Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Καλωσόρισμα ΑΓΠ



....της Πέτρας και του Νερού

Πέτρα και νερό!
Δύο υλικά, που συναντά κανείς σε αφθονία στην Ελληνική γη.
Πέτρα και νερό!
Δύο στοιχεία, που καθημερινά συναντάμε στη ζωή μας.
Πέτρα και νερό!
Με τη δική του μεταφορική σημασία το καθένα.
Πέτρα και νερό!
Σταυραδέρφια της Μάνας φύσης.

διαδρομές.... 
Η  πέτρα που φανερώνει τις δυσκολίες που περνάμε, μαρτυρά το χρόνο και τις αναμνήσεις, την ανάγκη, την ιστορία.
Το νερό που οδηγεί στη λύτρωση, που δείχνει δρόμους και χαράζει πορεία.
Το ένα συμπληρώνει το άλλο.
Το ένα αποζητά τη βοήθεια του άλλου.
Το ένα σφιχταγκαλιάζει το άλλο.

της φύσης τα καμώματα....
Πολλές φορές "κονταροχτυπιούνται" μεταξύ τους. Μα πάντα νικητής βγαίνει το νερό!
Έτσι, το νερό τρέχει και σμιλεύει την πέτρα φτιάχνοντας κάποτε-κάποτε απαράμιλλα έργα τέχνης.
Στο πέρασμά του από την πέτρα, "γεννά" σπήλαια, φαράγγια, καταβόθρες, βάραθρα, γεφύρια, περίτεχνα σχέδια.

δημιουργήματα....
Κάποιες φορές, είναι ο άνθρωπος, που χρησιμοποίησε την πέτρα για να δαμάσει το νερό.
Και το κατόρθωσε.
Έστησε πέτρινα γεφύρια, ακονίζοντας με τη σειρά του την πέτρα, για να διαβεί το ορμητικό ρέμα.
Γεφύρια, που ακουμπάνε πάνω σε πολλά πόδια.
Δύο, τρία, τέσσερα ή και περισσότερα, για να δρασκελίσει το νερό ενώνοντας τους τόπους.
Και τους ανθρώπους. Και τον κόσμο.
Έτσι, ο άνθρωπος εκμεταλλεύτηκε όλες τις δυνατότητες, που η φύση παρέχει απλόχερα.
Απλόχερα και εμείς εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας σ' αυτούς τους δουλευτάδες, που φτιάξανε γεφύρια με αντοχή και ομορφιά. Σμίξανε χωριά και τάφεραν σε επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.

μνήμες....αναφορές....βιώματα.... 
 Στη διαδρομή του χρόνου, μέσα από απάνθρωπες και βέβηλες συμπεριφορές αλλά και φυσικές καταστροφές, έφτασαν στις μέρες μας όπως έφτασαν!
 Τα θαυμαστά αυτά έργα της λαϊκής μας γεφυροποιίας πρέπει να παραδοθούν αλώβητα και με σεβασμό, στη μνήμη και τον θαυμασμό των επόμενων γενιών.

Καλώς ήλθατε στους δρόμους του νερού και της πέτρας
Καλώς ήλθατε στον θαυμαστό κόσμο των πετρογέφυρων
Καλώς ήλθατε στο Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

Θοδωρής Χαμάκος / Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου (Α.Γ.Π.)
Αγίου Δημητρίου 29
18547 Νέο Φάληρο                                         
Πειραιάς
Τηλ.        210 4829520                                    
Κιν.        693 7433866                                      
Email: thodorischamakos@gmail.com
            hamakos@united-world-wrestling.org
Youtube: www.youtube.com/agpelop       
Blog:  www.agpelop.blogspot.gr                                   
Facebook: www.facebook.com/thodorischamakos                                  


Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Περαταριά στον Αλφειό.

   Λειτουργούσε στις εκβολές του Αλφειού, στο ύψος του σημερινού Επιταλίου (Αγουλινίτσα), που το αναφέρει ο Πουκεβίλ ως εξής: “...όταν επέστρεψα από την περιήγησή μου στον Αλφειό, επιβιβάστηκα στο πορθμείο που οι ιεράρχες του πύργου εκμισθώνουν σήμερα αντί οχτακοσίων πιάστρων, χρησιμοποιώντας τα έσοδα για το φωτισμό των εκκλησιών της πόλης τους”. (1)
   Επίσης ο Πουκεβίλ αναφέρει ότι “...στο στόμιο του Αλφειού...ο αμμόλοφος πάνω στον οποίο στέκονται κι ασκούσαν την τέχνη τους είχε διαμορφωθεί πολύ πρόσφατα. Πρόσθεσαν μάλιστα, ότι πριν απ' αυτή την επιχωμάτωση, μπορούσαν κι έπλεαν στο ποτάμι πλοία πενήντα ως ογδόντα τόνων, ενώ τώρα διέρχονται με δυσκολία σκάφη των δεκαπέντε και των είκοσι τόνων. Το ίδιο μου είχαν πει και στον Πύργο.” (2)
   Ο Πλίνιος θεωρούσε τον Αλφειό πλωτό σε βάθος 6 μιλίων και έτσι σχεδίες έφταναν μέχρι το χώρο της Ολυμπίας.
   Όπως γίνεται αντιληπτό ο Αλφειός παλαιότερα ήταν πλωτός μέχρι ενός σημείου, διευκολύνοντας έτσι την πρόσβαση μικρών σκαφών και την λειτουργία πορθμείων μέχρι και το 1890, όπου κατασκευάστηκε η νέα γέφυρα λόγω της σιδηροδρομικής γραμμής.
  Υπάρχει και σχετική φωτογραφία του Φρεντ Μπουασονά (Frend Boissonnas 1858–1946, Γαλλοελβετός φωτογράφος) με τον τίτλο Ολυμπία – Αλφειός 1903.
 
Ολυμπία-Αλφειός 1903. Fred. Boissonnas.

  Μια μαρτυρία του Βασ. Σιακωτού, στη θαυμάσια δουλειά του που αναφέρεται στην Ενετοκρατία στην Πελοπόννησο (1687-1715), λέει πως
ο Έκτακτος Προνοητής του Μοριά Tadio Gradenigo παρατηρεί την πλευσιμότητα για 6 μίλια του Αλφειού με μεγάλα πλοία και με βάρκες στην υπόλοιπη διαδρομή και επισημαίνει την ανυπαρξία περάσματος επί του Αλφειού. Το μόνο πλωτό μέσο διέλευσης που υπήρχε ήταν ένα είδος μονόξυλου (που θυμίζει τις ινδιάνικες πιρόγες). Προτείνει την κατασκευή πορθμείου στον Αλφειό (passo), κατά το αντίστοιχο παράδειγμα της Ιταλίας αλλά και στον Πηνειό, και, σημειώνει ότι στο Μοριά συνήθως απαντώνται πετρογέφυρα, που πολλά απ' αυτά χρήζουν επισκευής.” (3)
  Και παρακάτω Έτσι, στις 20 Απριλίου 1693 (ν. ημ.) οι Ζακυνθινοί Γιάννης Προκόπης και Γιάννης Χαϊνιάτης συνάπτουν συμφωνία με το Βενετό υποδιοικητή της Πελοποννήσου Marin Michiel να κατασκευάσουν δύο βάρκες μήκους 8,5 m περίπου την κάθε μία (5 passi) για την διέλευση του Αλφειού με συνολικό τίμημα κατασκευής 55 ρεάλια. Την άλλη χρονιά (20 Μαΐου 1694 ν. ημ.), ο ίδιος Βενετός αξιωματούχος καθόρισε το αντίτιμο των ναύλων για τη διέλευση του Αλφειού με το πορθμείο. Οι πεζοί όφειλαν να πληρώνουν 6 σολδία (1 σολδίο=1/10 του ρεαλιού), οι έφιπποι 12 σολδία, για κάθε χοντρό ζώο 4 σολδία, για τα 10 αιγοπρόβατα 6 σολδία, για κάθε χοιρινό 1 σολδίο, για κάθε βουβάλι 6 σολδία και κάθε έφιππος κυνηγός 16 σολδία.” (4)
  Το έργο της περαταριάς είχε αναλάβει ο μαστρο-Γιάννης Χωνιάτης (Χαϊνιάτης). (5)


Σημειώσεις-βιβλιογραφία

  1. Πουκεβίλ. Ταξίδι στην Ελλάδα. Πελοπόννησος. Εκδόσεις ΣΥΛΛΟΓΗ Αφοί Τολίδη, σελ. 209 Αθήνα 1995
  2. Ομοίως. Σελ. 208
  3. Βασίλειος Σιακωτός. “'Έργα γεφυροποιίας, υδραγωγεία, οικοδομικά συνεργεία και συντεχνίες οικοδόμων στη Βενετοκρατούμενη Πελοπόννησο (1687-1715). Η επισκευή της Γέφυρας της Μονεμβασιάς στα 1700.” “Περί Πετρογέφυρων-Μαστόροι και Γεφύρια”. Γ' Επιστημονική Συνάντηση ΚΕ.ΜΕ.ΠΕ.Γ. Αθήνα 2009. Σελ. 20
  4. Ομοίως. Σελ. 23
  5. Ομοίως. Σελ. 24

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Bayezit koprusu - Sakarya. Γέφυρα Bayezit στον Σαγγάριο



Γεφυρώνει τον Σαγγάριο ποταμό στην πόλη Geyve στην περιοχή Alifuatpas, βόρεια της πόλης Sakarya..
Είχε 5 κύριες καμάρες, που κάλυπταν την κοίτη του ποταμού, εκ των οποίων έχουν απομείνει οι τρεις. 
   Χτίστηκε, επί Bayezit II, από τον μηχανικό Mimar Abdullah, μαθητή του μεγάλου Mimar Sinan.
 
Bayezit koprusu στον ποταμό Σαγγάριο, Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου (ΑΓΠ).


Οι δύο κεντρικές καταστράφηκαν από ένα δυνατό κατέβασμα του ποταμού και στη θέση αυτή έχει τοποθετηθεί σιδερένια κατασκευή με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί η αρχική μορφή του.

Η βάση του γεφυριού. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου (ΑΓΠ).
   Έξω από την κοίτη του υπάρχουν επίσης 10 ακόμα καμάρες, προς την μεριά της κύριας πόλης
Η στήλη με το χορηγό. Φωτο: ΑΓΠ
   Έχει μήκος 196,5 μέτρα και πλάτος 5,5, με στηθαία 90 cm και ανακουφιστικά ανοίγματα.
Έχει επισκευαστεί, κατά εκτεταμένο τρόπο το 1949 και επιτρέπεται η διάβασή της από αυτοκίνητα και μικρά φορτηγά.
   Στο μέσον ακριβώς υπάρχει στήλη, στημένη από τον τοπικό δήμο, που αναφέρει τον χορηγό (Σουλτάνο Βαγιαζήτ) και το έτος κατασκευής (1495), εξού και η ονομασία του.
   Ο Σαγγάριος χύνεται στη μαύρη θάλασσα, οι πηγές του βρίσκονται στην περιοχή του Eski Sehir και το μήκος του είναι 824 χιλιόμετρα.

Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι: 

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Γεφύρι στη θέση “Δομοκός” ή Βιδιακίτικο γεφύρι.


                 Η ιστορία ενός σπουδαίου γεφυριού, οι πρωτομάστορες και το χτίσιμό του.
Βιδιάκι Γορτυνίας.
 
Λέγεται και Βιδιακίτικο λόγω της θέσης του κοντά στο χωριό Βιδιάκι Γοπτυνίας, πού βρίσκεται δυτικά σε απόσταση τριών χιλιομέτρων και που είναι χτισμένο στη θέση της αρχαίας πόλης Στράτος.
Χτίστηκε το 1870 (κατ' άλλους το 1875) από ντόπιους Λαγκαδινούς στην καταγωγή μαστόρους, τους αδελφούς Φώτη, Κώστα, Πάνο και Σπύρο Πουρνάρα από το Μοναστηράκι, που έχτισαν το “Παραλογγίτικο” και το γεφύρι της “Δήμητρας” κοντά στο ομώνυμο χωριό - πρώην Δίβριτσα - της Γορτυνίας, επί του Λάδωνα. Μεταξύ των άλλων - προφανώς - κατασκευών τους είναι και το καμπαναριό της εκκλησίας “Κοίμηση της Θεοτόκου” στο Μοναστηράκι, όπως επίσης και η μέχρι ενός ύψους εκκλησία του “Αγίου Δημητρίου” στο Βιδιάκι.
Γεφύρι στη θέση "Δομοκός" ή Βιδιακίτικο γεφύρι. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
 Οι συγκεκριμένοι Πουρναραίοι, ήταν εγγόνια των ξακουστών μαστόρων Πάνου, Φώτη και Νίκου Πουρνάρα, που εκτός των άλλων, έχτισαν με μεγάλη μαστοριά και τον πύργο του Αλή Φαρμάκη, αδελφοποιτού του Κολοκοτρώνη, στο Μοναστηράκι στις αρχές του 1800 - κατ' άλλους 1806 - 1807. Λέγεται ότι είχαν χρησιμοποιήσει περίπου 50.000 αυγά στο μίγμα του υλικού της λάσπης, που χρησιμοποίησαν για το χτίσιμο του πύργου, ώστε να καταστεί “σιδερένιος” και να αντέξει. Η μέθοδος με τα αυγά και τη μαστίχα, ήταν των Λαγκαδινών μαστόρων, πετράδων και χτιστάδων. Επίσης ενδιάμεσα, στο διπλοτοίχι, τοποθετούσαν μαλλί προβάτων και γιδιών (το λεγόμενο κοζά) για να αντέξει στους κραδασμούς από κανονιοβολισμούς, αλλά και από τυχόν σεισμούς. Και απ' ότι λέγεται, πραγματικά ο πύργος άντεξε στους βομβαρδισμούς το 1808 από το στρατό του Βελή πασά, καθώς δέχθηκε 3.764 κανονιές μέσα σε 65 μέρες, που βάσταξε η πολιορκία.(1) Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι “κατά την 64ην ημέραν ηκούσθη ένας τρομακτικός θόρυβος και κρότος, ο πύργος εσείετο συνεχώς επί ένα τέταρτο της ώρας. Οι Τούρκοι είχαν ανοίξει ένα μεγάλον υπόνομον κάτω από τον πύργο, ετοποθέτησαν χιλιάδες οκάδες μπαρούτι κ' έθεσαν πυρ εις αυτόν να τον ανατινάξουν. Αλλά το σχέδιόν των αυτό απέτυχε, διότι το οξυδερκέστατο μάτι του Κολοκοτρώνη διείδε τον κίνδυνον, έσκαψεν απέναντι άλλον υπόνομον και τοιουτοτρόπως εξουδετερώθη η πίεσις των αερίων. Οι Τούρκοι είχον αποτραβηχτεί και επερίμεναν την καταστροφή του οχυρού, αλλά έκπληκτοι το βλέπουν να στέκη ακίνητον και τους πολιορκουμένους από τη χαρά τους να ρίχνουν μια ομοβροντίαν πυροβολισμών.” (2)
Το Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου επί τω έργω. (Φωτο: ΑΓΠ)
Είναι χτισμένο στη θέση “Δομοκός” επί του Ερύμανθου. Μετά από ενέργειες του συλλόγου Βιδιακιτών, προς την Β' Εφορία Αρχαιοτήτων στην Πάτρα την 28.01.2002, χαρακτηρίσθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού με το ΦΕΚ 886/02/07/03 ως διατηρητέο μνημείο με το αιτιολογικό ότι: “...η ανωτέρω γέφυρα αποτελεί σημαντική μαρτυρία για το τρόπο επικοινωνίας και την κοινωνικοοικονομική οργάνωση της περιοχής και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία της ευρύτερης περιοχής από την αρχαιότητα ως σήμερα καθώς και με τις μνήμες των κατοίκων”.
Χτίστηκε με έξοδα του τότε Δήμου Θελπούσης με έδρα το χωριό Χώρα Γορτυνίας και αποτέλεσε για πολλά χρόνια το αναγκαιότερο και ωφελιμότερο έργο για τους κατοίκους της περιοχής και διέξοδο επικοινωνίας τους προς Ηλεία, Αχαΐα και αντιστρόφως, αφού βρίσκεται στη μέση σχεδόν του μήκους 60 χιλιομέτρων Ερύμανθου, από τις πηγές του μέχρι την εκβολή του στον Αλφειό.
Είναι ένα σπάνιας αρχιτεκτονικής ομορφιάς, μονότοξο κομψοτέχνημα με σχολαστικά πελεκημένη πέτρα και τέλειες αναλογίες, γνήσιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πατροπαράδοτης τέχνης των Λαγκαδινών μαστόρων. Ο βατός δρόμος ξεκινούσε από τη μέση του χωριού Βιδιάκι, τη θέση “Αλώνια”, για την εξυπηρέτηση των αγρών και τη μετάβαση απέναντι στα χωριά της Ηλείας {Κούμανι κλπ}. Χτίστηκε με ντόπια υλικά, που αφθονούν στην περιοχή και την Αρκαδία γενικότερα, μετά από ενέργειες του επί 12ετίας Δημάρχου της περιοχής Ζώη Μυλωνά από το Βιδιάκι και με έξοδα του κρατικού προυπολογισμού. Στην ιδιοκτησία του Ζ. Μυλωνά ήταν μύλος και νεροτριβή νότια του Δομοκού στη θέση “Τσαγκάρη”, που πλειοδοτήσας τον πήρε μετά την επανάσταση και πήρε το όνομά του. Λειτούργησε μέχρι το 1915 – 20 και υπάρχουν τα θεμέλιά του.
Το κατάστρωμά του. (Φωτο: ΑΓΠ).
Οι παλιοί δρόμοι πρόσβασης, τα μονοπάτια δηλαδή, από Παραλογγούς – Πέτα, Βιδιάκι, Αϊ – Γιαννάκης, Διβραίκα αμπέλια, έχουν κλείσει παντελώς από τα δέντρα. Σκέτο δάσος. Καλό από τη μια μεριά, γιατί στερεί από κάποιους ασυνείδητους τις κάθε είδους “παρεμβάσεις” λιγοστεύοντας τα προβλήματά του (και έχουμε δει πολλές απ' αυτές που ξεκινούν από την αφαίρεση της πέτρας και φθάνουν μέχρι την τσιμεντοποίηση για δήθεν διάσως), κακό από την άλλη γιατί η συντήρησή του καθίσταται δύσκολη έως ακατόρθωτη λόγω της αποκοπής του εντελώς από κάθε πρόσβαση. Η μόνη διακριτή οδός πρόσβασης είναι από το ρέμα “Ρούτελη”, που όταν μίλαγαν γι΄αυτό οι παλαιοί “έτρεμε το στόμα τους”. Τόσο επικίνδυνος είναι ο χείμαρρος αυτός κατά τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες και τις περιόδους ξαφνικών “κατεβασμάτων”.
Η εγκατάλειψη της υπαίθρου είχε και σαν αποτέλεσμα ακόμη και τη στέρηση των “γιδόστρατων” που οδηγούσαν στο γεφύρι. Εντυπωσιακό είναι ακόμα και το μήκος των καμαρολίθων (0,80μ) καθώς και η κλίση των στηθαίων, που πιθανόν να έγινε για λόγους στατικότητας, βάρους , ακόμη και δυσκολίας μεταφοράς των υλικών λόγω του απότομου της τοποθεσίας. Το “εργοτάξιο”, φαίνεται ότι ήταν προς τη μεριά της Αρκαδίας, 30 -40 μέτρα από το γεφύρι, όπου υπάρχουν ίχνη λατομείου και μια πηγή με πλατάνια.
Ο συνταξιούχος δάσκαλος και τέως πρόεδρος του συλλόγου Βιδιακιτών, που επί προεδρίας του έγιναν οι ενέργειες για το χαρακτηρισμό του γεφυριού ως διατηρητέου μνημείου και απόλυτος γνώστης των γεγονότων και των καταστάσεων της περιοχής, Κων. Ι. Κηπουρός αφηγείται: (3)
Μια άλλη πλευρά του. (Φωτο: ΑΓΠ).
«...το όνομα δεν αποκλείεται να έχει σχέση με το Δομοκό και τη μάχη του Δομοκού, πάνω στη Φθιώτιδα, από κάποιους στρατιώτες που πολέμησαν εκεί, γιατί έχουμε και από τη μάχη της Τζουμαγιάς το 1913...έχουμε βάλλει ονόματα “Τζουμαγιά”, ξέρω γω...εδώ, εκεί...Τόχτισαν η κομπανία των Πουρναραίων. Ήτανε και μερικοί ντόπιοι μάστορες...Ένας Σαμαράς, το παρατσούκλι του, επειδή έκανε σαμάρια... λεγόταν Μουρούκης...ήτανε χτίστης αυτός...μαζί μ' αυτόν και το μπουλούκι του... μικρό, γιατί μεγάλα μπουλούκια είχαν οι Λαγκαδινοί μαστόροι. Οι Πουρναραίοι, συνέπεσε τότε να ήτανε ένας από το Βιδιάκι και συνέπεσε επί συνεχή 12ετία Δήμαρχος να ήταν από το χωριό μας, ο Ζώης ο Μυλωνάς, έτσι λεγόταν, και έκανε πολλά έργα.., και στην περιοχή του βέβαια χρειαζόταν ένα γεφύρι και με ενέργειες αυτού και δαπάνη φυσικά δημοσία πρέπει να ήτανε . Οι Πουρναραίοι λοιπόν μαστόροι, από το επώνυμο Πουρνάρας, Λαγκαδινοί ήσαν, η καταγωγή τους από τα Λαγκάδια και μιά οικογένια απ' αυτούς είχε έλθει και έμενε στο Μοναστηράκι, που είναι δίπλα στο Βιδιάκι. Χτίστηκε το 1870. Μάλιστα τότε οι ντόπιοι, οι χωριανοί ετάιζαν τους μαστόρους, τους προσέφεραν το φαγητό...και ο παππούς μου, πατέρας του πατέρα μου, επρόσφερε ένα κριάρι...το έσφαξε, το ετοίμασε...Κωνσταντίνος Κηπουρός του Γεωργίου εκείνος...το 1870...ήτανε και χρόνια πρόεδρος της κοινότητας ο παππούς μου. Τα υλικά , ντόπια τα πήραν από κει...δεξιά και αριστερά...η Γορτυνία είναι ονομαστή. Χρησιμοποιούσαν για το γεφύρι αυτό και για τη μεταφορά υλικών μουλάρια και γαιδούρια... και ασβέστη φυσικά...ανοίγαν καμίνια, ασβεστοκάμινα στην περιοχή...στο σημείο εκείνο εκεί...έβγαζαν τον ασβέστη και τον χρησιμοποιούσαν...το έχτισαν στο σημείο αυτό γιατί είναι το στενότερο σημείο...έχει και βάση...πόδια αριστερά και πόδια δεξιά...πάνω σε βράχο...»
Και συνεχίζοντας ο Κων. Κηπουρός λέει:
«...Από το γεφύρι αυτό έγιναν δύο απόπειρες αυτοκτονίας δύο αδελφών πριν από 40 – 50 χρόνια. Δύο αδελφοί είχαν έλθει γαμπροί, σώγαμπροι, στο Βιδιάκι και τέλος πάντων...οι ανάγκες...πήγε ο ένας πρώτα...κατόπιν ο άλλος...και τελείωσαν. Το γεφύρι συνέδεε άμεσα από τη μεριά της Γορτυνίας Βιδιάκι, Πέτα, Καρδαρίτσι, Παραλογγούς, Βελημάχι, Μοναστηράκι, Κοντοβάζαινα και κείνους που ήθελαν να πάνε προς την Πάτρα, τα μέρη της Ηλείας, της Αχαΐας. 
Το δεξιό βάθρο. (Φωτο: ΑΓΠ).

Από το σημείο αυτό περνούσανε τότε γιατί δεν είχε γίνει η “111” οδός και δεν υπήρχαν και σε χρήση τα αυτοκίνητα. Στο γεφύρι κατεβαίνεις από Βιδιάκι...έχει και δρόμο από Παραλογγούς – Πέτα...είχε... αλλά τώρα επειδή έμειναν έρημα τα πάντα...τώρα η πρόσβαση έκλεισε, από τη βλάστηση...κλείσανε οι δρόμοι...πας με τα πόδια...είχαμε κάνει έγγραφα να φροντίσουν για τη βατότητα... Το Βιδιάκι είναι χτισμένο στη θέση της αρχαίας πόλης Στράτος. Η Στράτος έγκειται στη θέση “Κάτου βρύση”. Έχουμε βρει το ξενόγλωσσο και τα αρχαία από τα κυκλώπεια τείχη, που κύκλωναν την ακρόπολη της πόλης. Εκεί που έχουμε εμείς το νεκροταφείο, πάνω στο ύψωμα, ήτανε η ακρόπολη της αρχαίας Στράτου...επί του λόφου “Παναγιά”, χτισμένη με τοίχος γύρω - γύρω, από το οποίο έχει μείνει ένα κομμάτι πέντε μέτρα μάκρος και ένα μέτρο ύψος με τους ογκόλιθους... Έχει ένα μύλο παραπάνω από το γεφύρι. Υπήρχε της “Παπαρωνιάς” ο μύλος...ήταν μια γυναίκα...του Παπαρώνη...κάνει ένα στενό κατέβασμα εκεί το ποτάμι κι έχει δυνατό ρεύμα...και υπήρχε της “ Παπαρωνιάς” ο μύλος...τα ερείπια πρέπει να υπάρχουν...υπάρχει και παρακάτω κι άλλος μύλος...κοντά στο Παραλογγίτικο γεφύρι... υπάρχουν τα ερείπιά του... Απόγονοι αυτών των Πουρναραίων χτιστών υπάρχουν στο Μοναστηράκι. Οι απόγονοι των χτιστών του γεφυριού στο “Δομοκό” έχουν χτίσει και καμπαναριά...στο Μοναστηράκι...με πελεκητή πέτρα...και άλλα καμπαναριά στην περιοχή. Μάλιστα και τη δική μας εκκλησία ο τελευταίος Πουρνάρας την έχει χτίσει...»
Το γεφύρι στο “Δομοκό” χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της Γορτυνίας, που κατέβαιναν στον κάμπο για δουλειά, λόγω του φτωχού και άγονου της περιοχής τους, χρησιμοποιώντας πολλές φορές επικίνδυνες διαδρομές για συντόμευση του δρομολογίου τους, όπως μας λέει ο Κ.Ι.Κηπουρός:
«...ο δρόμος που εξυπηρετούσε τους κατοίκους της Γορτυνίας με τον κάμπο περνούσε από το γεφύρι του “Δομοκού” και το “Πουρνογιόφυρο”. Όταν ήταν καιρός να χαρακώσουν τη σταφίδα ξεκινούσαν παρέες - παρέες και πήγαιναν στον κάμπο της Αμαλιάδας, στο Χάβαρη, στα χωριά της Ηλείας. Όταν ήταν καλός ο καιρός περνούσαν από τη “Ντάλομη”...δεν είχε γεφύρι βέβαια...περνούσαν μέσα...απλό εκεί το ποτάμι. Μάλιστα ο χάρτης της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού τη φράφει “Τάμολη”...ήταν “Ντάλομη”...δεν υπήρχε γεφύρι εκεί...έχουμε κάνει αγώνα τόσα χρόνια...από το 1928...άρχισαν το δρόμο από δω κι από κει και ακόμα έτσι παραμένει.
 Είχαμε φτάσει στο σημείο να βάλουμε μια γέφυρα Μπέλεϊ εκεί...το 1977 – 78...την είχαμε έτοιμη... έγινε η αναπροσαρμογή των κυβερνήσεων...τέρμα...χάθηκε...την πήραν οι Ηλείοι πολιτικοί στον κάμπο της Πηνείας...»
Είναι επίσης πιθανόν να ονομάστηκε έτσι η περιοχή που βρίσκεται το γεφύρι λόγω της ύπαρξης εκεί ομώνυμου χωριού, όπως αναφέρει ο Άγγλος περιηγητής William Leake: “ κάτω από μας, στην δεξιά όχθη του ποταμού Ερυμάνθου είναι μερικά αρχαία υπολείμματα ενός χωριού, που κάποτε υπήρξε εκεί, ονομαζόμενο Δομοκό. Είναι ίσως η πόλη Θραιστός” (4).
Σημειώσεις.
1.     “Η Γεννιά των Κολοκοτρωναίων και τα τραγούδια τους”. Ηλίας Π. Τουτούνης,εκδόσεις Κοκλάκι, Αμαλιάδα 2009
2.     Ηλειακά Τριμηνιαίο περιοδικό λαογραφικής-ιστορικής και γλωσσικής σπουδής της Ηλείας. Εκδότης -διευθυντής Ντίνος Δ. Ψυχογιός Τεύχος Ι' 1956 Λεχαινά σελ. 208-209
 3. Αφήγηση στον γράφοντα
4.  W. Leake. Travels in Morea, σελ.236 από το βιβλίο του Κ.Ι.Κηπουρού, Βιδιάκιον Γορτυνίας – η γενέτειρά μου, Αθήνα 1988.

Δείτε το παρακάτω σχετικό video για το σπουδαίο αυτό γεφύρι:

 

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Πετρογέφυρο στον Πλάτανο Κυνουρίας

Βρίσκεται κάτω από το χωριό Πλάτανος, του δήμου Βόρειας Κυνουρίας, στην θέση Πηγαδίτης και είναι μονότοξο, με στηθαία, μια σειρά από θολίτες, πανέμορφο και εντυπωσιακό. Το τόξο του είναι ισλαμίζον και γεφυρώνει τον παραπόταμο του Βρασιάτη, Λεπίδα, στο φαράγγι Σπηλάκια.
Γεφύρι στον Πλάτανο. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου. ΑΓΠ)
 Κατά μαρτυρίες των ντόπιων χτίστηκε το 1826 από τους Οθωμανούς, και συγκεκριμένα από τον Ιμπραήμ προκειμένου να περάσει τα κανόνια του από εκεί για να καταλάβει το κάστρο της Καστάνιτσας.
Εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ντόπιων κατοίκων και των περιηγητών από τον Πλάτανο προς τα παράλια της Κυνουρίας, αφού ήταν η μοναδική έξοδος για τους αγρότες και τους τσοπάνηδες προς την ανατολική Κυνουρία και την Αργολίδα. Επιπλέον, οι κάτοικοι των διπλανών χωριών Αϊ-Γιάννης, Μελιδού και Χάραδρος μετέφεραν τα δημητριακά τους προς τους νερόμυλους του Πλάτανου, που ήταν κοντά στο γεφύρι. Ήταν σπουδαία η θέση του, γιατί ένωνε τα χωριά Καστάνιτσα-Σίταινα-Πλάτανος-Χάραδρος με Άγιο Πέτρο-Αι-Γιάννη-Ορεινή Μελιγού και περιοχή Άστρους, ακόμη μέχρι και Λεωνίδιο.
Το πρόβλημα στο τόξο. (Φωτο: ΑΓΠ).
Η περιοχή κοντά στο γεφύρι είχε παλιότερα τέσσερις μύλους και ένα νεροπρίονο και εξυπηρετούσε τους ντόπιους και τους κατοίκους των γύρω χωριών. Κατά σειρά υπήρχαν οι νερόμυλοι του Μηνά Πετρίδη, που πριν ανήκε στον Παρατζανή, που δεν υπάρχει πλέον. Κατόπιν υπήρχε ο Λατσαίϊκος μύλος, που και αυτός δεν υπάρχει πια. Κατόπιν ο Βογιατζαίϊκος που σώζεται και τέλος ο Μπαρκαίϊκος, που και αυτός σώζεται. Πιο κάτω από τον Μπαρκαίϊκο μύλο υπήρχε η Περραίϊκη νεροτριβή, που δεν υπάρχει και αυτή.
Το κατάστρωμα του γεφυριού ήταν καλντεριμωτό, ίχνη του οποίου φαίνονται ακόμα παρά την επίστρωση τσιμέντου, που έχει γίνει πάνω του κατά περιόδους.
Το μονοπάτι που κατηφόριζε από το χωριό προς το γεφύρι ήταν καλτερίμι, σημεία του οποίου διακρίνονται ακόμη.
Έχει προβλήματα στα βάθρα και το τόξο και χρειάζεται άμεσες επισκευές, αφού η πρώτη έγινε το 1936, με προσθήκη τσιμέντου στο δεξιό από ανάντη βάθρο, χωρίς όμως την συνδρομή των ειδικών με αποτέλεσμα εντελώς ακαλαίσθητο και απ΄ότι αποδείχθηκε και αναποτελεσματικό.
Το 1984 έγιναν επιπλέον αυτοσχέδιες επεμβάσεις χωρίς να λύσουν το πρόβλημα.
Τα σημάδια της εγκατάλειψης είναι φανερά και ο κίνδυνος κατάρρευσης μεγάλος.
Ο Πλάτανος έχει χαρακτηρισθεί παραδοσιακός οικισμός με το προεδρικό διάταγμα 13/11/1978 (ΦΕΚ 594 τ. Δ'). Απαγορεύεται οποιαδήποτε μεταβολή στα σπίτια χωρίς την άδεια των αρμοδίων αρχών. Κατά μαρτυρίες των ντόπιων οι χτίστες των σπιτιών του χωριού ήταν κυρίως ντόπιοι αλλά και Λαγκαδινοί, Καστρίτες και μαστόροι από τον Άγιο Ανδρέα. Κατά το ξεκίνημα του χτισίματος ακολουθιόταν όλο το ισχύον τελετουργικό, σφάξιμο κόκορα κλπ.
Αναφέρουμε εδώ μια θαυμάσια όσο και παραστατικότατη μαρτυρία του Βασ. Κούκλη (1) για τον πιθανολογούμενο χρόνο κατασκευής του γεφυριού, τους συντελεστές και τη χρησιμότητά του.
“ Η ακριβής χρονολογία κατασκευής του γεφυριού στον Πλάτανο δεν είναι γνωστή. Κανένας από τους σημερινούς Πλατανίτες δεν μπόρεσε να μας δώσει την πληροφορία αυτή. Όσοι ρωτήθηκαν απάντησαν αρνητικά. Η μόνη Πλατανίτισσα που προσδιόρισε τη χρονική περίοδο κατασκευής του ήταν η Ασπασία Κοψαύτη, η οποία μας διηγήθηκε ότι το γεφύρι κατασκευάστηκε στα χρόνια του παπα-Τζανή. Ο παπα-Τζανής βρέθηκε από διάφορα συμβολαιογραφικά έγγραφα ότι, κατά το έτος 1878, ήταν ιερέας στον Πλάτανο. Θα πρέπει όμως ιερέας να είχε γίνει πολύ παλαιότερα, αφού κατά την πλατανίτικη παράδοση το έτος 1826, όταν τα βάρβαρα στίφη του Άραβα επιδρομέα Ιμπραήμ έφτασαν στον Πλάτανο, ήταν ιερέας και μάλιστα μεγάλωνε στο σπίτι του ένα ορφανό Τουρκόπουλο, το οποίο ακολούθησε στη συνέχεια τα στρατεύματα του Ιμπραήμ και εγκατέλειψε τον Πλάτανο.
Το πρόβλημα στα βάθρα. (Φωτο: ΑΓΠ).
Το Τουρκόπουλο το πήρε στο σπίτι του ο Παπαγιάννης Τζανής από φιλεσπλαχνία και του παρείχε τροφή και κατοικία για να ζήσει. Ο παπα-Τζανής το Τουρκόπουλο το βάφτισε χριστιανό και του έδωσε το όνομα Σάββας. Η βάφτιση δεν έγινε στην εκκλησία του χωριού, αλλά στη Νεροτριβή του χωριού που βρισκόταν κάτω από του Σταύρου του Γαρδελίνου το σπίτι και πάνω από τις Σχαρές. Ο παπα-Τζανής φοβότανε να έχει το Τουρκόπουλο μέσα στο σπίτι του, επειδή είχε τρία κορίτσια για το λόγο αυτό του κατασκεύασε ένα πρόχειρο καλύβι στην τοποθεσία Άλβες ή Άλοβες, όπου έμενε το χειμώνα και ένα καλύβι στους Ταταρήδες όπου έμενε το καλοκαίρι. Εκεί η παπαδιά του πήγαινε το φαγητό και ότι άλλο μπορούσε για να το βοηθήσει να επιζήσει. Το Τουρκόπουλο, όπως η παράδοση μας λέει, έγινε η αιτία πολλά από τα Πλατανίτικα σπίτια να γίνουν παρανάλωμα της φωτιάς, αφού υπέδειξε το ίδιο στα στρατεύματα του Ιμπραήμ τα σπίτια εκείνων των Πλατανιτών, που του είχαν συμπεριφερθεί σκληρά, ενώ αντιθέτως δεν πειράχθηκαν τα σπίτια εκείνων που του είχαν συμπεριφερθεί με αγάπη και συμπόνια.
Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι το γεφύρι πρέπει να χτίστηκε μετά το 1826.
Η αναφορά στον παπα-Τζανή γίνεται, γιατί ήταν ένας από του συντελεστές στο να κατασκευαστεί το γεφύρι στη σημερινή του θέση.
Οι Πλατανίτες είχαν επιλέξει ως πιο πρόσφορο σημείο κατασκευής του γεφυριού εκείνο που βρίσκεται ανατολικά και στο ίδιο ύψος του Λατσαίικου μύλου. Ο παπα-Τζανής αντέδρασε έντονα και κατασκευάστηκε εκεί που σήμερα βρίσκεται, για να έχει το προνόμιο πρώτος να δέχεται στο μύλο του τους πελάτες, που θα έρχονταν να αλέσουν τα σιτάρια τους και τους άλλους δημητριακούς καρπούς από τα γειτονικά χωριά, Αγιάννη, Μελιγού, Χάραδρο, κλπ.
Οι χτιστάδες του γεφυριού δεν είναι γνωστοί. Να ήταν Πελοποννήσιοι...ή Ηπειρώτες από την Πυρσόγιαννη, που ήταν ξακουστοί στο χτίσιμο των γεφυριών;
Τούτο το γεφύρι έδωσε στον ξωμάχο αγρότη, στον απλοϊκό τσοπάνο, στον ανήσυχο αγωγιάτη, στον κάθε ταξιδευτή περισσή ασφάλεια και τον έκανε να αισθάνεται δέος αλλά συγχρόνως και ευγνωμοσύνη για το δημιουργό του. Το Πετρογέφυρο του Πλατάνου το χάρηκαν πιο πολύ απ' όλους οι ταλαιπωρημένοι Πλατανίτες αγωγιάτες και τσοπάνηδες, που ανηφορίζανε στην καλντεριμένια σκάλα, οι πρώτοι για να μεταφέρουν την πραμάτεια τους στην παραλιακή Κυνουρία και Αργολίδα και οι δεύτεροι για να βοσκήσουν τα κοπάδια τους στα βοσκοτόπια που βρίσκονται στην ανατολική πλευρά του χωριού. 
Η βάση του. (Φωτο: ΑΓΠ).
 
Το γεφύρι αποτελούσε κυρίως το χειμώνα την μοναδική δίοδο προς την παραλιακή Κυνουρία.
Συντηρήθηκε για πρώτη και τελευταία φορά το έτος 1936 επί προεδρίας Παναγιώτη Κούκλη και έκτοτε παλεύει μόνο του και αντιστέκεται τόσο στα χιονοβόρια, όσο και στις ορμές των υδάτινων όγκων που συγκεντρώνονται από τη Λεπίδα και τους γύρω χειμάρρους.
Το πανέμορφο τούτο πετρογέφυρο με την πλούσια βλάστηση, που αγκαλιάζει το Βρασιάτη ποταμό, άκουσε και είδε πολλά στην πολυετή ζωή του. Άκουσε τα πρόσχαρα και αθώα χαμόγελα των παιδιών που κολυμπούσαν στις λιμνούλες που υπήρχαν κοντά του. Άκουσε τα τραγούδια των των Πλατανιτών που το διάβαιναν μέρα και νύχτα και τους μελωδικούς ήχους από τις φλογέρες των τσοπάνηδων που τις συντρόφευαν τα αρμονικά κουδουνίσματα των κοπαδιών τους, όταν κατηφόριζαν για να δροσιστούν στα γάργαρα νερά του ποταμιού.
Ένιωσε καυτό το δάκρυ των Πλατανιτών που ξενιτεύτηκαν και δεν ξαναγύρισαν από τη μακρινή ξενιτειά.
Το όμορφο αυτό γεφύρι που αποτελεί μνημείο για τον παραδοσιακό Πλάτανο, πρέπει να συντηρηθεί και να ζήσει, για να το βλέπουν οι γενιές που θα ακολουθήσουν και για να εκτιμήσουν τα έργα των προγόνων τους.”


Σημειώσεις-βιβλιογραφία.

(1). Βασίλειος Χ. Κούκλης. “Αναζητώντας τις ρίζες μας. Ο Πλάτανος” Το δροσόλουστο χωριό της Κυνουρίας από το λυκαυγές του βίου του. Αθήνα 1993. Εκδόσεις Καλαμάς, σελ. 238-239-240.
Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι στον Πλάτανο Κυνουρίας.