Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2019

Το γεφύρι της "Κυράς" στον Λάδωνα

“ Αν δεν καρφώσει την Κυρά 
γεφύρι δεν στεριώνει.”
   Βρίσκεται μεταξύ Μυγδαλιάς (Γλανιτζά ή Σταυροκκλησιά μέχρι το 1928), Πουρναριάς (Ποδογορά μέχρι το 1927) και Μουριάς (Συριάμου μέχρι το 1927). Είναι πεντάτοξο. Τα δύο πρώτα τόξα χτίστηκαν επί Φραγκοκρατίας τον 13ο αιώνα. Επί Τουρκοκρατίας προστέθηκαν τα άλλα δύο τόξα και το 1908 χτίστηκε το πέμπτο τόξο από τον Λαγκαδινό Ανδρικόπουλο.
   Σύμφωνα με την παράδοση, χορηγός του γεφυριού ήταν κάποια “Κυρά” της Άκοβας (ή μονοβύζας γιατί λέγεται ότι ήταν μονόστηθη για να μπορεί να πολεμάει καλλίτερα), που ήταν δευτερότοκη κόρη του Γουλιέλμου Βιλεαρδουίνου, από την οποία πήρε και το όνομά του. Ερχόταν από το Βυζίκι και το νερό είχε παρασύρει τους ξύλινους κορμούς. Τότε έδωσε εντολή και με δικά της έξοδα χτίστηκε το πέτρινο γεφύρι. Αυτό σημαίνει ότι υπήρξε πριν ξύλινο γεφύρι. Κατά τον Πέτρο Σαραντάκη “όταν κάποτε διάβηκε καβάλα στο άλογό της ένα ξύλινο παλιογέφυρο, ντράπηκε η αρχόντισσα που στη βαρονία της ήταν τόσο φτωχό και επικίνδυνο το πέρασμα του Λάδωνα. Τότε έδωσε εντολή και χτίστηκαν τα δυο πρώτα τόξα του γεφυριού”. (1) Αλλά το θέμα είναι ότι  η βαρονία της Άκοβας είχε τρεις κυράδες: Μαργαρίτα, ανιψιά του Κουτιέ ντε – Ροζιέρ, Μαργαρίτα του Γουλιέλμου Βιλεαρδουίνου και Ισαβέλα, κόρη της Μαργαρίτας Βιλεαρδουίνου. Κατά το Κανδηλώρο, το πιθανότερο είναι, πως μια νεώτερη Γαλλίδα κυρά ανακατασκεύασε μια γκρεμισμένη γέφυρα στην ίδια θέση.(2)
   Κάποιες νεώτερες έρευνες αποδίδουν την ονομασία, είτε στο επώνυμο της θεάς Δήμητρας, Κύρα, που λατρευόταν στην περιοχή, είτε στο ίδιο με της θεάς όνομα και θυγατέρας του Αζάνα, είτε ακόμη σε αποίκους της πόλης Καίρε της κάτω Ιταλίας.
Όταν "καταλαγιάζουν" τα νερά, φαίνεται το γεφύρι. (Φώτο από το διαδίκτυο)
   Έχει άριστη τοιχοποιία και χτίστηκε για να συνδέει το βόρειο τμήμα του τότε Φράγκικου τιμαρίου της Κερπινής – Γορτυνίας , που αντιστοιχούσε στη Στρέζοβα (Δάφνη Καλαβρύτων) και το οποίο ανήκε στη Βαρονία της Άκοβας, με το νότιο τμήμα του τιμαρίου προς τη μεριά της Κερπινής, τη Μυγδαλιά (Γλανιτσιά) και την Πουρναριά (Ποδογορά). Μάλιστα αναφέρεται ότι παραχωρείται το μισό τμήμα της Στρέζοβας στην κυρά – Μαργαρίτα του Πασσαβά (την δευτερότοκη κόρη του Βιλεαρδουίνου.)(3)
   Διάφοροι θρύλοι και παραδόσεις ακολουθούν την κατασκευή και τη λειτουργία του.
   Ο Νικόλαος Πολίτης αναφέρει ότι “η ίδια η Μονοβύζα έφτειασε και της Κυράς το γιοφύρι 'ς το 'Ρουφιά, παρακάτου από το κάστρο της Γλανιτσάς, κοντά 'ς τη Στρέζοβα”.(4) Και πιο κάτω λέει “τα κακά ποτάμια εγκρεμίζανε τα γιοφύρια. Ένα από δαύτα τα ποτάμια ήτανε και της Τσυράς το ποτάμι, όπου ποτές δεν εστέριωνε γιοφύρι. Αλλά η Τσυρά, που φαίνεται να ήταν Τούρκα, εφοβέριζε τους μαστόρους, και αυτοί επιάσανε και καρφώσανε έναν αράπη και μια γυναίκα. Και από τότενες και στερνά εστέριωσε το γιοφύρι. Κι' ότενες κατεβάζει το ποτάμι κ' έχει φουρτούνα τη νύχτα, ο αράπης κ' η γυναίκα σκούζανε' “βάστα, γυναίκα!”, “βάστα και συ, αράπη!”, που πάει να ειπή εστοιχειώσανε. Το γιοφύρι ως τα σήμερα λέγεται της Τσυράς το γιοφύρι”.(5)
   Παράδοση της Γλανιτσιάς , θυμίζει το γεφύρι της Άρτας, αφού παρουσιάζει κ' ένα πουλάκι να λέει:
                         “ Αν δεν καρφώσει την Κυρά
                           γεφύρι δεν στεριώνει.” (5α)
Μεγάλος ήταν και ο ρόλος που έπαιξε το γεφύρι, λόγω της στρατηγικής του θέσης, κατά την επανάσταση του ΄21 αλλά και αργότερα.
   Ο Κανέλλος Δεληγιάννης, λέει ότι μετά την ήττα το 1825 των Ελλήνων στα Τρίκορφα , ο στρατός του Ιμπραήμ  “...δύο ώρας λοιπόν προτού εξημερώσει ανεχώρησαν και τα δύο αυτά σώματα από τα Μαγούλιανα και ο μεν Ιμπραήμ πασάς με τον Μπακήν έφθασαν εις τα Λαγκάδια προ της ανατολής του ηλίου...ο δε Σαμής  με τον άλλον ήμισυ στρατόν έφθασε την αυτήν στιγμήν εις της Κυράς το γεφύρι...”(6). Από εδώ ο Κολοκοτρώνης έστελνε γράμματα γράφοντας  ως τόπο αποστολής “από της Κυράς το γεφύριν”.
   Ο Δημήτρης Δεληγιάννης στις 11 Μαΐου ενημερώνει τον γενικό αρχηγό Θ. Κολοκοτρώνη “...ότι οι εχθροί έως πέντε χιλιάδες το Σάββατον (8 Μαίου) εκατέβηκαν εις της Κυράς το Γεφύριν και την Κυριακήν έγιναν δύο κολώνες, η μια επέρασεν εις Πέρα Μεριά και η άλλη στα Λαγκάδια και το κατέστρεψαν αυτό το μέρος...”
   Ο Φωτάκος (Χρυσανθακόπουλος Φώτιος, αυτός ο σπουδαίος απομνημονευτής του αγώνα από τα Μαγούλιανα της Αρκαδίας) μας λέει  ότι κατά τον καιρό που ο Ιμπραήμ είχε αποβιβαστεί και πολεμούσε στην Πελοπόννησο “ κατατρεγμένοι Κορίνθιοι και Καλαβρυτινοί υπό το Ανδρέα Λόντο και τους αδελφούς Νοταρά φεύγοντας επέρασαν της Κυράς το γεφύρι κατά την Ποδογοράν και Στρέζοβαν και ανέβηκαν εις το Σοπωτόν” και επιπλέον “ο Ιμπραήμ με τρομερόν απόσπασμα διελθών τον Ιούνιον του 1827 δια της γέφυρας της Κυράς έκαυσε τα Λαγκάδια”(7).
   Σε έγγραφο του Κων. Παπαζαφειρόπουλου από τη Λάστα, που συντάχθηκε στα Μαγούλιανα τον Ιούνιο του 1833, γνωρίζουμε πως “ δόθηκαν στον Καπετάν – Χρήστο Παναγούλια Βαλτεσινιώτη 1200 γρόσια και εφοδίασε τεσσαράκοντα δύο στρατιώτας από φουσέκια, τσαρούχια και λοιπά όσα δηλαδή εχρειάστηκε για τρεις μήνες όπου εστάθηκαν εις το της Κυράς το γεφύρι έως την πτώση του Λάλα” (8). 
Εβδομήντα χρόνια αργότερα ο πεζοπόρος Κορύλλος θα συναντήσει “την επί του Λάδωνος λίθινη γέφυρα, της Κυράς λεγόμενης και υπό τεσσάρων τόξων αποτελούμενης”(9).
  Όπως αναφέρει ο Πέτρος Σαραντάκης, “παλιότερα στις άκρες του γεφυριού λειτούργησαν τα χάνια του Παπαντώνη, του Φουρνόδαυλου και του Ροζή, που αποτελούσαν σταθμούς ανάπαυλας και ύπνου. Σ' αυτά έφτανε το Φθινόπωρο ο σιδεράς και έφτιαχνε τα γεωργικά εργαλεία των ξωμάχων της περιοχής, ενώ την Άνοιξη κατέφθαναν οι τυροκόμοι που μάζευαν το γάλα από τους τσοπάνηδες. Για τη στρατηγική θέση του γεφυριού σ' αυτό το σημείο του ποταμού, μιλούν τα  πνιγμένα στη βλάστηση  χαλάσματα του Παλιόπυργου που υψώνεται προς τη μεριά της Μυγδαλιάς, αλλά και το καστράκι πάνω στους λόφους που υψώνονται στις όχθες του Λάδωνα”.(10).
   Το γεφύρι απ' ότι φαίνεται ήταν στρατηγική θέση για τις μετακινήσεις στρατευμάτων και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή των ντόπιων. Αυτό μαρτυράει και η ύπαρξη ενός μύλου, τριών χανιών και ενός ξωκλησιού κοντά στο γεφύρι. 
Σκεπασμένο από τα νερά. (Φώτο: ΑΓΠ)
   Όπως γράφει ο Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος “...ακολουθώντας τη δυτική πλευρά του ρέματος του ποταμού συναντάμε το κεφαλόβρυσο Κουρπό. Η πηγή του, λένε, ήταν στην Αγία Παρασκευή πιο πάνω από το χωριό. Το νερό το καταράστηκε μια Τούρκισσα και βγήκε χαμηλά στον Κουρπό. Ακολούθως συναντάμε το Νησί κάτω απ' τον Παλαιόπυργο. Από το ύψος του νησιού  ξεκινούσε το μυλαύλακο του μύλου του Συμεού, κοντά στης Κυράς το γεφύρι,που το αγόρασε ο συμπατριώτης μας Κατσιόγιαννης. Στο μύλο αυτό εργάστηκε ως μυλωνάς ο πρόσφυγας Βυζιώτης Θυμιάκης, ψηλός και εργατικός άντρας, παππούς του μακαρίτη Γιώργη Τέλη Βυζιώτη. Σήμερα στέκεται ακόμα όρθιος, άψυχο κουφάρι, χάλασμα πια ο μύλος και όλη η γύρω περιοχή λέγεται Γκουφάλα. Συνεχίζοντας το δυτικό ρεύμα του ποταμού συναντάμε στο ύψος του γεφυριού της κυράς τα δύο ονομαστά χάνια, σήμερα ανύπαρκτα  ούτε τα ίχνη τους. Το Κατσιαλεπέϊκο χάνι και του Ματαρατσά, που ήσαν μπακάλικα και μαγαζιά. Στα πόδια του γεφυριού υπήρχε κεφαλόβρυσο με νόστιμο και δροσερό νερό, απ' το οποίο έπινε άφθονο ένας θεόρατος και βαθύσκιωτος πλάτανος. Εδώ ξεδιψούσε κάθε καταλαχάρης και περαστικός από το γεφύρι. Εδώ έπλεναν τα ρούχα και τα κλινοσκεπάσματά τους οι αγρότες του συνοικισμού του γεφυριού. Εδώ μάθαιναν τα νέα, τοπικά, κρατικά και παγκόσμια απ' τους περαστικούς του γεφυριού. Το γεφύρι δεν ήταν μόνο πέρασμα ανθρώπων και ζώων, αλλά και ιδεών, ειδήσεων, προτάσεων και σχολίων. Αν το ίδιο είχε φωνή, πόσα θα είχε να μας διηγηθεί ευχάριστα και δυσάρεστα;...Παίρνοντας τώρα το ανατολικό ρεύμα του ποταμού, μετά το κομμένο γεφύρι, συναντούσες το μύλο του Σφυρή, μυλωνά από το Βαλτεσινίκο. Ολόκληρη η περιοχή από του Σφυρή το μύλο μέχρι της κυράς το γεφύρι ονομαζόταν Ρουπακίνα και ποτιζόταν όλος ο κάμπος αυτός, περίπου 200 στρέμματα με μυλαύλακο που ξεκινούσε από του Σφυρή το μύλο και χυνόταν πάλι στης Κυράς το γεφύρι. Η περιοχή του κάμπου αυτού κοντά στο γεφύρι ονομαζόταν Μπίνιαρης. Από το γεφύρι της κυράς, και κάτω ο κάμπος, όπως προαναφέραμε, στένευε σχηματίζοντας μικρά Τέμπη...Πιο κάτω συναντούσες τον κάμπο που λεγόταν Μπαρμπέρης. Εδώ υπάρχει μια σπηλιά και ήτανε Μαρουδαίϊκη...Η Μαρουδαίϊκη σπηλιά χρησίμευε για κατοικία ζώων και ανθρώπων την εποχή εκείνη. Όταν φούσκωνε ο Λάδωνας, κι αυτό γινόταν συχνά, οι Μαρουδαίοι κινδύνευαν να πνιγούν. Η σπηλιά ήταν βέβαια ευρύχωρη, αλλά σα φούσκωνε το ποτάμι, πλημμύριζε η σπηλιά και τότε λέγανε: Πάει πνίγηκαν οι Μαρουδαίοι!!! (Μαρουδαίοι ήσαν: ο Μαρινάκης, πατέρας του Ζιωγούλα, ο Γιώργης Μαρουδής ο πατέρας του Απίκραντου κι ο Πάνος ο Μαρουδής ο πατέρας του Ζούλα...)  Σήμερα η τεχνητή λίμνη υπάρχει, το γεφύρι της Κυράς, ένα βυζαντινό μνημείο ανυπέρβλητης αρχιτεκτονικής αξίας, στενάζει από τον θανάσιμο εναγκαλισμό της και αναμένει τη φροντίδα της πολιτείας για τη σωτηρία του. Το βλέπουμε και το θαυμάζουμε, μόνο για τρεις μήνες περίπου, όταν τα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης υποχωρούν. Η διάβρωσή του όμως προχωράει με γρήγορο ρυθμό. Αν  θέλουμε να το θαυμάζουμε και να το χαιρόμαστε για πάντα θα πρέπει και να το συντηρούμε τακτικά”.(11) Προφητικά λόγια.
    Ο Πέτρος Σαραντάκης, επιπλέον, λέει(12) “σαν υλικά οικοδόμησής του, σύμφωνα με τον Αποστόλη Μπαριάμη που δούλεψε σαν μαστορόπουλο το 1908 όταν ο λαγκαδινός πρωτομάστορας Ανδρικόπουλος έχτισε το πέμπτο τόξο, ήταν ο ασβέστης, το τριμμένο κεραμίδι, η άμμος και πολλά αυγά”. Και ακόμη, πως τα θεμέλιά του είναι χτισμένα με πέτρα “κορί” για να υπάρχει αέρας ανάμεσα στις τρύπες, στο κορί και να αντέχει στους σεισμούς. Η ντόπια παράδοση θα διασώσει και τους μάστορες που έχτισαν τα δύο πρώτα τόξα, “τόχτισαν Τσακώνοι” μαρτυράει. Μαστόροι δηλαδή από την ορεινή Κυνουρία, την Τσακωνιά”.(13)
   Σ' έναν άλλο μύθο για το στέριωμα του γεφυριού του Λάδωνα “η ανθρωποθυσία ήταν διπλή, δεν περιορίζεται δηλαδή σε ένα πρόσωπο όπως σε πολλά γεφύρια της Ελλάδας. Εντοιχίστηκε εδώ και μια γυναίκα και κάποιος που έχει τη μορφή του απειλητικού και φοβερού Αράπη των χρόνων της σκλαβιάς. Ένας σε κάθε όχθη, όπου ακούμπησαν οι άκρες του γεφυριού, να το κρατούν στις κατεβασιές του χειμώνα σαν δύο Άτλαντες και να δίνουν κουράγιο ο ένας στον άλλο για να μένει ορθό στα απειλητικά νερά του Λάδωνα”.(14).
   Χτίστηκε δηλαδή σε τέσσερις φάσεις. Ξεκίνησαν οι Τσάκωνες μαστόροι (η παράδοση λέει με εντολή της Κυράς της Άκοβας), συνεχίστηκε στη Φραγκοκρατία και την Τουρκοκρατία και ολοκληρώθηκε από τους λαγκαδινούς.
  Ο δρόμος που εξυπηρετούσε ήταν ζωτικής σημασίας και το χτίσιμό του ήταν επίπονο και χρειάστηκαν πολύς καιρός και πολλά χρήματα για να αποπερατωθεί.
   Υπάρχει και η σχετική παραλλαγή του γεφυριού της Άρτας, που διέσωσε ο λαός της Γορτυνίας για το γεφύρι της “Κυράς” ή του Λάδωνα που απαιτεί θυσία ανθρώπου για να στεριώσει:
Τριακόσιοι πέντε μάστοροι και χίλια μαστορόπλα
Αχ κυρούλα μ' αχ!
γεφύρι ν' εθεμέλιωναν, το Λάδωνα να ζέψουν.
Και η κυρά που το 'κτισε, ζύγισε το αλάτι
να ξέρει ο κόσμος κι ο ντουνιάς το τι θα της στοιχίσει.
Πενήντα τόνους χάλασε κι ακόμα να στεριώσει.
Πουλάκι πήγε κι έκατσε μεσ' τη δεξιά την όχθη.
Δεν κελαηδούσε σαν πουλί, ούτε σαν χελιδόνι
μον' κελαηδούσε κι έλεγε  ανθρώπινη φωνίτσα.
Αν δε στεριώστε άνθρωπο, γεφύρι δε στεριώνει.
Και η κυρά σαν τ' άκουσε έπιασε το κεφάλι.
Συλλογισμένη κάθεται, ποιόν ε να θεμελιώσει.
   Υπάρχει μια ακόμη πιο μακροσκελή παραλλαγή του γεφυριού της Άρτας αναφερόμενη στο γεφύρι της Κυράς  από τη λαϊκή μούσα και διασώθηκε και δημοσιεύθηκε από τον φιλόλογο και ιστορικό Μαρίνη Πολυχρονόπουλο και λέει:
         “ Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαστορόπλα
          γεφύρι θεμελιώνανε στης Γλανιτσιάς τον κάμπο.
          Ολημερίς το χτένανε, τη νύχτα γκρεμιζόταν.
                    Πουλάκι πήγε κι έκατσε στου γιοφυριού το πόδι.
Δε λάλαγε σαν το πουλί, ούτε σαν χελιδόνι
παρά μιλούσε κι έλεγε ανθρώπινη κουβέντα.
Μάστοροι μη παλεύτε και μην αγωνιάστε.
Αν δεν κρεμάστε άνθρωπο, γεφύρι δε στεριώνει.
Ούτε Ρωμιό, ούτε Τουρκιό, ούτε απ' τους μαστόρους
μόνο του πρωτομάστορα του Γιώργη τη γυναίκα.
Ο μάστορας σαν τ΄άκουσε , πολύ του βαρυφάνει
και το σφυρί του πέταξε και πάει να τη φέρει.
Σήκω Λενιώ κι άλλαξε, και βάλε τα καλά σου,
στον Λάδωνα, που έχτιζα, μούπεσε ο σταυρός μου.
Άλλαξε και στολίστηκε και μάγεψε ο τόπος
κι αυτός ο πρωτομάστορας έχασε τη λαλιά του.
Με το σχοινί κατέβηκε και μπήκε στο ποτάμι
και το βυθό τον γύρισε, μα τίποτα δε βρήκε.
Ψιλή φωνίτσα έσυρε πάνω να την τραβήξουν.
Απολογιά δεν δίνανε κι αρχίζαν να τη χτίζουν.
Κι η Λενιώ με παράπονο κλαίει το ριζικό της:
Τρείς αδερφούλες ήμαστε, κι οι τρεις θα κρεμαστούμε
η μια στεριώνει εκκλησιά κι η άλλη μοναστήρι
κι εγώ η Ελένη η όμορφη, της Κυράς το γεφύρι!!!”
   Το γεφύρι για τουλάχιστον 8 με 9 μήνες, ίσως και για όλο το χρόνο, χάνεται από την επέμβαση της φύσης, έχοντας βάλλει και ο άνθρωπος το χέρι του με τη δημιουργία της τεχνητής λίμνης. Σκεπάζεται από τα νερά του ποταμού Λάδωνα και εξαφανίζεται. Έτσι κανένας δεν διακρίνει την ύπαρξή του. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η παύση της επικοινωνίας των κατοίκων των απέναντι χωριών μέχρι που λύθηκε το θέμα με τη λειτουργία ενός φέρι - μπόουτ το 1955. Το 1996 – 97 χτίστηκε η καινούργια τσιμεντένια γέφυρα και έτσι το πρόβλημα λύθηκε ολοκληρωτικά.
   Πριν κατασκευασθεί η καινούργια γέφυρα τ' αυτοκίνητα περνούσαν απέναντι με ένα “βαρκάκι”, που μετακινούνταν από τη μια μεριά στην άλλη με τη βοήθεια συρματόσχοινου και τροχαλίας, ίχνη των οποίων υπάρχουν καθαρά και φαίνονται όταν πέφτει η στάθμη της λίμνης.
Βυθισμένο στη λίμνη. (Φώτο: ΑΓΠ)
   Ο περιηγητής Παυσανίας τόσο εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά του φυσικού τοπίου του Λάδωνα και από τις διασωζόμενες παραδόσεις και μύθους τη εποχής του και λέει: “Ο Λάδων έχει το ωραιότερο νερό από όλους τους ποταμούς της Ελλάδας. Φημίζεται άλλωστε μεταξύ των ανθρώπων, λόγω της Δάφνης και των σχετιζομένων με αυτήν παραδόσεων. Κατά την ομορφιά βεβαίως δεν είναι δεύτερος από κανέναν άλλο ποταμό βαρβαρικό ή Ελληνικό”.(15)
  Το γεφύρι της Κυράς είναι κλασσική περίπτωση χορηγίας κατασκευής γεφυριού. “ Όνομαστό μεταξύ των γεφυριών του Λάδωνα (κοινώς Ρουφιάς) ποταμού στη Γορτυνία κάτω από το χωριό Μυγδαλιά (τ. Γλανιτσιά), μεταξύ Συριάμου (σήμερα Μουριάς) και Ποδογοράς (σήμ. Πουρναριάς). Μόνο υποθέσεις υπάρχουν για το πρόσωπο της χορηγού. Ο λαός της περιοχής την ταυτίζει με τη Μονοβύζα της Άκοβας, (πράγμα αμφίβολο, αν θα μπορούσε να ήταν μια από τις τρεις αρχόντισσες κυράδες) της ομώνυμης βαρονίας στη Φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησο. Ίσως μια άλλη, μεταγενέστερη, Γαλλίδα ηγεμονίδα κατασκεύασε ή μάλλον ανακατασκεύασε γέφυρα στο ίδιο μέρος. Αυτό το γεγονός ίσως απηχεί και η σχετική παράδοση”. (16)
   Ο γυμνασιάρχης Γεώργιος Παπανδρέου μας λέει ότι "...πάνω από την ονομαζόμενη σήμερα γέφυρα της Κυράς εκτείνεται η πεδιάδα της Στρέζοβας και Ποδογοράς, ενώ λίγο πάρα πάνω απλώνεται η επιμήκης αλλά στενή πεδιάδα του Φίλια". (17) 
   Επί πλέον ο ίδιος στο ίδιο σύγγραμμά του αναφέριε ότι "Μετά την επιστροφή όμως του προδότη (=Νενέκου) στην Πάτρα και τη θανάτωσή του, που έγινε με συνέργεια του Κολοκοτρώνη, ο Ιμπραήμ από την Πάτρα έφτασε στα Καλάβρυτα. Από εκεί πήγε στην Κατζάνα και χώρισε το στράτευμά του σε δύο τμήματα. Το ένα το έστειλε στα Λαγκάδια από τη γέφυρα της Κυράς, για να εξαφανίσει κι εκείνα και τ' άλλα χωριά της επαρχίας...". (18)
Παλιά φωτογραφία του γεφυριού. (19)

   Η Πουρναριά (Ποδογορά), υψόμετρο 530 μέτρα, είναι χτισμένη στους πρόποδες του Αφροδίσιου όρους και η ύπαρξή της χάνεται στα βάθη της ιστορίας. Σύμφωνα με το Γάλλο ιστορικό  Leake και τους Έλληνες Τάκη Κανδηλώρο  και Π. Παπακυριακόπουλο, ο πρώτος συνοικισμός  ονομαζόταν Όρυγα και βρισκόταν στα όρια της Παλιοποδογοράς. 
 
Γεφύρι στη θέση ¨Πήδημα¨  (20)

   Η Ποδογορά κατοικήθηκε από τους Σλάβους περί το 840 μ.χ. και θεωρείται ότι είναι σύνθετη λέξη από το ποτδ+Γκόρια (ρίζα βουνού), που στην Ελληνική έγινε Ποδογορά. Το 1204 ήταν ιπποτικό φέουδο της βαρονίας της Άκοβας. Γύρω στα 1450 έγινε η μεταφορά του χωριού στη σημερινή του θέση. Πέντε φορές λεηλατήθηκε και τρεις φορές κάηκε κατά την Τουρκοκρατία. Μέχρι το 1912 ανήκε στο δήμο Ελευσίνος με πρωτεύουσα την Κοντοβάζαινα και μετά στην κοινότητα Ξηροκαρύταινας. Το 1919 λειτούργησε αυτόνομα ως κοινότητα Ποδογοράς και το 1928 μετονομάστηκε σε Πουρναριά, λόγω του μεγάλου αριθμού πουρναριών που ευδοκιμούν και κυριαρχούν στο τοπίο.
   Αντίστοιχα η Μουριά (Συριάμου), είναι χτισμένη σε υψόμετρο 460 μέτρων. Η Πελοπόννησος παλιά ονομαζόταν Μοριάς και η Αρκαδία Μεσαρία, λόγω των πολλών μουριών που ευδοκιμούσαν εκεί. Προφανώς το χωριό ονομάστηκε για το λόγο αυτό έτσι. Είναι παραλίμνιο χωριό της τεχνητής λίμνης του Λάδωνα.  

 

Το γεφύρι της Κυράς. (21)



 Επιπλέον, μία ακόμη αναφορά για το γεφύρι της Κυράς γίνεται και κατά την καταστροφική για τους επαναστατημένους Έλληνες μάχης στα Τρίκορφα της Αρκαδίας, μεταξύ των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ και των Ελλήνων υπό των Κολοκοτρώνη το 1825. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι:  "...καθώς μια μεγάλη ομάδα αμάχων ήταν κρυμμένη στην τοποθεσία  ¨της Κυράς το γιοφύρι¨, ο Δημήτριος Ξυνογάλης από τη Βυτίνα, αναγκάστηκε να σφάξει το ίδιο του το παιδί, επειδή δεν σταματούσε να κλαίει, ενώ οι Τούρκοι ήταν κοντά και κινδύνευαν έτσι να φανερωθούν". Και προσθέτει ο αυτόπτης μάρτυρας Φωτάκος: "...τίποτα άλλο δεν ηκούετο παρά φωναί ανθρώπων, χλιμιντρίσματα αλόγων, τουφεκίσματα αδιάκοπα, γογγυσμοί ενωμένοι με τους κρότους των τυμπάνων του τακτικού αιγυπτιακού στρατού. Από τον φόβον, μας εφαίνετο ότι ο τόπος όλος εσείετο και επήγαινε να γκρεμισθή εις το βάραθρον". (22)


Βιβλιογραφία-σημειώσεις. 
    
1. Πέτρος Σαραντάκης. Β' Επιστημονική Συνάντηση ΚΕ.ΜΕ.ΠΕ.Γ “Περί    ΠετρογέφυρωνΓεφυριώνΙστορίες”.Αθήνα2004σελ.62.                                                                                             2.  Κανδηλώρος. Γορτυνία Α' ιστορία 1859, σελ. 95
3.  Γαλλικό χρονικό του Μορέως, 1256 μχ
4 . Νικόλαος Πολίτης. “Παραδόσεις”. Τόμος Α', Αθήνα 1965
5.  Ομοίως
5α.Περίπου 41παραλλαγές για τη θεμελίωση ανθρώπων στα βάθρα γεφυριών υπάρχουν στην Πελοπόννησο, από το σύνολο 370 περίπου στην Ελλάδα.
6.  Κανέλλος Δεληγιάννης “Απομνημονεύματα”.
7. Φωτάκος. “Απομνημονεύματα”.
8.  Ν.Λάσκαρη. “Η Λάστα και τα μνημεία της”. Πύργος 1924
9.  Χρ. Κορύλλος. “Πεζοπορία από Πατρών εις Σπάρτην”. Πάτρα 1891.
10.  Πέτρος Σαραντάκης. Β' Επιστημονική Συνάντηση ΚΕ.ΜΕ.ΠΕ.Γ “ Περί Πετρογέφυρων – Γεφυριών Ιστορίες” σελ.63. Αθήνα 10/11/2004
11.  Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος. “Το χωριό μου Γλανιτσιά – Μυγδαλιά (Αρκαδίας). Αθήνα 1965.
12.  Πέτρος Σαραντάκης. Β' Επιστημονική Συνάντηση ΚΕ.ΜΕ.ΠΕ.Γ “Περί Πετρογέφυρων – Γεφυριών Ιστορίες” σελ. 61. Αθήνα 10/11/2004
13.  Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος. “Το χωριό μου Γλανιτσιά – Μυγδαλιά (Αρκαδίας) Αθήνα 1965, σελ. 79
14.  Πέτρος Σαραντάκης. Β' Επιστημονική Συνάντηση ΚΕ.ΜΕ.ΠΕ.Γ “Περί Πετρογέφυρων-Γεφυριών Ιστορίες” σελ. 62. Αθήνα 10/11/2004
15.  Παυσανίας. “Αρκαδικά – Αχαϊκά”
16.  Παν. Ιωαν. Καμηλάκης. “Οι χορηγοί κατασκευής των πέτρινων γεφυριών στη μεταβυζαντινή και Νεοελληνική περίοδο”.  ΚΕΜΕΠΕΓ. Α' Επιστημονική Συνάντηση. “Περί Πετρογέφυρων – 10 εισηγήσεις και 1 Μουσική αφήγηση” Αθήνα 2003 σελ. 50 και 66.
17.  Γ. Παπανδρέου Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. "Αζανιάς". Εν Πύργω εκ του τυπογραφείου της εφημ. Ηλείας. Σελ. 63. 1986
18. Ομοίως, σελ. 17.
19. Αργύρης Πετρονώτης, Αρχιτέκτων-Μηχανικός ΕΜΠ. Πτυχ. Φιλοσοφικής Αθηνών. "Οικισμοί και Αρχιτεκτονικά Μνημεία Στην Ορεινή Γορτυνία (Αρκαδία)". Σύνοψη ιστορική και προτάσεις προστασίας αυτών και της περιοχής. Αθήνα, έκδοση Τ.Ε.Ε. 1975.
20. Η γέφυρα στη θέση "Πήδημα" του Λάδωνα, που κατασκευάζεται το φράγμα με τα υδροηλεκτρικά έργα. Στο κέντρο η πέτρινη γέφυρα, αριστερά ο δρόμος που οδηγεί στα Τρόπαια και δεξιά ο δρόμος για Βάχλια. Γορτυνιακόν Ημερολόγιον, Τεύχος Ζ' - Αθήνα 1952.
21. Φώτο: Στάθης  Κοκκαλιάρης.
22. Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 286, Ιούνιος 2021.
                      


  
                      Βιβλιογραφία: