουρίτσας".
Βελεντζικό Άρτας
Το διαβολογέφυρο, πρόκειται για φυσικό πέρασμα του νερού στο
Διβριώτικο ποτάμι, που έχει διαβρώσει το βράχο και έχει δημιουργήσει έτσι ένα
φυσικό γεφύρι, ένα θεογέφυρο. Εξυπηρετούσε τους ντόπιους στις αγροτικές και ποιμενικές τους εργασίες.
Όμως ο θρύλος θέλει το γεφύρι να είναι έργο
διαβόλου, που τον κορόιδεψε ο Διβριώτης μυλωνάς ονόματι “Γιάνναρος”, όπως τον
διηγήθηκαν οι Διβριώτες στον Νικ. Πολίτη πριν το 1900. Αξίζει να παραθέσουμε την περιγραφή όπως ακριβώς αναφέρεται από τον σπουδαίο λαογράφο μας Ν. Πολίτη:
“ Τα δεκαήμερα γυρίζουν οι διαβόλοι, που τους
λεν Καλλικαντζάρους ή Κατσι-μπουχέρους, και μαγαρίζουν όλαις ταις στάμναις και
τα τσουκάλια και ότι άλλο τέτοιο είναι 'ς το σπίτι. ΄Σ τους μύλους μάλιστα
έχουν όλο το ελεύτερο να κάνουν ότι θέλουν, γιατί ο διάβολος εδιάταξε πως να
τον κουνήσουν οι άνθρωποι το μύλο, που μονάχοι τους δεν ήξευραν.
Γι' αυτό τα
δωδεκάημερα δεν πρέπει να πηγαίνουν 'ς τούς μύλους οι άνθρωποι, αν τύχη μάλιστα
και πάσχουν από αερικά. Και αυταίς ταις ημέ-ραις οι μύλοι πολλαίς φοραίς αλέθουν μονάχοι τους, χωρίς το μυλωνά.
Ένας
μυλωνάς από τη Δίβρη, Γιάνναρο τον έλεγαν, είχε το μύλο του κοντά 'ς το
Διαβολογέφυρο, προτού να φτειαστή, και πήγε μια φορά τα δωδεκαήμερα αποβραδιού
για ν' άλεση. Άφού έρρηξε τάλεσμά του,΄ς το μύλο, εσούβλισε ένα κομμάτι
χοιρινό κρέας που είχε μαζί του, και το γύριζε 'ς τη φωτιά να ψηθή. Έκεί να σου
και παρουσιάζεται ένας διάβολος σαν άνθρωπος, πού χε 'ς ένα ξύλο δεμένον ένα
μπάκακα, και μ' αυτό άλειφε το χοιρινό κρέας, κ' έλεγε πως ανακατώνει το παχύ με τάχαμνά για να φάνε μαζί. Ό
μυλωνάς εκατάλαβε πως αυτός ήταν ο διάβολος, ήρθε σε πολλαίς ομιλίαις μαζί του
και 'ς το ύστερα εγίνανε μπραζέρηδες' τον ερώτησε ο διάβολος πως τον λένε, και
είπε' “ Κάηκ' ατός μου”.
Άφού αλέστηκε το άλεσμα, έδωσε τη σούγλα 'ς το
διάβολο για να την γυρίζη. Και αυτός εφόρτωσε τάλεύρι, και έπειτα πήρε τη
σούγλα από τα χέρια του διαβόλου, για να ιδή τάχατες αν εψήθη το κρέας, και του
έδωσε μια δυνατή 'ς τα μάτια, και αμέσως καβάλλησε το ζώ του, χώθηκε ανάμεσα 'ς
τα δυό πλευρά, και δρόμο! Ο διάβολος έβαλε τοις φωναίς, έτρεξαν οι συντρόφοι
του και τον ρωτούσαν ποιός τον έκαψε. Και κείνος τους έλεγε “Κάηκ` άτός μου.-
Τότε καλά έπαθες!” του λέν, κ`έφυγαν και τον έβριζαν και τον μάλλωναν γιατί δεν
επρόσεχε. Με τα πολλά όμως, σαν είδαν την επιμονή του και τοις φωναίς του,
κατάλαβαν πως κάποιος άλλος τον έκαψε και βγήκαν γυρεύοντάς τον. Έφτασαν
τάλογο, είδαν τα δυό πλευρά και τον άνθρωπο που καθώς ήταν κουλουριασμένος
έμοιαζε για σακκί, και τον πήραν για το μισογόμι, και είπαν` “ Να το άλογο, έ
το ένα πλευρό, έ και το άλλο` να και το μισογόμι. Και αυτός ο κερατάς πίσω
έρχεται”. Έκαμαν έτσι πολλαίς φοραίς το δρόμο από τάλογο 'ς το μύλο κι' από το
μύλο 'ς τάλογο, όσο που λάλησαν τα κοκόρια κ' έφυγαν, χωρίς να τον ευρούν.
Πήρε θάρρος απ' αυτό του το κατόρθωμα ο μυλωνάς, και άλλη μιά φορά που
παρουσιάστη εμπρός του ο διάβολος, του έγραψε με το ζερβό του χέρι 'ς το
κούτελο ΄να σταυρό και έτσι τον εστερέωσε 'ς την ανθρωπινή μορφή. Τον
παρουσίασε 'ς τη γυναίκα του πως ήταν τάχατες δούλος, και τον διέταξε να κάνη
έργα που δεν μπόρειγε να τα κάνη άνθρωπος. Και τα έκανε. Έκανε εν' αυλάκι
ανάμεσα 'ς τα βράχια για να ποτίζουνται τα χωράφια, έφτειασε και το
διαβολογιόφυρο μαζί με άλλους διαβόλους. Άλλά κατά δυστυχία του μυλωνά, το
μεγάλλο Σαββάτο, η γυναίκα του αφού εσυγύρισε και τα εκαθάρισε ούλα καλά,
ηθέλησε να καθαρίση και το δούλο, και τον έλουσε, και έτσι εβγήκε ο σταυρός. Ο
διάβολος έτσι έγινε διάβολος σαν και πρώτα, έκλασε κ' είπε` όπου η πορδή μου,
εκεί και τα έργα του. Και αμέσως χάλασαν τα έργα του, χάλασε και ταυλάκι, και
μόνο πού και πού φαίνονται σημάδια άπ' αυτό 'ς τούς βράχους. Και μόνο το
διαβολογιόφυρο έμεινε ώς τα τώρα”.(2)
Θεογέφυρο Θύαμι.
Ήπειρος.
Το θαύμα αυτό της φύσης όμως, που σεβάστηκαν
χρόνος και ιστορία, κινδυνεύει με πλήρη
αφανισμό λόγω της αντιμετώπισής του από τους νεοέλληνες. Και τούτο γιατί εδώ
και κάποια χρόνια λειτουργεί μικρός υδροηλεκτρικός σταθμός στον παραπόταμο του
Ερύμανθου “Κλομποκή” (Διβριώτικο ποτάμι), για την κατασκευή του οποίου μέρος
του παραπόταμου μπαζώθηκε, δένδρα κόπηκαν χωρίς να αποκατασταθούν, δρόμοι
ανοίχθηκαν και το μνημείο της φύσης, το Διαβολογιόφυρο, έχει πληγεί βαρύτατα,
παρά την ύπαρξη για το παραπάνω έργο περιβαλλοντικών όρων που δεν τηρήθησαν.
1. Νικ. Γ. Πολίτης. 1914.
2. Νικ. Γ. Πολίτης. Καλαμάτα 03/03/1852-Αθήνα 12/01/1921: "Οι Παραδόσεις του Ελληνικού Λαού", τόμος Β', Αθήνα 1965, εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ 2015, σελ. 239-241.