Βρισκόταν μέσα στο χωριό Σολομός του δήμου Κορινθίων και φαίνεται ότι λόγω της ομοιότητάς του χτίστηκε από τον ίδιο μάστορα με αυτό που βρίσκεται σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων από το χωριό, στον παλιό δρόμο προς Άργος-Τρίπολη, επί του χειμάρρου Ξεριά που λίγο πιο κάτω χύνεται στον Κορινθιακό κόλπο.
Ο χείμαρρος Ξεριάς διασχίζει την πόλη της Κορίνθου και αρκετές φορές λόγω των μεγάλων κατεβασμάτων σε περιόδους κακοκαιρίας έχει προξενήσει μεγάλες καταστροφές με τις πλημμύρες του.
Από παλιές φωτογραφίες φαίνεται ότι ήταν ένα όμορφο γεφύρι, μονότοξο, ημικυκλικό με κάθετα τα πλαϊνά του από ένα σημείο και κάτω, στηθαία, μια σειρά θολίτες και επίπεδη επιφάνεια διάβασης, χτισμένο κατά μαρτυρίες των ντόπιων το 1907 με χρήματα του κρατικού προϋπολογισμού, άγνωστο όμως από ποιους και πρόκειται για μια σπουδαία και χρήσιμη κατασκευή για την εποχή του.
Γκρεμίστηκε από ανθρώπινα χέρια, παρά την αντίδραση των ντόπιων, στο βωμό του κακώς εννοούμενου εκσυγχρονισμού για να γίνει καινούργια τσιμεντένια γέφυρα.
Οι ντόπιοι την έλεγαν «Γέφυρα Τραπεζίτη».
Όπως μας λέει σε μια ωραία έκδοση του 2007 η Κωνσταντίνα Μοναχολάκου-Μπόκη:
“Πώς από ένα ψάρι βαφτίστηκε ένα χωριό. Ο πρώτος οικιστής στον σημερινό Σολομό ήταν ο Γεώργιος Δασκαλόπουλος από τα Αθίκια Κορινθίας. Όλοι τον ήξεραν με το παρατσούκλι “Σολομός”, του άρεσε πολύ η κονσέρβα ψάρι Σολομός και την έτρωγε τακτικά όταν ακόμα κατοικούσε στα Αθίκια. Τον ρωτούσαν οι γείτονες “-τι έφαγες σήμερα, Γιώργη;” “έφαγα Σολομό!”, αφορμή ήθελαν οι χωριάτες να του βγάλουν το παρατσούκλι. Και έκτοτε τον φώναζαν όλοι οι Αθικιώτες και όλοι όσοι τον γνώριζαν, ο Γιώργης ο Σολομός, κανένας δεν τον ήξερε πια σαν Δασκαλόπουλο. Με το όνομα Σολομός ήταν γραμμένος και στα Δημοτολόγια και οι Δημόσιες Υπηρεσίες τον ήξεραν σαν “Γεώργιο Σολομό”, με αυτό το επώνυμο υπέγραφε. Και έτσι το χωριό μου σήμερα λέγεται Σολομός από εκείνον τον πρώτο κάτοικο και θα λέγεται εσαεί. Το 1864 έφυγε από τα Αθίκια και εγκαταστάθηκε σε αυτήν την ερημιά, στον σημερινό Σολομό, όπου έχτισε το σπίτι του. Δεν υπήρχε καμιά άλλη οικογένεια εκεί. Ήθελε να είναι κοντά στα κτήματά του γιατί είχε μεγάλη κτηματική περιουσία δεκάδες στρέμματα από τις παρυφές του Ακροκορίνθου, κατέβαιναν προς τα νότια και ανατολικά, περνούσαν το δημόσιο δρόμο και το σημερινό ποτάμι που τότε ήταν ένα αβαθές ρεματάκι, και ανηφόριζαν ψηλά ως ένα σημείο που λέγεται ακόμα και σήμερα “Κικιρίστρα”...Την εποχή εκείνη εν έτει 1865 και πιο πριν, οι ταξιδιώτες που ταξίδευαν με τα ζώα και τα κάρα έριχναν μέσα στο αβαθές ρεματάκι δεμάτια και κλαδιά δένδρων να μικρύνει το βάθος να μπορούν να περνούν εύκολα ζώα, κάρα και πεζοί ...Ο Σολομός δίπλα στο σπίτι έχτισε ένα οίκημα μακρόστενο και το προόριζε για χάνι. Χρειαζότανε για τους διάφορους ταξιδιώτες για να ξεκουράζονται εκείνοι και τα ζώα τους. Το δούλευε αρκετά χρόνια ο γέρο-Σολομός μέχρι το θάνατό του και μετά ανέλαβε να το δουλέψει ο γαμπρός του, ο Αναστάσης Σοφός ή Σολομός με τη δεύτερη γυναίκα του την Αικατερίνη η οποία είχε πάρει και εκείνη το παρατσούκλι του άνδρα της. Τη φωνάζανε “Σολομίνα”, το βαφτιστικό της είχε ξεχαστεί από όλους.”(1)
Μια ακόμα μαρτυρία από το παραπάνω βιβλίο για την πρώτη απόπειρα εμπειρικής γεφύρωσης του ρέματος (2) που διέσχιζε το χωριό, με το αζημίωτο βέβαια, με τον υπότιτλο “μια έξυπνη εφεύρεση στις αρχές του 20ού αιώνα” μας λέει ότι:
- Κωνσταντίνα Μοναχολάκου-Μπόκη. Ο Σολομός και ο Μύλος. Εκδότης Ευάγγ. Μιχαλόπουλος, Κόρινθος 2007.
- Στην συλλογή των πληροφοριών σημαντική ήταν η βοήθεια του φίλου Σωτήρη Ριζόγιαννη, από το Στεφάνι Κορινθίας.
- Κωνσταντίνα Μοναχολάκου-Μπόκη. Ο Σολομός και ο Μύλος. Εκδότης Ευάγγ. Μιχαλόπουλος, Κόρινθος 2007.

