Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Καλωσόρισμα ΑΓΠ



....της Πέτρας και του Νερού

Πέτρα και νερό!
Δύο υλικά, που συναντά κανείς σε αφθονία στην Ελληνική γη.
Πέτρα και νερό!
Δύο στοιχεία, που καθημερινά συναντάμε στη ζωή μας.
Πέτρα και νερό!
Με τη δική του μεταφορική σημασία το καθένα.
Πέτρα και νερό!
Σταυραδέρφια της Μάνας φύσης.

διαδρομές.... 
Η  πέτρα που φανερώνει τις δυσκολίες που περνάμε, μαρτυρά το χρόνο και τις αναμνήσεις, την ανάγκη, την ιστορία.
Το νερό που οδηγεί στη λύτρωση, που δείχνει δρόμους και χαράζει πορεία.
Το ένα συμπληρώνει το άλλο.
Το ένα αποζητά τη βοήθεια του άλλου.
Το ένα σφιχταγκαλιάζει το άλλο.

της φύσης τα καμώματα....
Πολλές φορές "κονταροχτυπιούνται" μεταξύ τους. Μα πάντα νικητής βγαίνει το νερό!
Έτσι, το νερό τρέχει και σμιλεύει την πέτρα φτιάχνοντας κάποτε-κάποτε απαράμιλλα έργα τέχνης.
Στο πέρασμά του από την πέτρα, "γεννά" σπήλαια, φαράγγια, καταβόθρες, βάραθρα, γεφύρια, περίτεχνα σχέδια.

δημιουργήματα....
Κάποιες φορές, είναι ο άνθρωπος, που χρησιμοποίησε την πέτρα για να δαμάσει το νερό.
Και το κατόρθωσε.
Έστησε πέτρινα γεφύρια, ακονίζοντας με τη σειρά του την πέτρα, για να διαβεί το ορμητικό ρέμα.
Γεφύρια, που ακουμπάνε πάνω σε πολλά πόδια.
Δύο, τρία, τέσσερα ή και περισσότερα, για να δρασκελίσει το νερό ενώνοντας τους τόπους.
Και τους ανθρώπους. Και τον κόσμο.
Έτσι, ο άνθρωπος εκμεταλλεύτηκε όλες τις δυνατότητες, που η φύση παρέχει απλόχερα.
Απλόχερα και εμείς εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας σ' αυτούς τους δουλευτάδες, που φτιάξανε γεφύρια με αντοχή και ομορφιά. Σμίξανε χωριά και τάφεραν σε επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.

μνήμες....αναφορές....βιώματα.... 
 Στη διαδρομή του χρόνου, μέσα από απάνθρωπες και βέβηλες συμπεριφορές αλλά και φυσικές καταστροφές, έφτασαν στις μέρες μας όπως έφτασαν!
 Τα θαυμαστά αυτά έργα της λαϊκής μας γεφυροποιίας πρέπει να παραδοθούν αλώβητα και με σεβασμό, στη μνήμη και τον θαυμασμό των επόμενων γενιών.

Καλώς ήλθατε στους δρόμους του νερού και της πέτρας
Καλώς ήλθατε στον θαυμαστό κόσμο των πετρογέφυρων
Καλώς ήλθατε στο Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

Θοδωρής Χαμάκος / Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου (Α.Γ.Π.)
Αγίου Δημητρίου 29
18547 Νέο Φάληρο                                         
Πειραιάς
Τηλ.        210 4829520                                    
Κιν.        693 7433866                                      
Email: thodorischamakos@gmail.com
            hamakos@united-world-wrestling.org
Youtube: www.youtube.com/agpelop       
Blog:  www.agpelop.blogspot.gr                                   
Facebook: www.facebook.com/thodorischamakos                                  


Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Most na Zepi. Bosnia – Γέφυρα Ζέπα στη Βοσνία


                Η ιστορία μιας γέφυρας που μεταφέρθηκε από την αρχική της θέση.

   Χτίστηκε το τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα για να γεφυρώσει τον ποταμό Zepa, επί ηγεμονίας του Mehmet Pasa Sokolovic και κατασκευαστής του ήταν ο Mustafa Caus, μαθητής του σπουδαίου Mimar Sinan.
 Γέφυρα Ζέπα. Most na Zepi. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)γ
  Πρόκειται για οξυκόρυφο γεφύρι, μονότοξο, με μια σειρά θολίτες, στηθαία και τα ακρόβαθρά του να πατάνε σε πετρώδες έδαφος, στα πλαϊνά ενός βαράθρου, κοντά στο χωριό Ζέπα.
Το βάραθρο. (Φωτο: ΑΓΠ)
   Είναι μια τυπική Οθωμανική κατασκευή, που βρίσκεται στη λεγόμενη Σερβική Δημοκρατία (άλλο ένα παράδοξο του εμφυλίου πολέμου στη Βοσνία).
   Η αρχική του θέση ήταν λίγο πιο κάτω αλλά το 1966 μέχρι το 1968, επί Τίτο, γκρεμίστηκε ανακατασκευάστηκε με τα ίδια υλικά  στην τωρινή του θέση ακριβώς στην παλιά του μορφή, λόγω της κατασκευής υδροηλεκτρικού σταθμού στην παλιά θέση. Έγινε δηλαδή κάτι αντίστοιχο με την γέφυρα Arslanagica στο Trebinje της Ερζεγοβίνης.
   Απέχει 500 μέτρα από το χωριό Ζέπα και αποτελεί εθνικό μνημείο της Βοσνίας.






 Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι: 

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Κακοταραίϊκο γεφύρι

Κουμπάροι φάγαν' το Γιαννιά,

Κουμπάροι και τον Ζαχαριά
    Λέγεται και γεφύρι “του Γιαννιά” και βρίσκεται κοντά στο χωριό Κακοτάρι (Βερβινή),  στο μέσον περίπου της απόστασης που το συνδέει με του Πανόπουλου μέσω του δρόμου “του μύλου”, όπου υπήρχε ο Κακοταραίϊκος μύλος (και ακόμη υπάρχει αλλά ερειπωμένος), ένα χιλιόμετρο περίπου πριν μπούμε στο Κακοτάρι.
Τωρινή κατάσταση. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

   Γεφυρώνει τον μήκους 70 περίπου χιλιομέτρων Πηνειό, επί του οποίου υπάρχουν ίχνη 12 μύλων που λειτουργούσαν επί τουρκοκρατίας και οι κύριες πηγές του οποίου βρίσκονται στο ψηλότερο χωριό της Ηλείας, την Κρυόβρυση, σε υψόμετρο 1200 μέτρων.
   Η παράδοση λέει ότι χτίστηκε περίπου το 1800 με λεφτά του τοπικού ήρωα του Ωλωνού Γιώργου Γιαννιά, που έδρασε πριν το '21, σε εκπλήρωση τάματος προς την Παναγία των Νοτενών.
Παλιά κατάσταση. (Πηγή: Ελένη Ψυχογιού)

Το μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου των Νοτενών βρίσκεται στο χωριό Σκιαδάς του τ. Δήμου Τριταίας, στο όρος Ερύμανθος (Ωλωνός) και ειδικά στην νότια προέκτασή του, το Σκιαδοβούνι ή Κακοταραίϊκο, που γιορτάζει στις 23 Αυγούστου.
   Ο Γιώργος Γιαννιάς (Γιαννόπουλος) ή Ντελής ή Δελής (τρελός) Γιώργης (...-13/06/1821), ήταν γιος του Κων/νου Γιαννιά από την Προστοβίτσα Τριταίας, που το 1807 πιάστηκε και κρεμάστηκε στην Πάτρα έπειτα από προδοσία του κουμπάρου του,όπως λέει και το δημοτικό τραγούδι:
Κουμπάροι φάγαν' το Γιαννιά,
Κουμπάροι και τον Ζαχαριά”
   Είναι μονότοξο και το τελευταίο διάστημα έχει ενισχυθεί με τσιμέντο και σίδερα για την διαπλάτυνση του δρόμου, εντελώς όμως ακαλαίσθητα.
Κακοταραίϊκος μύλος. (Φωτο: ΑΓΠ)

  Το πλάτος του ήταν τέτοιο από την κατασκευή του ώστε περνούσε, μέχρι πρόσφατα, λεωφορείο.
   Κατά τους ντόπιους πρέπει να χτίστηκε από τους σπουδαίους λαγκαδινούς μαστόρους, με μια σειρά θολίτες και το τόξο του είναι καταβιβασμένο.
   Τελευταία έχουν γίνει έργα από τη ΔΕΗ, που αλλοίωσαν την αρχική του φυσιογνωμία (μικρό φράγμα).

Δείτε το video για το Κακοταραίϊκο γεφύρι:
 

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Η Μηλίτσα, το Τουρκογιόφυρο στον Ερύμανθο και ο Αγάς στο Βιδιάκι Γορτυνίας.

   Το παρακάτω αληθινό περιστατικό έχει σαν πρωταγωνιστές τον Αγά του χωριού Βιδιάκι, που “θέλησε” την κόρη του Γ. Βασιλακόπουλου Μηλιά, το παλιό γεφύρι του “Δομοκού” και το υπηρέτη του Αγά Δημήτρη, που έκλεψε τη Μηλιά. (1).
    “...δυό ώρες νύχτα. Σε μια αυλόπορτα από μέσα, κάποιες σκιές αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, έκλαψαν. Ξεχώρησαν οι δύο, βγήκαν στο δρόμο και κίνησαν. Με δύο τράστα στον ώμο γεμάτα, με παράδες στην τσέπη. Ένα μονοπάτι στενό κακάβατο, κατηφορίζει από τις Γωνές, στα Δεντρούλια και στο γεφύρι.Το τουρκογιόφυρο, το παλαιό. Κι από κει φειδωτά, κορδελιαστά ανηφορίζει και χάνεται σε μάκρος τρα-βώντας κατά τη Δίβρη. Κι οι σκιές κατηφορίζουν.
  • Σκιάζεσαι, Μηλιά, εδώ που πάμε στον ξένο τόπο;
  • Όχι, Δημήτρη. Σαν είμαι κοντά σου τίποτα δεν με σκιάζει.
   Χάραζε πια και της αυγής τα χρώματα έβαφαν του Λαπινίκου τις κορφές. Ζερβά, από κάτω τους τα νερά της Ντοάνας κυλούσαν κρύα κι έδερναν αλύπητα τις ποταμόπετρες. Ένα φεγγάρι λειψό και αδύναμο μάταια αγωνιζόταν να χύσει το λιγοστό του φως ανάλαφρο και αέρινο. Κι εκείνοι, ο Δημήτρης και η Μηλιά προχωρούσαν βιαστικοί.
Το δυτικό βάθρο του Τουρκογιόφυρου. (Φωτο: ΑΓΠ)
Πέρασαν το γεφύρι. Μόλις έστριψαν στο στουρναρόβραχο και βγήκαν στο Χαλια-δάκο πλευρά, τους πήραν τα σκυλιά. Η πλάση άρχισε να ξυπνά. Στα Πεταίικα κονάκια ανακατευόταν των γιδών με των κατσικιών το βέλασμα. Οι πέρδικες άρχισαν να το λένε στην πλαγιά. Μαζί με των σκυλιών τ' αλύχτημα, ακούστηκε μια φωνή. Δύσκολοι καιροί, άγριος ο τόπος, στο πόδι οι τσοπάνηδες, με το καριοφίλι.
  • Eϊ. Τι είστε, ρε;
  • Στρατολάτες!
  • Που πάτε, ρε;
  • Εδώ σιαπάν'!
  • Πούθ' ερχόστε ρε;
  • Πέρα το Βιδιακίτικο!
Και προχωρούν. Ούτε τα σκυλιά, ούτε τους ανθρώπους έχουν καιρό να προσέξουν. Περπατούν βιαστικά και πασχίζουν γλήγορα να ξεμακρύνουν από το Βιδιάκι και του αγά την οργή.
  • Απόστασες, Μηλιά;
  • Όχι, Δημήτρη!
Κι έφευγαν βιαστικά, τρεχάτοι πες. Κι ας ήσαν και φορτωμένοι. Το όραμα της νέας τους ζωής, φτερά έβαζε στα πόδια τους.
Από τη Δίβρη έξω πέρασαν. Αν και εδώ ανάσαινε η Ρωμιοσύνη. Εδώ και κρυφό σχολειό λειτουργούσε, (σημ. Σε υπόγειο της Ι. Μονής. Ανακαλύφθηκε τυχαία από στρατιώτες το 1948, ενώ οι κάτοικοι αγνοούσαν την εκεί ύπαρξή του) και πέντε μπαρουτόμυλοι, του Αγγελή Πετραλιά, δούλευαν, για το μεγάλο σκοπό, που ψιθύριζαν, εδώ οι χριστιανοί. Όμως δεν ήθελαν συναπαντήματα. Τούτον τον καιρό οι Τούρκοι ήσαν καχύποπτοι. Μυρίζονταν πως οι Γραικοί κάτι ετοίμαζαν. Και για τούτο όλους τους σταμάταγαν κι όλους τους εξέταζαν.
   Στου Αστρά το διάσελο, πρίν κατηφορίσουν την άλλη μεριά, τελευταία ματιά έρι-ξαν πίσω τους. Για στερνή φορά ν' αντικρύσουν από μακρυά τον τόπο τους. Το Βυδιάκι.
Το Εκκλησάκι του Αη – Κωνσταντίνου, εκεί στο ψήλωμα, ήταν το τελευταίο που είδαν στον τόπο τους. Κι ήταν ένα στήριγμα που έννοιωσαν...
Ο Δημήτρης, από της καρδιάς του βιασμένος, το βρασμό, το χέρι σήκωσε ασυναί-σθητα. Σαν αποχαιρετισμό. Και της κοπέλας τα λόγια, κόμπος τα 'πνιγε πριν ακουστούν ακόμα. Σφούγγισε το δάκρυ της και τήραξε το Δημήτρη, που μαλακά απ' το χέρι την έπιασε.
  • Πάμε, Μηλιά. Σαν το θέλει ο θεός, κάποτε θα γυρίσουμε πίσω στα χώματά
    μας, στους δικούς μας. Πάμε, γιατί ο αγάς σίγουρα θα μας πήρε στο κατόπι.
    Κι έγειραν πίσω από το βουνό και χάθηκαν.
    Ξημέρωνε η μέρα του θεού. Στο χωριό κίνησαν ο καθένας για τις δουλειές του.
    Ξαφνικά από το Βασιλοπουλαίικο σπίτι ακούγονται φωνές.
  • Ωχ τι πάθαμε...Τι μας βρήκε...
  • Τι τρέχει, ρε γειτόνοι; Τι πάθατε;
  • Εχάθηκε η Μηλιά...Η τσιούπα μας...Ωχ!
    Ο Γιωργάκης αναστατωμένος (τάχα), βιαστικά (τάχα), κατηφορίζει για το κονάκι του Μουσταφά.
  • Αγά μου, κακό που με βρήκε το δύστυχο!
  • Τι έπαθες, μπρε Γιωργάκη;
  • Η Μηλιά μου, αφέντη!..Εχάθηκε η τσιούπα μου!..Μου την κλέψανε...Ωχ, ο
    μαυρος...και τραβούσε τα μαλλιά του.
  • Α! Τον κερατά, μου την άρπαξε, κάνει ο αγάς. Τα παλικάρια μου. Τ' αλογό
    μου...
    Βγαίνει στην πόρτα και βάνει φωνή.
  • Ωρέ Γιοβάνηηη, ωρέ Κοσμά Κούμπουλααα. Τ ' αλογά σας και γλήγορα εδώ
    ωρέ. Ογλήγορα!
    Το Ανατολικό βάθρο του. (Φωτο: ΑΓΠ)
Ήταν τα “παλληκάρια του” εκείνοι. Έτσι νόμιζε. Άνθρωποι της προσταγής του. Ώσπου
 να ετοιμαστεί τ' άλογο και να φτάσουν οι άλλοι, ο Μουσταφάς μονολογούσε.
Μου 'πε θα πάγαινε στο Μοναστηράκι. Σίγουρα δεν πήγε εκείθε. Δεν θα μου το
μαρτύραγε. Να πήγαινε κατά κάτου (Νότια), θα 'πεφτε απάνου σε δικούς μας, που
διασορίζουν εκείθε. Ούτε κείθε πήγε. Άρα; Έσιαξε το Δομοκό. Εκείθε πήγε. Θα το φτάσω
 τον Γκιαούρη...”
Ήρθαν οι άλλοι δύο. Έμαθαν τι έγινε.
    • Βαρείτε κοντά, τους λέει. Ακολουθάτε με.
    • Θα 'ρθω κι εγώ, αγά μου, για την τσιούπα μου, λέει ο Γιωργάκης.
    • Θες έλα, θες κάτσε...Εγώ μια φορά θα τους φέρω πίσω...
      Και χύθηκαν προς το Δομοκό. Φούσκωσαν τα ζωντανά. Φρύμαξαν. Αφρός ο ιδρώτας τους. Αρκετά πίσω ο Γιωργάκης, Βραδυπορώντας...
    • Καρτερείτε κι εμένα!..
      Πηλάλα τον κατήφορο τα Δεντρούλια. Ανηφόρησαν απέναντι στο Δομοκό. ενας τσοπάνης έκλεινε τα κατσίκια στο τσάρκο.
    • Ωρέ, πέρασαν εδώ απάν' στρατολάτες, ένας άντρας και μια γυναίκα; ρωτάει ο αγάς.
    • Εφτού παραπάν' θα παγαίνουν, απαντάει εκείνος. Αν βαράστε γλήγορα τους
      τους φτάνετε!
      Φτερνιά στ' άλογο ο Μουσταφάς, από κοντά και οι άλλοι δυό.
      Αλλά πρίν προχωρήσουν μια πενηνταριά βήματα, ο Κούμπουλας, διπλώνεται στα δύο, βάνει τις φωνές, γλυστράει από τ' άλογο, πέφτει κάτω και σκούζει σπαραχτικά.
    • Ωχ, αχ, αχ! Ωχ! Αγά μου πεθαίνω...Η κοιλιά μου, αγά μου...Γλύτωμε αφέντη μου...Ωχ, η κοιλιά μου.
    • Τι έπαθες, ρε Κούμπουλα; Τι σ' έπιασε και σκούζεις;
    • Η κοιλιά μου, αγά...Ωχ, τι κοψίματα είν' αυτά,,,Ωχ, τι σουγλιές είναι τούτες; Χάνουμαι ο μαύρος...Με την πουτ...που κυνηγάμε σήμερα...Μη μ' αφήνεις, αφέντη μ'...
      Και δος του να κυλιέται στο χώμα, σφίγγοντας την κοιλιά του, μαζεύοντας τα πόδια του, διπλωμένος στα δύο. Ξεπέζεψαν οι άλλοι. Ο Γιοβάνης άπλωσε πάνω του να τον βοηθήσει. Με τρόπο ο Κούμπουλας του κόβει μια τσιμπιά. Εκείνος κατάλαβε. Τέχνασμα του Κούμπουλα ήταν για να αργοπορήσουν τον αγά, να προλάβει ο Δημήτρης με τη Μηλιά να φύγουν.
    • Ωχ, πεθαίνει ο μαύρος...Αχ δόλια Κουμπουλίνα χηρεύεις...Λίγο νερό αγά μου...
      σβήνω ο άραχλος...λίγο νερό Γιοβάνη...δε με λυπώστε;
    • Τρέχα, ρε Γιοβάνη, κάνει ο αγάς, τρέχα πέρα στη Λίμνα φέρε νερό. Θα μας πεθάνει εδώ χάμου!..
    • Με τι να το φέρω, αγά, που δεν έχω κάθηρο;
    • Πηλάλα, ρε, εκεί κάτου στο κονάκι και πάρε ένα καρδάρι. Άειντε. Βιάσου και θα μας φύγουν οι άλλοι!
      Ξεκίνησε ο Γιοβάνης. Σκόνταψε, έπεσε δύο τρείς φορές, έφτασε στο κονάκι.
    • Αγά, τα καρδάρια τα 'χουν γιομάτα γάλα. Δεν έχουν αδειανό!
    • Χύσ' το, μωρέ; Χύστο ένα και πάρτο, μπουνταλά! Αγανάκτησε ο αγάς.
      Πήρε ένα ο Γιοβάνης – αδειανά ήσαν τα καρδάρια – έσιαξε για τη Λίμνα. Τη Λίμνα που υπάρχει και σήμερα στο Δομοκό. Λίγο πιο κάτω έτρεχε βρυσούλα, που γέμιζε τη Λίμνα. Πλησίασε εκεί κι άρχισε να ψάχνει...για τη βρύση. Πήγε πάνω, κάτω, πέρα, δώθε. Ο Κούμπουλας έσκουζε. Ο αγάς σ' αναμμένα κάρβουνα, γιατί περνούσε η ώρα.
    • Άειντε, μωρέ, με το νερό...Τι μου σουλατσάρεις εφτού πέρα;
    • Δεν βρίσκω τη γρούσπα, αγά!
    • Εκεί, ωρέ χαϊβάνι, εκεί που πρασινίζει το χορτάρι!..
      Έφτασε κοντά κι ο Γιωργάκης, ευλογώντας το θεό για το απρόοπτο. Κάποια φορά ήρθε το νερό. Ήπιε ο Κούμπουλας. Άρχισε να... συνέρχεται. Τον βοήθησαν να καβαλικέψει και κίνησαν. Ο Κούμπουλας τελευταίος.
    • Βαρ' το, μωρέ το ψοφήμι. Έλα κοντά, ούρλιαξε ο αγάς.
    • Δεν μπορώ, αγά μου, μό' ρχεται σκοτούρα. Δε μπορώ γληγορότερα.
      Βγήκαν κάποτε στα Διβραίικα αμπέλια. Πέρασαν την Παναγίτσα. Πλησίασαν στα πρώτα σπίτια της Δίβρης. Γυναίκα πρόβαλε σε παρεθύρι.
    • Ωρή, πέρασαν εδώθε ένας άντρας με μια γυναίκα σήμερα; ρωτάει ο αγάς.
    • Περάσανε!
    • Που θα παγαίνουν τώρα;
    • Ουουου! Τώρααα...Θα 'χουν περάσει την Προστοβίτσα από ώρα!
      Η Προστοβίτσα – Δροσιά λέγεται σήμερα – είναι μεγολοχώρι της Αχαίας, πίσω από τα Διβριώτικα βουνά. Ο αγάς απελπίστηκε.
    • Άει τον κερατά, μου την πήρε. Άει το Γκιαούρη, την κέρδεψε...Και γυρίζοντας στους ακολούθους του.
    • Γυρίστε! Πάμετε! Μας φύγανε!..
    • Ωχ, τη Μηλίτσα μου, την τσιούπα μου, έκανε ο Γιωργάκης!!!
    • Πάμετε πίσω. Δεν τους προκάνουμε. Επέσαν σε άλλο καζά. Και 'φτούθε γυρίζουν κι εκείνοι οι ρέμπελοι οι Γιαννιάδες...Άειντε, ωρέ πεζεβέγκη...Άειντε...
    • Ποιός θα μου γλυκάνει τα γερατειά!..στέναζε ο Γεωργάκης. Και δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν ήταν προσποίηση, η πηγαίο της καρδιάς παράπονο. Σκασμένος ο Μουσταφάς γύρισε στο Βυδιάκι.
      Μα δεν έζησε πολύ. Οι Μπουμαίοι...”


       Σημείωση

      (1). Κ.Ι.Κηπουρός. Βιδιάκιον Γοπτυνίας – η γενέτειρά μου. Αθήνα 1988.

      Περισσότερα για το Τουρκογιόφυρο στον Ερύμανθο, κοντά στο χωριό Βιδιάκι, στον σύνδεσμο  
       http://agpelop.blogspot.gr/2015/05/blog-post.html?spref=bl


Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Τούρκικο γεφύρι στο Σπαθοβούνι Κορινθίας

    Γεφυρώνει τον ποταμό Ασωπό, που χύνεται στον Λογγοπόταμο ή Λόγγο ή ποτάμι του Αλαμπιού, που διασχίζει την κοιλάδα του Αγίου Βασιλείου και εκβάλλει στο Περιγιάλι του Κορινθιακού κόλπου.
   Ο Ασωπός έρχεται από την περιοχή του Κοντόσταυλου (Αρχαίες Κλεωνές) και το γεφύρι βρίσκεται στο δημόσιο δρόμο από το χωριό Σπαθοβούνι του δήμου Κορινθίων, προς το Χάνι της Κουρτέσας.
Το Τούρκικο γεφύρι στο Σπαθοβούνι. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Πρόκειται για ένα πανέμορφο, μονότοξο και εντυπωσιακό γεφύρι, χωρίς στηθαία και μια σειρά θολίτες.
Οι διαστάσεις του είναι:
'Ανοιγμα τόξου: 9,30 μ.
Ύψος καμάρας: 5,45 μ.
Πλάτος: 3,80 μ.
Μήκος: 19 μ.
   Δυστυχώς, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, το σημείο του γεφυριού έχει γίνει σημείο απόρριψης κάθε είδους σκουπιδιών.
   Υπάρχει και μια αναφορά του Πουκεβίλ που λέει ότι “...λίγα βήματα μετά τον καραβάν σεράγι της Κορτέσσας, διαβήκαμε το ποτάμι του Αγιονορίου περνώντας πάνω από ένα πέτρινο γεφύρι, ένα ποτάμι το οποίο, αφού πρώτα διαρρεύσει μια απόσταση μιάμιση λεύγας, χύνεται στον ποταμό των Κλεωνών, νοτιοανατολικά της Κούρκας.” 
Το τόξο. (Φωτο: ΑΓΠ).

  Κατά την άποψή μας, και μετά από επιτόπιες επισκέψεις και συζητήσεις με γεροντότερους ντόπιους, πρόκειται για το Τούρκικο γεφύρι, που καμία σχέση βέβαια έχει με το ποτάμι του Αγιονορίου. Το ποτάμι είναι ο Ασωπός, ή ποτάμι των Κλεωνών, που εκβάλλει στον Κορινθιακό κόλπο. Απλά τα πολλά ρέματα που κατέβαιναν από το βουνό του Αγιονορίου ίσως να μπέρδεψαν τον σπουδαίο περιηγητή, θεωρώντας ότι το ποτάμι αυτό, που υπάρχει το γεφύρι, έρχεται από το Αγιονόρι.

Περισσότερα στο παρακάτω video: 

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Beysehir Tarihi Tas kopru – Πέτρινη γέφυρα στην πόλη Beysehir.


  Πρόκειται για πέτρινη γέφυρα, σχετικά καινούργια, με 15 μικρές καμάρες στην πόλη Beysehir του μητροπολιτικού δήμου του Ικονίου (Konya Buyuk Sehir Belediyesi), πάνω στην έξοδο της τρίτης σε μέγεθος λίμνης της Τουρκίας.
    Στην ουσία πρόκειται για ένα αρδευτικό έργο που διοχετεύει 500 εκατομμύρια κυβικά νερού το χρόνο για να αρδευτούν 70.000 εκτάρια γης και να τροφοδοτεί την πόλη του Ικονίου.
Beysehir tas koprusu. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

   Το έργο τελείωσε μεταξύ 1908-1914 και το κόστος έφτασε τα 850.000 νομίσματα της εποχής.
   Έχει μήκος 40 μέτρα, η βάση της είναι στρωμένη με μεγάλες πλάκες προερχόμενες από την γύρω περιοχή και από το 1997 έχει απαγορευτεί η κίνηση οχημάτων πάνω της.
   Αποτελεί σύμβολο για την πόλη και φαίνεται ότι, από την έρευνα των ειδικών, στην θέση υπήρχε άλλη παλιότερη γέφυρα με 7 τόξα, πριν την κατασκευή της καινούργιας πέτρινης.
Η βάση της. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Συνοδοιπόροι στην μελέτη της γέφυρας ήταν οι φίλοι Tarik Erdem και  Ercan Ayilgan , που μας λένε συγκεκριμένα:
   «Σήμερα επισκεπτόμαστε το Beysehir. Αυτή η γέφυρα είναι πολύ ενδιαφέρουσα και ιστορική. Χτίστηκε κατά την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Άρχισε να χτίζεται το 1907 και τελείωσε το 1914. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα γέφυρα στην Τουρκία και φημισμένη στην περιοχή του Ικονίου. Έχει 15 καμάρες, ύψος 15  και μήκος 40 μέτρα. Δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο κατασκευαστής της. Πιθανόν η τότε κυβέρνηση.
 
Ercan Ayilgan-Tarik Erdem. (Φωτο: ΑΓΠ)
 Συνέδεε την περιοχή με την Ανατολία και κόστισε 850.000 χρυσά νομίσματα στην τότε Οθωμανική κυβέρνηση. Το 1997 σταμάτησε η διακίνηση οχημάτων πάνω της ενώ τώρα μόνο άνθρωποι μπορούν να την χρησιμοποιούν. Πριν το 1997 ήταν ανοιχτή για τα οχήματα. Το κανάλι συνδέεται με την πόλη Seysehir. Στην περιοχή καλλιεργούνται λαχανικά και άλλα ενώ τροφοδοτείται και με νερό από εδώ. Επίσης η λίμνη Beysehir είναι η τρίτη μεγαλύτερη λίμνη στην Τουρκία. Πρώτη είναι η Βαν, δεύτερη  η Αλμυρή λίμνη και Τρίτη η Beysehir».

Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι: