Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Λαγκαδινοί μαστόροι - Οικογένεια Πουρνάρα


Μια σπουδαία οικογένεια Λαγκαδινών μαστόρων της πέτρας
   Μια από τις πιο σπουδαίες και ονομαστές οικογένειες των φημισμένων Λαγκαδινών μαστόρων ήταν και αυτή των αδελφών Πουρνάρα, που είχαν εγκατασταθεί στο ορεινό χωριό της Γορτυνίας, το Μοναστηράκι.
Η εγκατάσταση Λαγκαδινών μαστόρων μακριά από την γενέτειρα περιοχή ήταν κάτι συνηθισμένο. Οι  σκληρές καταστάσεις της δουλειάς και η συνεχής αλλαγή από τόπο σε τόπο, ανάγκαζαν πολλούς από τους μάστορες να παντρευτούν και να εγκατασταθούν στα «ξένα» είτε από αγάπη, είτε από «συμφέρο», είτε «πήγαιναν σώγαμπροι», δημιουργώντας έτσι μικρές λαγκαδινές παροικίες σε πολλά χωριά της Πελοποννήσου.
   Η οικογένεια Πουρνάρα «έδρασε» κυρίως στην περιοχή της Γορτυνίας, στα χωριά του Ερύμανθου και του Λάδωνα και άνετα μπορεί να ισχυρισθεί κάποιος ότι ήταν «ειδικευμένοι» στο χτίσιμο γεφυριών, αφού δικές τους κατασκευές είναι σπουδαία γεφύρια στην ευρύτερη περιοχή.
   Τα πρώτα στοιχεία για την οικογένεια μας έρχονται από τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι αδελφοί Πάνος, Φώτης και Νίκος Πουρνάρας έχτισαν το 1806-1807 (κατ’ άλλους το 1800) στο Μοναστηράκι τον πολεμικό πύργο του περιβόητου Αλή Φαρμάκη , Οθωμανού Αγά Αλβανικής καταγωγής από του Λάλα της Ηλείας, αδελφοποιτού του Θ. Κολοκοτρώνη. Λέγεται ότι είχαν χρησιμοποιήσει περίπου πενήντα χιλιάδες αυγά στο μίγμα του υλικού της λάσπης, ώστε να καταστεί «σιδερένιος» και να αντέχει. Η μέθοδος με τ΄αυγά και την μαστίχα, ήταν των Λαγκαδινών μαστόρων της πέτρας. Επίσης ενδιάμεσα στο διπλοτοίχι τοποθέτησαν μαλλί προβάτων και γιδιών (κοζά), για να αντέχει στους κραδασμούς από τους κανονιοβολισμούς αλλά και από τυχόν σεισμούς. Ο πύργος χάρις στην τέτοια τεχνική του, άντεξε στους βομβαρδισμούς κατά την πολιορκία του το 1807  από τον Βελή πασά, γιου του Αλή πασά της Ηπείρου, καθώς αναφέρεται ότι δέχθηκε μεταξύ των άλλων και 3.764 κανονιές μέσα σε 64 ημέρες που βάσταξε η πολιορκία. (1)
   Τα εγγόνια των παραπάνω μαστόρων, Φώτης, Κώστας, Πάνος και Σπύρος Πουρνάρας έχτισαν το Παραλογγίτικο γεφύρι, που γεφυρώνει τον Ερύμανθο κοντά στο χωριό Παραλογγοί της Γορτυνίας, απ’ όπου και το όνομά του, το οποίο χωριό είναι χτισμένο σε υψόμετρο 800 μέτρων στις βορειοδυτικές πλαγιές του Αφροδίσιου όρους  (1445 μέτρα υψόμετρο) και έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέος οικισμός.
   Τόχτισαν με περισσή μαστοριά και μεράκι το 1877 (κατά τον φιλόλογο Γ. Παπανδρέου, από το Σκούπι (Πάος)Καλαβρύτων, το 1885)
Παραλογγίτικο γεφύρι. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
  Είναι μεγαλοπρεπέστατο και από τα εντυπωσιακότερα της Πελοποννήσου σε μήκος και σε άνοιγμα καμάρας και από το 1998 είναι χαρακτηρισμένο σαν διατηρητέο μνημείο νεώτερης τέχνης.
   Συνέδεε τη Γορτυνία της Αρκαδίας με τη Λασσιώνα, Φολόη και Λαμπεία της Ηλείας.
   Κατασκευασμένο από ντόπια πέτρα, που αφθονεί στην περιοχή, είναι απόλυτα και αρμονικά ενταγμένο στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής.
   Πάνω όμως από 130 χρόνια, που να ήξεραν οι κατασκευαστές του την μοίρα που το περιμένει. Και αυτό γιατί ούτε και αυτό το σπουδαίο γεφύρι λέει να αποφύγει την “ταλαιπωρία της προόδου” από τους νεοέλληνες, ακολουθώντας τη μοίρα άλλων (Πλάκας στην Ήπειρο, Διαβολογέφυρο στην Κλομποκή της Δίβρης κλπ).
   Στην περιοχή, στον μυθικό Ερύμανθο και στη θέση “Πέτρα”, επιχειρείται να κατασκευαστεί Μικρό Υδροηλεκτρικό Εργοστάσιο (ΜΥΕ) ισχύος 2,93 ΜΒ. Για το σκοπό αυτό έχει ξεκινήσει άνοιγμα δρόμων, κόψιμο δένδρων, μπαζώματα και άλλες δραστηριότητες που απαιτεί ένα τέτοιο έργο, που βεβαίως όλες οι παραπάνω ενέργειες έχουν σαν αποτέλεσμα την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής και συνακόλουθα την απαξίωση και πιθανά τον αφανισμό της επιβλητικής αυτής λαϊκής κατασκευής, που σεβάστηκε ο χρόνος και ο τόπος.
   Παρά τις αντιδράσεις οικολογικών και περιβαλλοντολογικών οργανώσεων, πολιτιστικών σωματείων, τοπικών φορέων και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που θεωρούν την ενέργεια αυτή καταστροφική και συνέχεια της αντίστοιχης του “Διαβολογέφυρου στην Κλομποκή”, οι “υπεύθυνοι” δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται την οικολογική και ιστορική καταστροφή που θα προκαλέσουν στην περιοχή.
Παραλογγίτικο στον Ερύμανθο. (Φωτο: ΑΓΠ)

Εκτός από την κατασκευή του σπουδαίου αυτού γεφυριού οι συγκεκριμένοι Πουρναραίοι έχτισαν το καμπαναριό “της Κοίμησης της Θεοτόκου” στο Μοναστηράκι Γορτυνίας, τη βάση και μέχρι δύο μέτρα ύψος “τον Άγιο Δημήτριο” στο Βιδιάκι, την εκκλησία της Αγίας Ζώνης στο χωριό Παραλογγοί, την παραλογγίτικη βρύση κ. ά. Κάποιοι ντόπιοι γεροντότεροι λένε ότι την παραλογγίτικη βρύση την έχτισαν κάτοικοι της Πουρναριάς το 1877 μαζί με το γεφύρι και την εκκλησία. Πιθανώς οι κάτοικοι να είχαν στο μυαλό τους το όνομα της οικογένειας Πουρνάρα, που ήταν οι κατασκευαστές του παραλογγίτικου γεφυριού την ίδια περίοδο, της βρύσης και της εκκλησίας  και να το συνέδεσαν λαθεμένα με το χωριό Πουρναριά (Ποδογορά).  Οι Πουρναραίοι αυτοί έμαθαν την τέχνη από τον πατέρα τους Γιώργη Πουρνάρα.
   Τα ίδια αδέλφια έχτισαν κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και το δίτοξο γεφύρι της Δήμητρας, δύο περίπου χιλιόμετρα από το ομώνυμο χωριό της Γορτυνίας, του νομού Αρκαδίας, για να γεφυρώσουν τον Λάδωνα και να συνδέσουν τα χωριά Δήμητρα και Κοντοβάζαινα με τα Τρόπαια. Βρίσκεται μεταξύ της τεχνικής λίμνης του Λάδωνα και του ΥΗΣ και σήμερα εξυπηρετεί ποιμενικές κυρίως αλλά και αγροτικές εργασίες.
Της Δήμητρας. (Φωτο: ΑΓΠ)

  Η Δήμητρα είναι χτισμένη σε υψόμετρο 660 μέτρων στους πρόποδες του Αφροδίσιου όρους και την ονομασία της την οφείλει σε έναν αρχαίο ναό της Ελευσίνιας ή Αλουσίας Δήμητρας, που βρισκόταν εκεί κοντά, ερείπια του οποίου υπάρχουν στην μονή της Κλειβωκάς.
  Η ονομασία του χωριού ήταν Δίβριτσα μέχρι το 1928, που σημαίνει μέρος με πολλά νερά.
  Το γεφύρι της Δήμητρας είναι ένα σπάνιας αρχιτεκτονικής ομορφιάς δίτοξο κομψοτέχνημα, με ισοειψή τόξα, ελαφρώς μικρότερου ανοίγματος το δεύτερο από ανάντη, σχολαστικά πελεκημένη πέτρα, στηθαίο και τέλειες αναλογίες, γνήσιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πατροπαράδοτης τέχνης των λαγκαδινών μαστόρων.
  Χτίστηκε με ντόπια υλικά, που αφθονούν στην περιοχή και την Αρκαδία γενικότερα και είναι καλοδιατηρημένο ανάμεσα σε θεόρατα πλατάνια, που οι ντόπιοι θεωρούσαν ότι “κράταγε”, ήταν δηλαδή λημέρι νεράιδων. Λέγεται ακόμη ότι στο συγκεκριμένο γεφύρι το 1933 έπεσε μια κοπέλα γιατί ατιμάστηκε, βάζοντας έτσι τέλος στη ζωή της.
Το γεφύρι της Δήμητρας πνιγμένο στο πράσινο και την...σιωπή. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

  Το γεφύρι της Δήμητρας είναι ένα σπουδαίο γεφύρι, από τα πλέον εντυπωσιακότερα και μεγαλοπρεπέστερα της Πελοποννήσου, που περιμένει τον επισκέπτη να τον θαμπώσει και να τον οδηγήσει στις παλιές καλές εποχές.
  Μια άλλη σπουδαία κατασκευή των ίδιων αδελφών Πουρνάρα, ίσως το σπουδαιότερο σε ιστορία και χρησιμότητα,  είναι και το γεφύρι που ενώνει τις όχθες ενός εκ των πλέον μυθικών και ιστορικών ποταμιών της Πελοποννήσου και της Ελλάδας, του θεϊκού Ερύμανθου και είναι ένα από τα καλλίτερα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα της λαγκαδινής τεχνικής της λαϊκής γεφυροποιίας, αρμονικότατα ενταγμένο στο φυσικό περιβάλλον.
Πρόκειται για το γεφύρι στην περιοχή “Δομοκός”, τρία χιλιόμετρα περίπου δυτικά του χωριού Βιδιάκι Γορτυνίας, εξ ου και “Βιδιακίτικο". Βρίσκεται στη μέση σχεδόν του μήκους 60 χιλιομέτρων Ερύμανθου, από τις πηγές του μέχρι την εκβολή του στον Αλφειό και χτίστηκε το 1870.
Γεφύρι στη θέση "Δομοκός" ή Βιδιακίτικο γεφύρι. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσσου).

Με ενέργειες του συλλόγου Βιδιακιτών και επί προεδρίας Κων/νου Κηπουρού προς την Β' εφορία αρχαιοτήτων στην Πάτρα την 28/01/2002, χαρακτηρίστηκε από το υπουργείο πολιτισμού με το ΦΕΚ 886/02/07/2003 ως διατηρητέο μνημείο με το αιτιολογικό ότι “...η ανωτέρω γέφυρα αποτελεί σημαντική μαρτυρία για τον τρόπο επικοινωνίας και την κοινωνικοοικονομική οργάνωση της περιοχής και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία της ευρύτερης περιοχής από την αρχαιότητα ως σήμερα καθώς και με τις μνήμες των κατοίκων”.
Αποτέλεσε για πολλά χρόνια το αναγκαιότερο και ωφελιμότερο έργο για τους κατοίκους της περιοχής και διέξοδο επικοινωνίας τους προς Ηλεία, Αχαία και αντιστρόφως.
Είναι σπάνιας αρχιτεκτονικής ομορφιάς, μονότοξο κομψοτέχνημα, με σχολαστικά πελεκημένη πέτρα και τέλειες αναλογίες, γνήσιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πατροπαράδοτης τέχνης των Λαγκαδινών μαστόρων. Οι θολίτες έχουν μήκος 80 εκατοστά και ένα άλλο χαρακτηριστικό του είναι η κλίση του στηθαίου, που πιθανόν να έγινε για λόγους στατικότητας, βάρους, δυσκολίας μεταφοράς ή και καλαισθησίας ακόμη. Είναι χτισμένο στο πιό στενό σημείο του Ερύμανθου και τα βάθρα του δεξιά και αριστερά στηρίζονται σε συμπαγή βράχο.
Χτίστηκε με ντόπια υλικά, που αφθονούν στην περιοχή και την Αρκαδία γενικότερα, μετά από ενέργειες του επί 12ετίας δημάρχου της περιοχής, του τότε δήμου Θέλπουσας, Ζώη Μυλωνά από το Βιδιάκι και με έξοδα του κρατικού προϋπολογισμού. Τό “εργοτάξιο”, ας το πούμε έτσι, φαίνεται ότι βρισκόταν προς τη μεριά της Γορτυνίας, 30-40 μέτρα από το γεφύρι, όπου υπάρχουν ίχνη λατομείου- νταμαριού και μιά μικρή πηγή.
Η πρόσβαση στο γεφύρι ειναι πια μια μικρή περιπέτεια καθώς οι παλιοί δρόμοι, τα μονοπάτια δηλαδή, από Βιδιάκι, Παραλογγούς-Πέτα, έχουν κλείσει εντελώς και έχουν γίνει δάσος. Αυτό βεβαίως είναι καλό από τη μια πλευρά γιατί αποκλείει τις κακές σκέψεις κάποιων ασυνείδητων και τις όποιες λαθεμένες παρεμβάσεις, που ξεκινούν από την αφαίρεση της πέτρας και φτάνουν μέχρι την τσιμεντοποίηση για δήθεν διάσωση, είναι και κακό γιατί δυσκολεύει αφάνταστα τη σωστή συντήρησή του λόγω της δύσκολης προσβασιμότητάς του. Και πρέπει να τονιστεί ότι χρειάζεται συντήρηση στα στηθαία του και καθαρισμός της βάσης και των βάθρων του από τα φερτά υλικά και τα δένδρα.
Η επαφή με το γεφύρι έγινε από το ρέμα “Ρούτελη”, με τη βοήθεια του ντόπιου, από το Βιδιάκι, Κώστα Κολλιόπουλου. Οι παλιοί όταν μίλαγαν για το χείμαρο της Ρούτελης “έτρεμε το στόμα τους”. Τόσο επικίνδυνος είναι ο χείμαρρος αυτός τούς φθινοπωρινούς και χειμωνιάτικους μήνες και όταν έχει απότομα κατεβάσματα. Ή εγκατάλειψη της υπαίθρου στέρησε και αυτή την ύπαρξη των βοηθητικών δρόμων, των “γιδόστρατων”, για την πρόσβαση στο γεφύρι.
Υπάρχουν δύο εικασίες για την προέλευση του ονόματος του γεφυριού:
Η πρώτη θεωρεί ότι δεν αποκλείεται νάχει σχέση με τη μάχη στο Δομοκό της Φθιώτιδας κατά τον άτυχο πόλεμο του 1897 και ονομάστηκε έτσι από κάποιους στρατιώτες που πολέμησαν εκεί, γιατί υπάρχουν και άλλα παρόμοια ονόματα περιοχών, όπως “Τζουμαγιά”, από τη μάχη της Τζουμαγιάς το 1913 κατά την περίοδο των βαλκανικών πολέμων κλπ. Το όνομα όμως φαίνεται ότι προϋπήρχε της μάχης του Δομοκού.


 
Το ΑΓΠ ...επί τω έργω.
Η άλλη, η δεύτερη και πιο πιθανή, θεωρεί ότι μπορεί να ονομάστηκε έτσι η περιοχή που βρίσκεται το γεφύρι λόγω της ύπαρξης εκεί ομώνυμου χωριού, όπως αναφέρει ο Άγγλος περιηγητής William Leake λέγοντας ότι “...κάτω από μας, στη δεξιά όχθη του ποταμού Ερύμανθου είναι μερικά αρχαία υπολείμματα ενός χωριού, που κάποτε υπήρξε εκεί, ονομαζόμενο Δομοκό. Είναι, ίσως, η (αρχαία) πόλη Θραιστός” (2)
Το γεφύρι στο “Δομοκό” συνεχίζει να είναι σημείο συνάντησης, μνήμης και σύνδεσης με την ιστορία και την λαογραφία του τόπου μας, με δυσάρεστα και ευχάριστα βιώματα των κατοίκων του Βιδιακίου και της ευρύτερης περιοχής.
Το επιβλητικό φαράγγι του Ερύμανθου στη θέση αυτή και η ιστορία του τόπου, προσδίδουν στο γεφύρι ιδιαίτερη αίγλη, κομψότητα και μεγαλοπρέπεια.
Στέκει εκεί στην ερημιά, αγέρωχο, βουβός μάρτυρας παλιών ζωντανών εποχών περιμένοντας τον επισκέπτη και την ...φροντίδα των υπευθύνων.
Η νεότερη γενιά των Πουρναραίων μαστόρων, απόγονοι των παραπάνω, κατά μαρτυρίες των ντόπιων, έχτισαν και τα γεφύρια στις θέσεις «Σκαλίτσα» και «Γούβια», κοντά στο χωριό Βιδιάκι Γορτυνίας.
Γεφύρι Σκαλίτσας. (Φωτο: ΑΓΠ)

  Το γεφύρι στη Σκαλίτσα χτίστηκε το 1932  με έξοδα του Νικ. Κηπουρού ή Σπανού, βρίσκεται στο ρέμα Σκαλίτσα, κοντά στο χωριό και είναι μονότοξο.
Ο Κων. Κηπουρός μας αφηγείται(3) για το γεφύρι:
«...το γεφύρι αυτό έχει χτιστεί με δωρεά του Νικολάου Γ. Κηπουρού, ο οποίος είχε κάνει πολλά χρόνια στην Αμερική μαζί με τον πατέρα του και όταν επέστρεψε άνοιξε εμπορικό κατάστημα στην Αθήνα, στην οδό Ερμού και με τα χρήματά του έγιναν πολλά έργα στο Βιδιάκι. Ένα απ’ αυτά είναι και το γεφύρι τούτο εδώ της “Σκάλας” ή “Σκαλίτσας”, που χτίστηκε το 1932. Αμυδρά εγώ θυμάμαι τους μαστόρους εδώ, τους Πουρναραίους και τους άλλους, όσοι δούλευαν, δεν τους θυμάμαι όλους ακριβώς, στο χτίσιμο αυτό.» 
Η περιοχή που είναι χτισμένο το γεφύρι ονομάζεται “Μανικιά” και μέσω ενός χωματόδρομου που ξεκινούσε από την άκρη του χωριού {Βιδιάκι} κατευθυνόταν προς τα χωράφια και τα χωριά Μοναστηράκι, Ράχες κλπ. Επί του ίδιου δρόμου μετά από 1000 -1200 μέτρα συναντάμε το γεφύρι στα Γούβια. Το μονοπάτι μέσω των δύο γεφυριών, “Γούβια” και “Σκαλίτσα”, ένωνε το Βιδιάκι με το Μοναστηράκι και είναι καλντεριμωτό σε πολλά σημεία του.
Το γεφύρι στα "Γούβια", βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χωριό Βιδιάκι Γορτυνίας, στο ρέμα "Γουβια", είναι μονότοξο και χτίστηκε με δαπάνη και αυτό του Νικολάου Κηπουρού ή Σπανού από το Βιδιάκι, το 1938 ενώ το στηθαίο είναι νεότερη προσθήκη.
Γεφύρι στα Γούβια. (Φωτο: ΑΓΠ)

«…το γεφύρι στα Γούβια εξυπηρετούσε τους κατοίκους του Βιδιακίου και τους άλλους περαστικούς στις αγροτικές και ποιμενικές τους εργασίες, είχαν τα κοπάδια τους τριγύρω, τα ποιμνιοστάσια και τα κονάκια. Όσον αφορά το όνομα, γούβια είναι η γούβα, τα μικρά γουβάκια και έτσι ονομάστηκε στα “Γούβια” γιατί υπήρχαν τέτοιες γούβες εκεί. Το ρέμα στο γεφύρι λέγεται ρέμα των Γουβιών. Πέραν της άποψης της ονομασίας του γεφυριού από τις γούβες, υπάρχει και η πιθανότητα η ονομασία να προέρχε ται και από το νυχτόβιο πτηνό Γούβης ή Γούβι – Βίας – Μπούφος που κουρνιάζει εκεί.» (4)

Σημειώσεις-βιβλιογραφία 
(1). Ηλίας Τουτούνης. «Η γενιά των Κολοκοτροναίων και τα τραγούδια τους». Εκδόσεις Κοκλάκι. Αμαλιάδα 2009, σελ. 265-266.
(2). W. Leake. “Travels in Morea”. Σελ. 236
(3). Μαρτυρία του ντόπιου Δάσκαλου και επιθεωρητή Δημόσιας εκπαίδευσης Κώστα Κηπουρού στον γράφοντα.
(4). Ομοίως.