Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Δευτέρα 3 Μαΐου 2021

Τρία γεφύρια στη Βοσνία-Bosnia. Mustaj bej bridge. Capljina - Rimski most. Usticolina. Karadoz-beg most. Blagaj.


Mustaj bey bridge 
Πρόκειται για μια παλιά γέφυρα Οθωμανικής εποχής και τεχνοτροπίας κοντά στην πόλη Capljina, που γεφυρώνει τον ποταμό Bregava.
Είναι ένα μονότοξο ημικυκλικό γεφύρι, με καμπυλωτή επιφάνεια διάβασης, μια σειρά θολίτες, στηθαία σε άσχημη κατάσταση και μισοκατεστραμμένα καθώς και βάθρα να πατάνε σε χωμάτινο και σαθρό έδαφος.
Mustaj bej bridge από ανάντη. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
Δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση, τα στηθαία έχουν υποστεί φθορές και η επιφάνεια διάβασης έχει στρωθεί με τσιμέντο. 
Στο γεφύρι. (Φώτο: ΑΓΠ)

O Mirza Gluhic από το Sarajevo, μας λέει για το γεφύρι αυτό:
«Γεια σας. Είμαστε εδώ για να επισκεφτούμε το γεφύρι Μουσταή Μπέη, κοντά στο Λέμπτσι, πολύ κοντά στην πόλη Τσάπλινα, στον ποταμό Μπρέγκαβα, που χτίστηκε από τον Μουσταή Μπέη το 1517. Είναι το παλιότερο γεφύρι στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Χτίστηκε 50 χρόνια πριν από το γεφύρι στο Μόσταρ».

Rimski most-Usticolina
Πρόκειται για ένα παλιό, ημικυκλικό, μονότοξο γεφύρι, με μια σειρά θολίτες, χωρίς στηθαία και επίπεδη επιφάνεια διάβασης. Βρίσκεται στη διαδρομή που χρησιμοποιούνταν κατά την παλιότερη περίοδο και ένωνε την περιοχή με την Μεσόγειο. Οι ντόπιοι την ονομάζουν «Ρωμαϊκή γέφυρα» ή «Πετρογέφυρο». Δεν υπάρχουν στοιχεία για το πότε ακριβώς χτίστηκε. Το πλάτος του πάνω από το ρέμα είναι 3,30 μ. και το μήκος του 5.50 μ. Το ύψος πάνω από την κοίτη φτάνει τα 5,80 μ. και το ύψος των βάθρων στις όχθες είναι γύρω στα 4 μ.

Η Ρωμαϊκή γέφυρα. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
Το γεφύρι διατηρείται στην αρχική του μορφή, αλλά λόγω της κακής του κατάστασης, χρησιμοποιείται μόνο από πεζούς και γι’ αυτό βρίσκεται σε μια παράκαμψη του τωρινού αγροτικού δρόμου. 
Στη Rimski most. (Φώτο: ΑΓΠ)

Ο Mirza Gluhic από το Sarajevo μας λέει για το γεφύρι αυτό:
«Γεια σας. Επισκεφτήκαμε αυτό το γεφύρι στην Ουστικολίνα, που ονομάζεται Ρωμαϊκή γέφυρα. Είναι πολύ παλιά γέφυρα και αυτό το ρέμα χύνεται στον ποταμό Drina, είναι ένα μικρό ποταμάκι».

BlagajKaradoz-beg bridge
Την συναντάμε στην περιοχή Blagaj, μια περιοχή ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, νοτιοανατολικά του Mostar, κοντά στις πηγές του ποταμού Buna, τον οποίο γεφυρώνει και που είναι  παραπόταμος του Neretva, στο δρόμο προς την πόλη Stolac, 50 μέτρα από το τζαμί του Sultan Suleyman,
Aποτελείται από 5 ισοϋψή ημικυκλικά τόξα, μια σειρά θολίτες, στηθαία που φαίνεται πως είναι μεταγενέστερη προσθήκη, προβόλους και επίπεδη επιφάνεια διάβασης. (1)
Karadoz-beg bridge. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
Είναι σε χρήση για τα ΙΧ αυτοκίνητα μεσαίου βάρους.
Χτίστηκε πιθανότατα πριν το 1570 από κάποιον Zaim hajji Mehmed-beg, γνωστό σαν Karadoz και από τον οποίο πήρε και το όνομά του.
Το 1849 υπέστη σοβαρές ζημιές, από κάποιο πιθανό κατέβασμα του ποταμού, και μια κόρη του ντόπιου Ali-beg Velagic έδωσε τα χρήματα για την επισκευή της.

 Σημειώσεις-βιβλιογραφία 
(1).  Σε όλη την πορεία καταγραφής των πέτρινων γεφυριών της Βοσνίας πολύτιμη ήταν και είναι η συμβολή του φίλου Mirza Gluhic από το Sarajevo. Τον ευχαριστώ.

Δείτε τα παρακάτω videos για τα τρία γεφύρια:




Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Χωρυγόσκαλα στη Μεσσηνία. Μία ιστορική τοποθεσία θυσίας Ελληνίδων γυναικών.

 

 Πρόκειται για ένα ελικοειδές, αδιάβατο και κατεστραμμένο κομμάτι το πιο δύσκολο και επικίνδυνο του ημιονικού και ιστορικού δρόμου που οδηγεί από τον Άγιο Νικήτα Δυρραχίου στη Μεγάλη Αναστάσοβα (Νέδουσα) και Χάνι Λαγού με πολλαπλές κατευθύνσεις.

Είναι το όριο των τοπικών κοινοτήτων Αρτεμισίας και Νέδουσας του δήμου Καλαμάτας, Βορειοδυτικά της Αρτεμισίας και νότια της Νέδουσας.
Η παράδοση αναφέρει ότι η περιοχή της χωρυγόσκαλας έγινε σημείο ηρωισμού και θυσίας Ελληνίδων κατά το 1826 όπου την Πελοπόννησο διαγούμιζε ο Ιμπραήμ.
Από εκεί περνούσε ο συντομότερος, ημιονικός τότε, δρόμος από τα Πισινοχώρια προς Δυρράχι, Γιανναίους, Καμάρα, κλπ. Ονομάζονται Πισινά χωριά (Μεγάλη Αναστάσοβα-Νέδουσα, Σίτσοβα-Αλαγονία, Μικρή Αναστάσοβα-Πηγές, Τσερνίτσα-Αρτεμισία, Λαδά και Καρβέλι) γιατί σε σχέση με το Μυστρά είναι χτισμένα στο πισινό (δυτικό) μέρος του Ταϋγέτου ενώ ο Μυστράς στο μπροστινό (ανατολικό).
Όπως αναφέρει στο βιβλίο του (Όπισθεν του Μυστρά, σελ. 148-161) Τόμος Α΄ ο Ηλίας Αθ. Λάζαρος-Σμήναρχος (Τ.Υ.Ε.) ε.α. 
«Αποτελεί στενό ελικοειδές υπό μορφή σκάλας και επικίνδυνο ημιονικό πέρασμα πάνω σε σάρα από την ορθοπλαγιά των πρόβουνων του Ταϋγέτου Κάπελη-Φτερούση στα ριζά της...Σήμερα διακρίνεται μόνο ένα μέρος από τη σάρα ενώ το υπόλοιπο τμήμα της έχει καλυφθεί από θάμνους. Από τον παλιό ελικοειδή δρόμο ό,τι είχε απομείνει κατέρρευσε μετά τους σεισμούς του 1986.
Η τοποθεσία οφείλει το όνομά της στο γεγονός ότι η περιοχή αποτελείται από ασβεστολιθικές πέτρες και στον ελικοειδή δρόμο, ο οποίος έχει έξι στροφές. Επισημαίνεται ότι στα χωριά αυτά ο ασβέστης λέγεται και χωρόγι. Δηλαδή χωρόγι+σκάλα=χωριγόσκαλα. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω, κοντά στου Λαγού το Χάνι, λειτουργούσε ασβεστοκάμινο τα ερείπια του οποίου σώζονται ακόμη. Αλλά και οι πέτρες από τις οποίες ήταν χτισμένο το ιστορικό Χάνι του Λαγού (Ηλιόπουλου), μετά τη διάνοιξη του αμαξιτού δρόμου προς Νέδουσα, πουλήθηκαν σε ασβεστοκάμινο».
 

 Χωρυγόσκαλα. (Σχεδιάγραμμα: Ηλίας Αθ. Λάζαρος)

Α.  Εξωκκλήσι Αγίου Νικήτα Δυρραχίου.

Β. Συμβολή ορίων Τοπικών Κοινοτήτων Δυρραχίου, Τσερνίτσας και Μεγάλης Αναστάσοβας.

Γ. Ημιονικός δρόμος με κατεύθυνση προς Μεγάλη Αναστάσοβα (Νέδουσα).

Δ.  Ημιονικός δρόμος με κατεύθυνση Χάνι Λαγού, κλπ.

Ε.  Όρια έκτασης Τσερνίτσας.

ΣΤ. Όρια έκτασης χωριού Μεγάλης Αναστάσοβας.

Χ.  Χωρυγόσκαλα.

Ζ. Πιθανότερο σημείο από το οποίο έγινε το πήδημα στα βράχια και το χάος από τις Ελληνίδες γυναίκες του Μοριά.

Και να πως παραστατικότατα αναφέρεται η θυσία των Ελληνίδων Γυναικών στις 21/05/1826 από τον Ηλία Αθ. Λάζαρο στο βιβλίο του: «Με την είσοδο των Τουρκοαιγυπτίων στον κάμπο της Καρύταινας οι άμαχοι και οι περισσότεροι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, έντρομοι διασκορπίστηκαν στα γύρω βουνά παίρνοντας το δρόμο για τα Πισινά χωριά, προκειμένου να σωθούν...Από όλους αυτούς τους ανθρώπους που κατευθύνονταν προς τα Πισινά χωριά για να σωθούν, συγκλονιστικό είναι το δράμα είκοσι ανώνυμων γυναικών οι οποίες αφού πέρασαν το εξωκλήσι του Αγίου Νικήτα Δυρραχίου Χωρυγόσκαλα κρύφτηκαν πάνω από το ημιονικό μονοπάτι, για να γλυτώσουν από τους Τουρκοαιγυπτίους που τις κατεδίωκαν και κόντευαν να τις φτάσουν.Όταν ανακαλύφτηκε το κρησφύγετο τους, οι γεροντότερες άρχισαν να κυλάνε πέτρες προσπαθώντας να συντρίψουν τους αραπάδες που τις είχαν προσπεράσει και κατέβαιναν τον ελικοειδή δρόμο. Η ενέργειά τους αυτή είχε σκοπό να καθυστερήσει όσο το δυνατόν περισσότερο τους αραπάδες, προκειμένου να δώσουν τον απαιτούμενο χρόνο στις νεότερες με τα παιδιά τους να περάσουν πάνω από τα βράχια, με κατεύθυνση προς το ασκηταρειό, για να διαφύγουν και να γλυτώσουν. Η αντίσταση όμως των αμυνομένων γυναικών με τις πέτρες δεν κράτησε πολύ, γιατί οι Οθωμανοί με τα όπλα τους συνέτριψαν τις περισσότερες. Είκοσι από τις νεαρές αυτές γυναίκες, όταν διαπίστωσαν ότι η προσπάθειά τους να διαφύγουν ήταν μάταιη και κινδύνευαν να πιαστούν αιχμάλωτες, έκαναν το προαποφασισμένο πήδημα στα βράχια και το χάος προτιμώντας τον έντιμο θάνατο από τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Με την πράξη τους αυτή, πέταξαν προς την αιώνια ελευθερία υπογράφοντας με το αίμα τους το συμβόλαιο της μεγάλης αναγέννησης του Ελληνισμού».

 

Ο Α΄ τόμος του βιβλίου του Η. Λάζαρου.

Όπως αναφέρει επίσης στο βιβλίο του ο Ηλίας Λάζαρος «θεωρούμε επίσης σκόπιμο να αναφέρουμε ότι ο βράχος από τον οποίο πήδηξαν στο χάος οι γυναίκες αυτές μας είναι άγνωστος. Το γεγονός όμως αυτό, θεωρείται ήσσονος σημασίας γιατί αξία έχει ο ηρωισμός και η θυσία τους και όχι ποιος ακριβώς ΄ταν ο βράχος από τον οποίο πήδηξαν στο χάος. Άλλωστε μετά από 200 περίπου χρόνια, είναι αδύνατον να υπάρχουν ευρήματα, που να μας οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα. Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε από τη μελέτη του εδάφους».

 
 Ο Β΄τόμος του βιβλίου του Η. Λάζαρου.
Και επιπλέον διευκρινίζει ότι «από όλα τα στοιχεία που παραθέτουμε διαφωτίζεται η δράση των Τουρκοαιγυπτίων, οι οποίοι μετέβαιναν από την Καρύταινα στη Μεσσήνη μέσω Ακόβου και Μεγάλης Αναστάσοβας των Πισινών χωριών κατά το Μάιο του 1826 και διαλύονται οι υφιστάμενες πλάνες και παρανοήσεις σχετικά με την καταγωγή των γυναικών, οι οποίες στη Χωρυγόσκαλα προτίμησαν τον ηρωϊκό θάνατο από την άτιμη δουλεία. Αν κάποιος προσπαθήσει να παρουσιάσει τις γυναίκες αυτές ως καταγόμενες από τη Μεγάλη Αναστάσοβα ή από τα Πισινά χωριά, κάνει λάθος. Αν το λάθος του οφείλεται σε άγνοια, καλό θα είναι να προσέξει περισσότερο τις πηγές του. Αν όμως κινείται από τοπικιστικά ελατήρια, προκαταλήψεις ή ιδεολογικές σοφιστείες τότε παραδίδεται στην κρίση των αναγνωστών του».

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

Κομμένο γεφύρι στον Λάδωνα


“…Θα σου χαρίσω όλον αυτόν τον τόπο να γίνει δικό σου τσιφλίκι. Δεν θέλω τίποτα, του είπε ο γέρο – Καραβασίλης. Μια κι επιμένεις όμως να μου κάνεις μια χάρη, ένα πράμα θα σου ζητήσω. Να γκρεμίσεις το γεφύρι του Ροφιά…”
 
Στο Λάδωνα, στην περιοχή της Αρκαδίας, στη γη του Πάνα, βόρεια από το γεφύρι της Κυράς, στον κερπινιώτικο κάμπο και στη θέση “Παναγιά” υπάρχουν οι βάσεις από τρία τόξα. Πρόκειται για τα ερείπια από ένα τρίτοξο γεφύρι, το λεγόμενο “Κομμένο γεφύρι”, πού γκρεμίστηκε επί τουρκοκρατίας. 
Βρισκόταν ανάμεσα στους συνοικισμούς Γλανιτσά – Παλαιόπυργος – Κοκκαλιάρα.
 Λαγκαδινοί μαστόροι με διαταγή των Τούρκων το χτίσανε στις αρχές της τουρκοκρατίας για να κινούνται εύκολα τα στρατεύματά τους.
  Ακριβώς πότε χτίστηκε δεν γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε όμως ότι χτίστηκε για να ενώσει  τη Γορτυνία με τα Καλαβρυτοχώρια.
Ο Π. Σαραντάκης (1) αναφέρει για το Κομμένο γεφύρι:
   Βόρεια του γεφυριού της Κυράς, στον κάμπο της Κερπινής, θα συναντήσουμε τις βάσεις τριών τόξων ενός γεφυριού που η λαϊκή ανάμνηση διασώζει ως Κομμένο γεφύρι. Αυτό κτίστηκε σε χρόνια άγνωστα, για να γεφυρώσει το Λάδωνα στο πέρασμα της Γορτυνίας προς την επαρχία Καλαβρύτων. Η ιστορία δεν πέρασε από πάνω του, μονάχα ένας θρύλος μιλάει γι' αυτό, ξεχωριστός. Στα χρόνια της σκλαβιάς ο Κερπινιώτης βοσκός Καραβασίλης ανέθρεψε σαν να 'ταν δικό του παιδί ένα ορφανό τουρκόπουλο. Όταν αυτό μεγάλωσε, του μίλησε και το άφησε να φύγει για την Πόλη. Μια μέρα, όμως, αυτό γύρισε σαν αγάς στη γειτονική Στρέζοβα. Έστειλε απόσπασμα και κάλεσε τον Γραικό πατέρα του για να 'ρθει κοντά του. Ο Κερπινιώτης πλύθηκε, στολίστηκε, φίλησε τους δικούς του και ξεκίνησε πιστεύοντας ότι ήθελαν να τον σκοτώσουν. Όταν παρουσιάστηκε στον πύργο του αγά, αυτός έσκυψε δακρυσμένος και φίλησε τα γέρικα χέρια που τον ανέθρεψαν. Ταραγμένος για το αναπάντεχο γεγονός ο γέροντας άκουσε να του λέει ότι ήταν το τουρκόπουλο που μεγάλωσε σαν παιδί του και τον παρακάλεσε να του προσφέρει ό,τι ζητήσει. Ο Καραβασίλης σκέφτηκε και του ζήτησε ένα πράγμα. Να κόψει το γεφύρι για να μην έρχονται από την απέναντι μεριά και κλέβουν τα αραποσίτια που είχε στον κάμπο. Αμέσως δόθηκε η διαταγή και κόπηκε το γεφύρι. Για να μαλακώσει το κορασάνι, που είχαν δεθεί οι πέτρες του έφεραν και έριξαν σαράντα φορτώματα ξύδι”.
Η θέση του γεφυριού στον Λάδωνα.

  Από τότε ονομάστηκε “Κομμένο γεφύρι”. Παραλλαγή αυτής της παράδοσης αναφέρει ότι το γεφύρι “κόπηκε” από τον Τούρκο αγά για να εμποδίζονται οι κάτοικοι της Ποδογοράς να κλέβουν το αραποσίτι του Καραβασίλη. Πρόκειται για μια παράδοση, που έπλασε ο λαός της περιοχής στο πέρασμα των χρόνων, προβληματισμένος από τα γεγονότα της καθημερινής ζωή και της ιστορίας του, πέρασε από τη μια γενιά στην άλλη, συνδέθηκε με τη ζωή του, δημιούργησε διάφορα συναισθήματα και αγαπήθηκε πολύ. Το πιο πιθανό είναι όμως να παρασύρθηκε το γεφύρι από κάποιο δυνατό κατέβασμα του Λάδωνα.
   Μια λεπτομερή διήγηση για την ιστορία του γεφυριού μας δίνει ο Γ. Θ. Καραθεοδωρής, αναφέροντας: (2)
   “ Το γεφύρι αυτό, βρισκόταν εκεί που καταλήγουν τα Δασκαλέϊκα ποτιστικά χωράφια και λέγονται μερίδες και διασώθηκαν ως τα χρόνια μας τα δυο πόδια του, που σήμερα πλέον είναι θαμμένα κάτω από τα νερά της τεχνικής λίμνης του Λάδωνα. Ήταν χτισμένο με πέτρες και με την περιβόητη λάσπη (κορασάνι). Το κορασάνι φτιαχνόταν από τριμμένο σε σκόνι κεραμίδι κι ασβέστη άσβεστο. Μέσα στη λάσπη του ανακάτευαν λάδι και κορκούς αυγών. Έτσι γινόταν μια ουσία που στην αντοχή ήταν ανώτερη από το τσιμέντο. Τα τρία τεράστια τόξα της καμάρας του ένωναν την Πέρα μεριά, όπως συνηθίζουν να λένε τα Στρεβοζινά και Ποδογορινά χωράφια με τη Δώθε μεριά, τα Κερπινιώτικα χωράφια. Στα χρόνια εκείνα, το γεφύρι αυτό ήταν ένας σπουδαίος, ο μοναδικός ίσως κόμβος συγκοινωνιών που ένωνε την επαρχία Γορτυνίας με την επαρχία Καλαβρύτων. Εκείνος που ήθελα να πάει από την Αρκαδία στην Πάτρα ή στα Καλάβρυτα και το αντίθετον, έπρεπε απαραίτητα να περάσει πάνω σε τούτο το γεφύρι. Το θρυλικό αυτό γεφύρι χτίστηκε στα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας, από Αρκάδες εργάτες και μαστόρους. Οι Τούρκοι αγάδες θέλοντας να εξυπηρετήσουν τα στρατεύματα της τουρκικής κατοχής, υποχρέωσαν με τη βία τους σκλαβωμένους Αρκάδες, να χτίσουν αυτό το γεφύρι που ο θρύλος έφτασε από γενεά σε γενεά ως εμάς. Πόσες και πόσες φάλαγγες Τούρκων πέρασαν πάνω από τούτο το γιοφύρι και σκόρπισαν τη δυστυχία  και την ερήμωση στο σκλαβωμένο Μοριά. Οι σκλαβωμένοι Έλληνες το βλέπαν σαν ανάθεμα και το καταριόσανται, ζητώντας πάντοτε την ευκαιρεία , να το ξεθελελιώσουν.  Μα η ευκαιρεία αυτή δεν τους δινότανε και το τρομερό γεφύρι στεκόταν σαν ένας γιγάντιος βρικόλακας εκεί καταμεσής του κάμπου. Βαριά και θλιμμένα περνούσαν τα χρόνια της σκληρής σκλαβιάς και το γιοφύρι – σκιάχτρο έσφαζε τις καρδιές των γύρω δουλευτάδων της γης. Οι σκλαβωμένοι  Αρκάδες και Καλαβρυτινοί, μπαϊντισμένοι απ' τον αβάσταχτο τούρκικο ζυγό, ξεσηκώθηκαν κάποτε ενάντια στους απαίσιους καταχτητές ζητώντας τη λευτεριά τους ή το θάνατο. Οι πρώτοι κλεφτοκαπεταναίοι είχαν κιόλας πιάσει καραούλια στα γύρω βουνά (Μαίναλο, Χελμό, Ωλενό, Ζήρεια, Πάρνωνα και Ταύγετο) και εξορμώντας από κει σφυροκοπούσαν τις τούρκικες ορδές με μοναδικά όπλα τις πέτρες, τα ξυνάρια, τα τσεκούραι και την άφταστη παλληκαριά τους. Ένα από τα φοβερά αυτά χτυπήματα των κλεφτοκαπεταναίων δόθηκε στο χωριό Βεσίνι των Καλαβρύτων, που ανάγκασε τους φοβερούς Τούρκους – Λαλαίους να υποχωρήσουν άταχτα προς τα όρια της Αρκαδίας  για να φτάσουν στην Ντροπολιτσά. Καθώς περνούσαν το γεφύρι τρεέχοντας, για να γλυτώσουν τα κεφάλια τους, απ' τους επαναστατημένους σκλάβους, πετούσαν στο ποτάμι ότι είχαν και δεν είχαν για να ξαλαφρώσουν και να μπορούν να τρέχουν πιο γρήγορα. Μια Τουρκάλα μάνα δεν άντεξε να πετάξει το μωρό παιδί της στο ποτάμι και το κουβάλησε μαζί της. Καθώς όμως πήρε τον ανήφορο της Βαλάκας κουράστηκε πολύ και αναγκάστηκε να τ' αφήσει φασκιωμένο στα σπάργανα, πάνω σε μια πέτρα και να φύγει με την ψυχή στα δόντια από την κούραση. Ο θρυλικός Κερπινιώτης Καραβασίλης, που έβοσκε τα γίδια του στης Βαλάκας το δάσος, άκουσε τα κλάματα του παιδιού και χωρίς να δειλιάσει ροβόλησε και πήρε στην αγκαλιά του το μωρό τουρκόπουλο. Ο μεγαλόψυχος αυτός τσοπάνος έφερε το παιδί στα γρέκια του, που βρίσκονταν στη θέση Μάντρα των Κάτω – Καλυβίων της Κερπινής και που τα ερείπιά τους σώζονται ακόμα από κείνα τα χρόνια. Εκεί το περιποιήθηκε και το μεγάλωσε σαν δικό του. Το πότιζε ζεστό γάλα από τα μαστάρια των γιδιών του και το ανάθρεψε στη στάνη του ώσπου γίνηκε σωστό παλληκάρι.
Όταν το παιδί έφτασε σε ώριμη ηλικία, ο γερο – Καραβασίλης του διηγήθηκε μια μέρα το περιστατικό της καταγωγής του. Του είπε ότι είναι τουρκόπουλο και πως θα πρέπει να πάει στην πατρίδα του για να βρει τους δικούς του. Του παιδιού τα μάτια στραφτοκόπησαν στο άκουσμα αυτό. Έσκηψε φίλησε το χέρι του ευεργέτη του και έφυγε για την Τουρκιά. 
 
Ερείπια Κομμένου γεφυριού. (Φώτο: Π. Σαραντάκης) 
 Εκεί εκπαιδεύτηκε στρατιωτικά και με την εξυπνάδα του και την παλληκαριά του, γίνηκε αξιωματικός του τουρκικού στρατού. Ύστερα από κάμποσα χρόνια τον στείλανε στη Στρέζοβα των Καλαβρύτων σαν διοικητή των τούρκικων αποσπασμάτων που βρίσκονταν εκεί. Ο Τούρκος αγάς θυμήθηκε τον τόπο που μεγάλωσε και τον θετό πατέρα του τον Καραβασίλη που ζούσε στην Πέρα μεριά του Λάδωνα. Έστειλε ένα στρατιώτη του και κάλεσε το γέρο να παρουσιαστεί μπροστά του. Ο γερο – Καραβασίλης που δεν ήξερε τι τον θέλει ο Τούρκος αγάς σηκώθηκε αποφασισμένος να αντιμετωπίσει το θάνατο. Πλύθηκε, στολίστηκε, φίλησε τους δικούς του, αποχαιρέτησε τα γρέκια του και τον τόπο που πέρασε όλη του τη ζωή και ακολούθησε τον Τούρκο στρατιώτη. Σε λίγο βρέθηκε μπροστά στον τρομερό αγά, κι ακλόνητος περίμενε την διαταγή του. Ο τούρκος αξιωματικός μόλις είδε τον γέρο, τον γνώρισε κι άρπαξε το κοκκαλιάρικο χέρι του και τον καταφιλούσε δακρυσμένος. Ο γέρος ταράχτηκε με αυτό που είδαν τα μάτια του, αλλά δεν μίλησε. Ο αγάς τον έβαλε να καθίσει και του είπε πως είναι το τουρκόπουλο που ανέθρεψε κάποτε σαν παιδί του. Για το καλό που μου έκανες, του είπε, θέλω να σου κάνω μια χάρη. Όποια μου ζητήσεις. Ο γερο – Καραβασίλης αρνήθηκε να δεχθεί από τον Τούρκο χάρη. Τότε ο αγάς του λέει. Ανέβα πατέρα πάνω στην πιο ψηλή κορυφή του Δρακοβουνιού κι άφησε  ελεύθερα τα μάτια σου να τηράξουν γύρω όσο μπορούν απέραντα. Θα σου χαρίσω όλον αυτόν τον τόπο να γίνει δικό σου τσιφλίκι. Δεν θέλω τίποτα του είπε ο γερο – Καραβασίλης. Μια κι επιμένεις όμως να μου κάνεις μια χάρη, ένα πράμα θα σου ζητήσω. Να γκρεμίσεις το γεφύρι του Ροφιά. Ο Τούρκος αγάς δαγκώθηκε για μια στιγμή και προσπάθησε να μεταπείσει τον γέρο να μην επιμείνει σ' αυτό το ρουσφέτι. Μα εκείνος έμεινε αμετάκλητος. Ο αγάς που το είχε σε κακό να αθετήσει το λόγο του, αναγκάστηκε να κάμει τη χάρη του γεροπατέρα του. Διάταξε να περάσουν όλα τα στρατεύματα από τη Γορτυνία στο Στρεζοβινό και γκρέμισε το γιοφύρι. Έτσι απαλλάχτηκε για πολλά χρόνια η περιφέρεια του Καραβασίλη από τις λεηλασίες των τούρκικων στρατευμάτων και η τοποθεσία του κάμπου που ήταν χτισμένο το γιοφύρι, ονομάστηκε Κομμένο γιοφύρι. Οι απόγονοι του Καραβασίλη για ν' αποφύγουν τις γιώξεις των Τούρκων, αναγκάστηκαν ν' αλλάξουν το επίθετό τους διατηρώντας πάντοτε το πρώτο μέρος του, Καρά~μαύρος. Διατηρείται όμως ακόμα το όνομα της γειτονιάς του χωριού (Καραβασιλέϊκα) που είχαν τα σπίτια τους”.
   Αργότερα, αποδεικνύοντας σε πόσο κατάλληλη θέση είχε χτιστεί το γεφύρι, εκεί κοντά (στην περιοχή Πέρα Συριάμου) οι ντόπιοι φτιάξανε ένα ξύλινο, στενό, από κορμούς δέντρων, για να περνάνε απέναντι και που την έλεγαν “Βέργα”.
   Η Κερπινή είναι χτισμένη στις βορειοδυτικές υπώρειες του Μαινάλου με σπουδαίο ρόλο στην ιστορία της Αρκαδίας και σε ύψος 920 μέτρων. Απλώνεται σε όλη τη δυτική ομαλή πλαγιά του λόφου Αγιοθανάση και ιδρύθηκε σαν κοινότητα με το 24/08/1912 βασιλικό διάταγμα (ΦΕΚ.252 Α') “ως έχουσα υπέρ τους 300 κατοίκους και σχολείου στοιχ. Εκπαίδευσης.”

Βιβλιογραφία – σημειώσεις.
(1).           Πέτρος Σαραντάκης. “Περί Πετρογέφυρων – Γεφυριών Ιστορίες”. Β' Επιστημονική Συνάντηση ΚΕΜΕΠΕΓ. “Το γεφύρι της Κυράς στο Λάδωνα”. Αθήνα 2005. σελ. 64 και 65.
(2).           Γ. Θ. Καραθεοδωρής. Ιστοσελίδα “ΚΟΥΡΠΟΣ ΛΑΔΩΝΑΣ. Της Κυράς το γεφύρι”.  Αντιγραφή: Βαγγέλης Χριστόπουλος.

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

Bursa boyandzi koprusu - Bursa Tas koprusu. Turkey. Δύο γεφύρια στην Προύσα της Τουρκίας.


Bursa boyandzi koprusu
Είναι μια μονότοξη, με μεγάλο άνοιγμα και ύψος καμάρας γέφυρα, με μια σειρά θολίτες, επίπεδη επιφάνεια διάβασης, στηθαία και τοξωτή καμάρα, λίγο πιο κάτω από την σκεπαστή γέφυρα (irgandi koprusu), επί του ίδιου ποταμού (Γκιπτερέ), που έρχεται από τον Όλυμπο της Μυσίας (Uludag).
Bursa tas koprusu. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)


 Συνδέει τις δύο συνοικίες της Προύσας Osmangazi και Yildirim.
Ο ντόπιος, καθηγητής και φίλος, Levent Sen, μας λέει για το γεφύρι αυτό:
Επί τω έργω. (Φώτο: ΑΓΠ)
 

«Το όνομά της είναι boyandzi koprusu. Χτίστηκε τον 16ο αιώνα. Είναι χτισμένο στο ίδιο ποτάμι με την Irgandi koprusu. Το 1844 πλημύρισε το ποτάμι και καταστράφηκε η γέφυρα. Το 1997 ξαναφτιάχτηκε, προσπαθώντας να την κάνουν όπως ήταν παλιά, αλλά δεν είναι ακριβώς ίδια». (1)

 Bursa Tas koprusu
Έχει 5 καμάρες, μια σειρά θολίτες, καταβιβασμένα τόξα και είναι χτισμένη επί του ίδιου ποταμού με την Abdal koprusu, του Nilufer, που έρχεται από τον Όλυμπο (Uludag) της Μυσίας.
Με τον Levent Sen στο γεφύρι. (Φώτο: ΑΓΠ)

Δεν είναι σε χρήση ούτε για πεζούς, αφού δεν υπάρχει πρόσβαση σ’ αυτήν.
Βρίσκεται μέσα σε χώρο αθλητικών δραστηριοτήτων.

Σημειώσεις-βιβλιογραφία
(1). Στην καταγραφή των πέτρινων γεφυριών στην περιοχή της Προύσας στη Μυσία της της Μικράς Ασίας ήταν ο ντόπιος καθηγητής, διεθνής διαιτητής Πάλης, Levent Sen. Τον ευχαριστώ.
 
Δείτε τo παρακάτω video για τη Bursa boyandzi koprusu: