Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Τα γεφύρια του Φούσκαρη στη Γορτυνία

  Το Λαγκαδινό ποτάμι, που σχηματίζεται από τα πρώτα ρέματα των λαγκαδινών βουνών, γίνεται πραγματικό ποτάμι κοντά στον οικισμό του Αγίου Νικολάου. Συνεχίζοντας την πορεία του νοτιοδυτικά περνάει από ένα άγριο και επιβλητικό φαράγγι, στα βράχια του οποίου υπάρχουν ακόμα οι χτισμένες σπηλιές με τις πολεμικές τρύπες και στις οποίες κατέφευγαν οι ντόπιοι για να αποφύγουν τις επιδρομές των Τούρκων. Περνάει κάτω από το παλιό πετρόχτιστο γεφύρι του Αγιάννη, κοντά στο Λευκοχώρι (Ρεκούνι) και δεχόμενος και άλλα ρυάκια συνεχίζει την πορεία του προκειμένου να συναντηθεί με το Λάδωνα στη θέση “Μπέχρου” ή “Τσούκα”, στην περιοχή της Ηραίας.
Πρώτο γεφύρι Φούσκαρη. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
  Οι Ρεκουνιώτες το ονομάζουν “Κουτσομύλι” και οι καμπίσιοι σκέτο “ποτάμι”. Σήμερα λέγεται Τροχός ή Τουθόας, από τον ομώνυμο Αρκάδα βασιλιά, που σύμφωνα με την παράδοση βασίλεψε στην περιοχή κατά την αρχαιότητα.
  Όπως κατεβαίνει, στα δεξιά του, συναντά το χωριό Τουθόα ή Φούσκαρη (Τσιπόλιος ή Τσιπόλη), σε υψόμετρο 650 μέτρων, κοντά στο Λευκοχώρι, χτισμένο σε μια απότομη και καταπράσινη βουνοπλαγιά.
  Η πρώτη θέση του χωριού, κατά μαρτυρίες των γεροντότερων,  ήταν πιο πάνω και κάτω από τον εθνικό δρόμο Ολυμπίας-Τρίπολης όπου υπάρχουν περίπου είκοσι ερείπια παλιών κτισμάτων από ξερολιθιά και πιο πέρα ίχνη του παλιού κοιμητηρίου του χωριού. Οι μαρτυρίες των ντόπιων λένε ότι το παλιό χωριό κάηκε επί τουρκοκρατίας, όπως μαρτυρούν οι καμένοι κορμοί και σπόροι που βρέθηκαν στα ερείπια πριν από εκατό και πλέον χρόνια ενώ οι εναπομείναντες κάτοικοι  μετέφεραν το χωριό λίγο πιο κάτω προς το ποτάμι, τον Τουθόα. (1)
  Στην περιοχή αυτή, που ήταν όλη Δεληγιαναίϊκα χωράφια,  είναι χτισμένα τρία πέτρινα γεφύρια, που ονομάζονται γεφύρια του Φούσκαρη από το ομώνυμο χωριό. Βρίσκονται σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και γεφύρωναν τον Τουθόα για να καλύψουν τις ανάγκες των ντόπιων από Λευκοχώρι και Λαγκάδια μέχρι τα χωριά της Ηραίας.
Πρώτο γεφύρι Φούσκαρη. (Φώτο: ΑΓΠ)
Το πρώτο γεφύρι, στο "Μύλο Δεληγιάννη", βρίσκεται σε απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων από το Λευκοχώρι προς Ολυμπία, ακολουθώντας τη διασταύρωση του δρόμου αριστερά και κατεβαίνοντας προς τον μισοεγκαταλειμμένο σήμερα οικισμό Φούσκαρη.
Βρίσκεται λίγα μέτρα πιο κάτω από τον οικισμό, επί του Τουθόα, είναι μονότοξο, με στηθαία που κατά το μεγαλύτερο ποσοστό έχουν εξαφανιστεί, και πολύ γραφικό. Δίπλα του υπάρχει νερόμυλος και νεροτριβή.
  Σύμφωνα με την παράδοση χτίστηκε επί τουρκοκρατίας από λαγκαδινούς μαστόρους ή κατά άλλη μαρτυρία στα τέλη του 19ου αιώνα, επί εποχής Δεληγιάννη. Έχει καλυφθεί από δέντρα και φυτά επικίνδυνα για την στατικότητά του, ενώ ακριβώς δίπλα του έχει χτιστεί καινούργιο τσιμεντένιο γεφύρι.
  Το δεύτερο, "της Ροδιάς" είναι χτισμένο τριάντα μέτρα πριν τον Τουθόα, επί του ρέματος που έρχεται από τον οικισμό Φούσκαρη και λέγεται “Λιακόρεμα” ή ρέμα “Κουτσομυλίου” ή “Κουτσομελίου”, πολύ κοντά στον οικισμό.
Δεύτερο γεφύρι Φούσκαρη. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
  Απέχει πενήντα περίπου μέτρα από το πρώτο γεφύρι και αποτελούνταν από δύο ημικυκλικά τόξα, με στηθαία και ανηφορική βάση. Χτίστηκε, όπως λέγεται, στα τέλη του 19ου αιώνα επί πρωθυπουργίας Θ. Δεληγιάννη από λαγκαδινούς μαστόρους. Σήμερα σώζεται η δεξιά καμάρα, από κατάντη. Η αριστερή δεν υπάρχει, είναι γκρεμισμένη πιθανώς από κάποιο δυνατό κατέβασμα του ρέματος και έχει αντικατασταθεί από τσιμεντένια, με επίπεδη βάση, εντελώς ακαλαίσθητα, η οποία στηρίζεται στο αριστερό και το μεσόβαθρο της παλιάς γέφυρας.
Δεύτερο γεφύρι Φούσκαρη. (Φώτο: ΑΓΠ)
  Με τσιμέντο επίσης έχει καλυφθεί και όλη η βάση της επιφάνειας του γεφυριού. Η τέτοιου είδους παρέμβαση δείχνει τις “τεράστιες δυνατότητες” του σημερινού ανθρώπου να καταστρέψει ό,τι οι παλιοί κατασκεύαζαν με μεράκι, στην περίπτωση βεβαίως που η όποια τέτοια πρωτοβουλία αντιπαρέρχεται τους ειδικούς. Όπως μας είπε ο 95ντάχρονος Νικήτας Χουντής, ο Μπάρμπα-Νικήτας, παλιός μάστορας από του Φούσκαρη "Η προσθήκη έγινε λίγο πριν το '40. Ήτανε κενό και περνάγανε τα ζώα από κάτω και μετά την ρίξανε την πλάκα. Εκεί δούλευε σαν μαστορόπουλο ο Φώτης ο Ντάβος από το Ρεκούνι".
  Το τρίτο γεφύρι είναι μονότοξο, λέγεται γεφύρι στο “Κουτσομύλι” από την ονομασία της περιοχής και βρίσκεται και αυτό κοντά στον οικισμό Φούσκαρη. Λέγεται επίσης και γεφύρι της "Κατωλιάς" ή γεφύρι "Σπηλιαρά".
Τρίτο γεφύρι Φούσκαρη ή γεφύρι στο "Κουτσομύλι". (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
  Είναι μικρό αλλά εντυπωσιακό, με καλντεριμωτή ανηφορική βάση, στηθαία που κατά το μεγαλύτερο ποσοστό και σ΄αυτό το γεφύρι έχουν εξαφανιστεί. Κατά μαρτυρίες των γεροντότερων ντόπιων, χτίστηκε επί ενετοκρατίας από λαγκαδινούς μαστόρους, που όπως έλεγε ο Φωτάκος “δύο τέχνας γνωρίζουν: είναι κτίσται και μυλωνάδες”. 
Τρίτο γεφύρι Φούσκαρη. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

 Βρίσκεται λίγο ψηλότερα στη χαράδρα, επί του Τουθόα, σε απόσταση πεντακοσίων περίπου μέτρων από τα άλλα δύο. Τα νερά του ποταμού, που επί χρόνια στριμώχνονταν, έχουν διαβρώσει το βράχο δημιουργώντας έτσι ένα στενό και βαθύ βάραθρο, με πετρώδη πλαϊνά, ιδανικότατη θέση για το χτίσιμο του γεφυριού αφού οι βάσεις του πατούν σε γερό, πέτρινο έδαφος.

Σημειώσεις-βιβλιογραφία
1. Μαρτυρία στον γράφοντα του Γιάννη Χουντή, από του Φούσκαρη, γιου παλιού μάστορα, στις 02/05/2020
  
Δείτε το παρακάτω σχετικό video για τα τρία γεφύρια στο Φούσκαρη.


Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Το γεφύρι του Αζίζαγα στο Τρίκωμο Γρεβενών


“...δυο φορές έπεσε η μεσαία καμάρα αμέσως μετά την αφαίρεση των καλουπιών. Όταν οι σκαλωσιές και τα καλούπια στήθηκαν για τρίτη φορά, ο Αζίζ Αγάς απείλησε τον πρωτομάστορα πως αν το γεφύρι πέσει για τρίτη φορά θα του πάρει...το κεφάλι”.

Την εποχή που αναφερόμαστε, εποχή κατασκευής των περισσότερων πέτρινων γεφυριών, (18ος, 19ος αιώνας) πρώτα γεφυρώνονταν οι ποταμοί – όπου αυτό ήταν δυνατό και μετά από πολύ ψάξιμο και επιλογή του πιο στέρεου και πιο στενού, αν ήταν δυνατό, μέρους – και μετά χαράσσονταν οι δρόμοι. Δηλαδή, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σήμερα, το τοπίο, αδάμαστο, καθόριζε τη ροή των πραγμάτων, προσδιορίζοντας επιπλέον και την μορφή τους. Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού ούτε τα μέσα και οι δυνατότητες υπήρχαν και ούτε και ο τόπος βόλευε.
Θα παρακολουθήσουμε τις περιπέτειες μιας σημαντικής για την εποχή οδικής αρτηρίας, εστιάζοντας την προσοχή μας σε συγκεκριμένο της σημείο. Πρόκειται για το γεφύρι του Αζίζαγα που, κατά διαστήματα, εξυπηρετούσε το δρόμο από Γιάννενα στα Γρεβενά.
Γεφύρι Αζίζ Αγά. ( Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Ο δρόμος, πολυσύχναστος, πρέπει να λειτούργησε από πολύ παλιά. Ήταν αναγκαίος, ιδίως την εποχή της τουρκοκρατίας, για να μεταβαίνουν οι άνθρωποι, προωθούνται τα προϊόντα, από τα Γιάννενα – μεγάλο τότε βιοτεχνικό κέντρο – στις αγορές της Βαλκανικής και στην ίδια την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Τον περιγράφουν με λεπτομέρειες, αρχές 19ου αιώνα, ο Άγγλος Ουίλιαμ Ληκ (W. Leake), και ο Γάλλος Φρανσουά Πουκεβίλ (Fr. Pouqueville), από τους σημαντικότερους παλιούς περιηγητές. (1) Αξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι ο Πουκεβίλ είναι στενά και σχεδόν απόλυτα συνδεδεμένος με την Ελλάδα μιας και πέρα από τα έργα “Ταξίδια στο Μοριά, στην Κων/λη, στην Αλβανία και σε άλλα πολλά μέρη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας”, “Tαξίδια στην Ελλάδα” και “ Ιστορία της αναγεννήσεως της Ελλάδας” ήταν και για 9 χρόνια – επί Ναπολέοντα – διπλωματικός αντιπρόσωπος της Γαλλίας στην αυλή του Αλή πασά και επίσης πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Αποτελεί, ως εκ τούτου και όπως γίνεται αντιληπτό, μια θαυμάσια, άμεση και ασφαλή πηγή για το αντικείμενό μας.
Γεφύρι Αζίζαγα. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Για να είναι βατός ο συγκεκριμένος δρόμος όλες τις εποχές του χρόνου, χρειάστηκε να κατασκευαστούν – και να συντηρούνται συχνά – αρκετά γεφύρια. Δύο όμως υπήρξαν τα σημαντικότερα υδάτινα εμπόδια, τα επικίνδυνα, κατά μήκος της διαδρομής: ο Άραχθος, κοντά στα Γιάννενα, κι ο Βενέτικος – πλούσιος παραπόταμος του Αλιάκμονα – λίγο πριν τα Γρεβενά.
Ο πρώτος γεφυρώθηκε, το 1762, με το λεγόμενο γεφύρι της Κυράς, (2) ενώ για τον δεύτερο οι προσπάθειες ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα. Απαιτήθηκαν, όπως θα δούμε, διαδοχικές, όχι πάντα αποτελεσματικές, γεφυρώσεις. Μια απ' αυτές, και εκείνη που αποφάσισε ο Αζίζ Αγάς κάτω από το χωριό Ζάλοβο, σημερινό Τρίκωμο. Να πούμε πως σ' όλες τις περιπτώσεις – και στον Άραχθο και στο Βενέτικο – χορηγοί φέρονται Τούρκοι αξιωματούχοι, χρησιμοποιώντας όμως ποιος ξέρει τι μέσα και τι μεθόδους συγκέντρωσης των απαραίτητων πόρων...
Πρώτος ζεύγει τον Βενέτικο – τουλάχιστον φέρεται εμπνευστής της κατασκευής εδώ πέτρινου γεφυριού – ο Σουλτάνος Βαγιαζήτ ο Α', ο οποίος λόγω της ορμητικότητάς του ονομάστηκε Γιλντιρίμ, που θα πει κεραυνός στα τούρκικα. Χώρος: κοντά στο χωριό Πηγαδίτσα. Χρόνος: ο 14ος αιώνας, που οι Τούρκοι πάτησαν την περιοχή και τη νοτιοανατολική Ευρώπη γενικότερα, υποτάσσοντας τους πιο πολλούς λαούς της Βαλκανικής και εξαναγκάζοντας το Σέρβο ηγεμόνα να γίνει φόρου υποτελής πριν ο Βαγιαζήτ το 1403 αιχμαλωτισθεί και πεθάνει από τους Μογγόλους του Τιμούρ, του Ταμερλάνου δηλαδή.
Γεφύρι Αζίζαγα. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Ήταν μεγάλο, με πέντε τόξα, κι άντεξε κοντά 3 ολόκληρους αιώνες. Πρέπει να κατέρρευσε αρχές του 18ου αιώνα. Ερείπιά του αντίκρισε, έναν αιώνα αργότερα, ο Πουκεβίλ, που πέρασε από την περιοχή το 1806. Έγραψε τότε: “...Φτάσαμε στον όχτο του Βενέτικου. Επάνω του είδα πέντε πέτρινες καμάρες, που είναι απομεινάρια από ένα μεγάλο γεφύρι. Το είχε κάνει ο Βαγιαζήτ Γιλντιρίμ, ο κατακτητής της Ηπείρου. Περάσαμε απ' το κάτω μέρος του ποταμού που είχε πλάτος επάνω από σαράντα οργιές. Και μ' όλο που τα νερά του ήταν ρηχά, ήταν ωστόσο αρκετά ορμητικό ακόμη, για να παρασύρει τα άλογα με το φόρτωμα, που τα 'ριξε πολύ μακριά το ρέμα του νερού...” (3)
Παρέμενε λοιπόν μεγάλη η ανάγκη ξαναγεφύρωσης εδώ του ορμητικού Βενέτικου, μετά την κατάρρευση του έργου – χαρακτηριστικό το πάθημα, που ακούσαμε, του Πουκεβίλ! - του Βαγιαζήτ. Ωστόσο, είχε προηγηθεί μια τουλάχιστον απόπειρα κατασκευής γεφυριού, λίγα χιλιόμετρα πιο ανάντη, παραλλάσσοντας ελαφρά το δρομολόγιο. Και αυτό όμως, έχοντας πάθει ζημιά τότε, την εποχή της διέλευσης του Γάλλου περιηγητή, δεν λειτουργούσε. Μιλάμε για το εντυπωσιακό γεφύρι, κάτω από το Τρίκωμο, που όπως μαρτυρά ακόμη και σήμερα η ονομασία του, πρώτος κατασκεύασε κάποιος Αζίζ Αγάς, κατά τα φαινόμενα εύπορος αξιωματούχος της περιοχής.
Μιά άλλη άποψη του γεφυριού. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Το γεφύρι του Αζίζαγα χτίστηκε το 1727, σύμφωνα με κτητορική πλάκα εντοιχισμένη στην ανατολική του όψη, που όμως δεν σώζεται πια. Έχει δε ενδιαφέρον να ακούσουμε κάτω από ποιες συνθήκες πραγματοποιήθηκε η κατασκευή. Διέσωσε η παράδοση, που κατέγραψε ο Γιώργος Τσότσος: “...Ο Αζίζ Αγάς ανέθεσε την κατασκευή σε φημισμένο πρωτομάστορα, αλλά εξ αιτίας του μεγάλου μήκους και ύψους του, το γεφύρι παρουσίαζε δυσκολίες. Δυο φορές έπεσε η μεσαία καμάρα αμέσως μετά την αφαίρεση των καλουπιών. Όταν οι σκαλωσιές και τα καλούπια στήθηκαν για τρίτη φορά, ο Αζίζ Αγάς απείλησε τον πρωτομάστορα πως αν το γεφύρι πέσει για τρίτη φορά “θα του πάρει το κεφάλι”. Την ώρα που αφαιρούνταν και τα τελευταία καλούπια, ο πρωτομάστορας έντρομος κατέφυγε στη ¨ράχη Σκύφτη¨, λίγο νότια του γεφυριού, κατά το Κηπουριό για ν΄αποφύγει τις κυρώσεις αν το γεφύρι ξανάπεφτε. Το γεφύρι όμως, τη φορά αυτή στάθηκε όρθιο. Ο αγάς κάλεσε κοντά του με έναν ζαπτιέ (χωροφύλακα) τον πρωτομάστορα, τον συνεχάρη και τον πλήρωσε...” (4)
Το γεφύρι, μεγάλο έργο και τόσο αναγκαίο μετά την κατάρρευση του παλιού, του Βαγιαζήτ, θα αναφέρει και ο Ηπειρώτης Ιωάννης Λαμπρίδης, συμπεριλαμβάνοντάς το ως εξής στα “Αγαθοεργήματά” του: “...έως το τμήμα Τσούρχλι η ημίσεια ώραν του χωρίου Κοσμάτι απέχουσα γέφυρα, ην έκτισεν Αζίζ αγάς τις...” (5)
Είναι τρίτοξο, με μια μεγάλη καμάρα για τη βαθιά κοίτη του ποταμού και δυο μικρότερες, εκατέρωθεν, βοηθητικές. Η μεγάλη ανοίγει 30 μ. Και σηκώνεται πάνω από το νερό 12,5 μ. Πρόκειται δηλαδή για το μεγαλύτερο σήμερα τόξο της Μακεδονίας (!) και ένα από τα μεγαλύτερα του Ελλαδικού χώρου. Η δεξιά βοηθητική καμάρα έχει άνοιγμα 8 μ. Και ύψος 5,40, ενώ η αριστερή, αντίστοιχα, 4,90 και 4,70.
Το γεφύρι σε χιονισμένο τοπίο. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Για τις δύσκολες ώρες, βλέπουμε σφηνοειδείς προβόλους – είναι οι προεξοχές εν είδει σφήνας κόντρα στη ροή του νερού – να παραστέκονται στα δύο μεσόβαθρα, τα οποία, επιπλέον, βοηθούν ισάριθμες ανακουφιστικές θυρίδες, όταν υπάρχει μεγάλο κατέβασμα νερού.
Το καλντερίμι, οδόστρωμα του γεφυριού, μήκους 77 μ, κορυφώνει το ανέβασμά του σε ύψος 14,40 μ, πάνω από το κεντρικό τόξο. Οι κλίσεις του λοιπόν παρουσιάζονται αρκετά μεγάλες. Όσο για το πλάτος του, φτάνει στα 3 μ, με ωφέλιμο όμως 2,20 μ, αφού δεξιά και αριστερά στέκουν χτισμένα παραπέτα. Το πέρασμα – σκεφτόμαστε – θα ήταν ιδιαίτερα κοπιαστικό, αλλά τουλάχιστον ασφαλές. Για καλό και για κακό πάντως, υπήρχε – και εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα – καμπανάκι κρεμασμένο απ' το εσωρράχιο του μεγάλου τόξου, προειδοποιώντας για αυξημένο κίνδυνο όταν φυσούσε! Τέτοια φαινόμενα προειδοποίησης παρατηρούνταν σε πολλά γεφύρια ανάλογου ύψους και ανοίγματος, σαν το γεφύρι της Κόνιτσας και αλλού.
Τελικά, θωρώντας την κατασκευή συνολικά, συνειδητοποιούμε πως έχουμε να κάνουμε με μία όχι και τόσο συχνά εμφανιζόμενη μορφή γεφυριού. Τη χαρακτηρίζει δε, η συμμετρία, κι αυτό σπάνιο στοιχείο στη λαϊκή γεφυροποιία. 
Η μεγάλη και μια μικρή καμάρα. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)
 
Θα τελειώσουμε τις παρατηρήσεις μας με μια, που αφορά τη στατικότητα του έργου. Το δεξιό ακρόβαθρο, αντίθετα με το αριστερό, που γαντζώνει σε βράχο, πατάει σε μαλακό έδαφος. Αυτό απ' ότι φαίνεται, κατά καιρούς θα δημιουργούσε προβλήματα, φτάνοντας ακόμα και σε καταρρεύσεις. Μια τέτοια κατάσταση – να είναι το γεφύρι εκτός λειτουργίας - ανάγκασε τον Πουκεβίλ να διασχίσει τον Βενέτικο μέσα απ' το νερό. Πάντως, έστω και με διακοπές, το γεφύρι του Αζίζαγα συνέχισε να εξυπηρετεί το δερβένι Ιωαννίνων – Γρεβενών για πολλά χρόνια. Μέχρι που το 1846 χτίστηκε παρακάτω, κοντά στη θέση του Βαγιαζήτ, το μεγάλο, με 5 καμάρες, γεφύρι του Σπανού. (6) Τότε το δικό μας έπεσε, οριστικά, σε αχρηστία.
Σήμερα το γεφύρι του Αζίζαγα, πάντα μεγαλοπρεπές, εξακολουθεί να εντυπωσιάζει όσους μπαίνουν στον κόπο να το επισκεφτούν.
Παρουσιάζεται πια, εκτός από όμορφο, και σίγουρο, γερό. Συνετέλεσε καίρια σ' αυτό μια συντήρηση, που έκανε το 1950 η κοινότητα του Τρίκωμου. Βέβαια, χρησιμοποιήθηκε τότε αρκετή ποσότητα τσιμέντου, με αποτέλεσμα, δυστυχώς, να σκεπαστούν οι πέτρες σε μεγάλες επιφάνειες, να χαθεί το αρμολόι. Ας ελπίσουμε πως, σύντομα, θα έρθει η στιγμή – ωρίμασαν πια οι συνθήκες, το απαιτεί η αισθητική μας – να αποκατασταθεί όπου του πρέπει.


Βιβλιογραφία - Σημειώσεις

  1. Γράφει ο Σπύρος Αραβαντινός: “...επισκευαθείσα (η οδός) και συνδεθείσα δια γεφυρών υπό τον Αλή, ονομάζεται νυν του Αλή – πασά. Είναι δε αυτή Στρατιωτική Ρωμαϊκή οδός, ήτις ηνούτο μετά της δια Μοναστηρίου και Βοδενών διερχομένης και κατέληγεν εις Θεσσαλονίκην”. (Σπ. Π. Αραβαντινού, Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή. Εν Αθήναις 1895, σελ. 345).
  2. Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων, Μέρος Δεύτερον, Εν Αθήναις 1880, σελ. 72.
  3. Fr. Pouqueville, Ταξίδι στη Δυτική Μακεδονία, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 24.
  4. Γεώργιος Π. Τσότσος, Μακεδονικά γεφύρια, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 38.
  5. Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων, Μέρος Δεύτερον, εν Αθήναις 1880, σελ. 153.
  6. Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων, Μέρος Δεύτερον, εν Αθήναις 1880, σελ. 152 – 153.


Η παραπάνω εργασία παρουσιάστηκε στην διάρκεια της Β' Επιστημονικής Συνάντησης του Κέντρου Μελέτης Πέτρινων Γεφυριών (ΚΕ.ΜΕ.ΠΕ.Γ) στις 20 Νοεμβρίου 2004 στη Στοά του Βιβλίου, με τον γενικό τίτλο “Περί Πετρογέφυρων” Γεφυριών Ιστορίες. Δημοσιεύτηκε στην έκδοση των πρακτικών του ΚΕΜΕΠΕΓ.
Για περισσότερες πληροφορίες δείτε στο Blog “Βιβλία ΚΕΜΕΠΕΓ”

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Το γεφύρι του Λιάσκου στην Άνω Βλασία Καλαβρύτων

Ο άνθρωπος που έφτιαξε το καλούπι θυμάται...
Ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας αφηγείται...

 Το γεφύρι είναι χτισμένο επί του ποταμού Σελινούντα, στα όρια του χωριού Άνω Βλασία του νομού Αχαΐας, που ανήκει στον δήμο Καλαβρύτων.
Ο ποταμός Σελινούντας (Αγιοβλασίτικο ποτάμι ή ποτάμι της Βοστίτσας) πηγάζει από τις βόρειες παραφυάδες του Ερύμανθου (Λειβαρτζινού, Λεχουρίτικου, Κουτελέϊκου κλπ. βουνών) του τ. δήμου Λαπαθών και αποτελείται από τρία ρέματα. Το Διβουλέϊκο, το Αγιοβλασίτικο (κυρίως Σελινούς) και το Μανεσέϊκο. Εκβάλει στον Κορινθιακό κόλπο, κοντά στα βαλιμίτικα. Το 80% των νερών του έρχεται από την περιοχή της Άνω Βλασίας. Λέγεται ότι ο Ερύμανθος με το Χελμό είναι συγκοινωνούντα δοχεία με την Πίνδο, με τον Όλυμπο και τα Λευκά όρη στην Ελβετία, γι' αυτό και οι πηγές του σε υψόμετρο 2000 μέτρων έχουν ίδια ποσότητα νερού τους καλοκαιρινούς μήνες.
Το γεφύρι στον παλιό μύλο του Λιάσκου, στη θέση "Κούναδη", από ανάντη.  (Φωτο: ΑΓΠ)

Είναι μονότοξο και χτισμένο για την εξυπηρέτηση των αγροτικών εργασιών των ντόπιων επί του κυρίως Σελινούντα, το 1951 σε αντικατάσταση παλιού ξύλινου, από χαρακτηριστική κόκκινη πέτρα της περιοχής. Βρίσκεται κοντά στον παλιό μύλο του Λιάσκου, στη θέση “Κούναδη” και χτίστηκε από τον ντόπιο - με καταγωγή όμως από την Ήπειρο πρωτομάστορα - Νίκο Παπαγιαννόπουλο, ενώ το καλούπι έφτιαξε ο Νίκος Αβράμης από την Άνω Βλασία. Έγινε επί προεδρίας του Τάκη Καραμεσίνη και διακρίνεται επίσης λίγο πιο πέρα το λατομείο απ' όπου έβγαζαν και έπαιρναν την πέτρα. Είχε στηθαίο περίπου 40 εκατοστών, το οποίο έχει καταστραφεί και τα ίχνη του διακρίνονται καθαρά. Από το χρόνο και την πίεση του νερού έχει υποστεί φθορές και χρειάζεται άμεση επισκευή και αποκατάσταση των ζημιών.
Ο 90χρονος Τάκης Καραμεσίνης, πρόεδρος της κοινότητας την εποχή κατασκευής του γεφυριού, θυμάται:
“ ...αυτό ήταν ένα ξύλινο, σαν αυτό που είχαν οι ινδιάνοι στην Αφρική. Περνάγανε... και είχαν γίνει και δυστυχήματα λόγω του...σάπιες κάτι σανίδες που είχανε...είχανε πέσει κάτω και άνθρωποι και ζώα...είχανε πέσει κάτω κι εγώ τότε...λέω σαν πρόεδρος του χωριού...αποφάσισα ότι πρέπει να το φτιάξω αλλά δεν υπήρχαν οι δυνατότητες, οι οικονομικές και τα υπόλοιπα. Το 1951. Το ΄φτιαξε... ο Νίκος ο Αβράμης έφτιαξε τα καλούπια μαζί με τον...ο οποίος δεν υπάρχει...ο Γιώργης ο Λιάσκος ο οποίος ήτανε παπάς, τότε δεν ήτανε παπάς και ο μαστρονίκος ο Παπαγιαννόπουλος ήτανε ο τεχνίτης, τόχτισε...ήτανε ο μάστορας. Ο Αβράμης έφτιαξε τα καλούπια, τα ξύλινα δηλαδή, το σκελετό και ο Παπαγιαννόπουλος ο Νίκος το ΄χτισε.
Τάκης Καραμεσίνης. (Φωτο: ΑΓΠ)

 Κουβαλάγαμε τις πέτρες από απέναντι από το βράχο με τα γαϊδουράκια γιατί...επειδή ήθελε πολλές πέτρες και κατάλληλες γι' αυτά που λέγονται τα κλειδιά στην κορυφή, στην εφαρμογή...και δεν είχαμε και λεφτά, τότε δεν υπήρχανε και λεφτά...είχανε ακόμα τότε τα...μετά της κατοχής...πενηντάρια, χιλιάρια, είχαμε εκατομμύρια ακόμα...δεν είχανε γίνει...βγει του Μαρκεζίνη ακόμα οι τρύπιες δεκάρες και τα υπόλοιπα. Τσιμέντα δεν είχαμε και βάζαμε τσιμέντα με ασβέστη μαζί για να δέσουν τα λιθάρια για να το χτίσουμε. Ο ίδιος ο μάστορας πελέκαγε τις πέτρες. Ο μαστρονίκος ο Παπαγιαννόπουλος. Κάνανε καμιά 20ριά για να το φτιάξουνε. Τις πέτρες τις κουβαλάγαμε με τα γαϊδουράκια. Έχτιζε λίγο – λίγο, δεν ήταν και εύκολο μόνος του να χτίσει, είχε και βοηθούς που φτιάνανε τη λάσπη και του πηγαίναν και τις πέτρες, αλλά και οι πέτρες έπρεπε να έχουν κάποια εφαρμογή μεταξύ τους και το δυσκολότερο ήτανε στο τέλος εκεί που σμίγουνε...ο θόλος που σμίγει εκεί...ήτανε φτιαγμένος κατά κάποιο τρόπο έτσι...τα κλειδιά, πολλά κλειδιά 5-6-10 πόσα ήτανε. Ήτανε και ο πατέρας του. Αυτοί ήτανε Ηπειρώτες, είχαν έλθει εδώ σ' ένα χωριό στα Λακκώματα. Με τους λαγκαδινούς μαστόρους δεν είχαν καμιά σχέση. Ήταν Ηπειρώτες, από την Ήπειρο σ' ένα χωριό... στα Λακκώματα. Ο πατέρας του, τ' αδέρφια του ήτανε όλοι χτίστες...έπεσε μέσα μια κυρία...έπεσε από το γάιδαρο...είχε πιει κι λιγάκι κι έπεσε μέσα...ήτανε σανίδια...που ήταν και τρύπες...όπως ήταν τα πάτερα από κάτω κι από πάνω σανίδες, οι σανίδες ήτανε τρύπιες...πήγε το πόδι του γαϊδάρου μέσα...έκανε ο γάιδαρος έτσι...κάτι απότομες κινήσεις κι έπεσε η γριά μέσα στο ποτάμι. Έχει φθαρεί απάνου...είναι τσίμα – τσίμα τώρα...τώρα έχει ξεπλυθεί. Είχε πολύ νερό...φέρνει πάντα όταν λιώνουν τα χιόνια ή στα πρωτοβρόχια με βροχές μεγάλες...έχει νερά πολλά, αλλά από πάνω δεν πέρασε. Και εκεί που είναι...εγώ φοβόμουν. Και όμως δεν το πείραξε. Ακόμα τώρα ύστερα από 60 χρόνια πέρασαν καταιγίδες, πέρασαν πολλά πράγματα. Κι όμως αυτό υφίσταται.
Το λατομείο, απ' όπου επαιρναν την πέτρα. (Φωτο: ΑΓΠ)

 Ένα είναι το παράπονό μου. Μετά από μένα τ' άφηκαν όπως τ' άφηκα εγώ. Επισκευή δεν είχε γίνει ποτέ. Αυτό το 'χω σαν παράπονο, εγώ τότε παρ' ότι ήμουν νέος και ήμουν λίγο φιλόδοξος...είχα καβαλήσει και λίγο το καλάμι έτσι...αλλά όταν έφυγα εγώ, όταν πήγα στην Αθήνα, αυτό όπως το άφησα δυστυχώς είναι ακόμα μέχρι σήμερα...όπως το τέλειωσε ο μάστορας, είναι ακόμα έτσι από το 1951 – 52. Είχε επικοινωνία το περισσότερο χωριό από χτήματα. Από κει ήτανε μύλος, πηγαίνανε στο μύλο σχεδόν όλο το χωριό. Έπρεπε να περάσουν απέναντι να πάνε στο μύλο και να πάνε και στα χωράφια με τα ζώα...ήτανε πολλοί κάτοικοι που είχαν εκεί λόγους να περάσουνε. Εκεί είναι Κούναδη. Κούναδη, εκεί που 'ναι το γεφύρι. Απέναντι εκεί έχει διάφορες τοπικές ονομασίες...είναι η ευρύτερη περιφέρεια Γεράκι...εκεί έχει τοπικές ονομασίες...ο καθένας λέει εγώ στο δικό μου...μια περιοχή...λεγόταν στου Γιώργη το λιθάρι, στις ασφάκες, στα...ξέρω γω...κάποιες τοπικές ονομασίες. Το καλούπι με τον ξύλινο το σκελετό το 'φτιαξε ο Νίκος ο Αβράμης...ήτανε ο μαραγκός...και ζει ακόμη, είναι και αυτός σε μια ηλικία κάπου στα 90...και περπατάει ακόμα.
Το γεφύρι από κατάντη. (Φωτο: ΑΓΠ)

 Τα θυμάμαι όλα αυτά. Παρ' όλα αυτά...και τ' απόγευμα...μπορεί να ξεχνάω τα πρόσωπα...τα παλιά τα θυμάμαι μέχρι λεπτομέρειες. Ήτανε και άλλοι...το πολύ από το χωριό που κουβαλάγανε τις πέτρες και ήτανε και ένας πούχε φέρει τα ξύλα από το βουνό...κολώνες, έλατα λιανά, ψηλά έλατα για να στηλώσουν και οι σανίδες για να γίνει το...ο κύκλος. Είδε το χωριό...με προσωπική εργασία όχι με...πήρε μόνο...πληρώθηκε ο μάστορας. Πήρα λίγα λεφτά...δεν θυμάμαι πόσα πήρε. Οι άλλοι δουλεύανε με προσωπική εργασία...δηλαδή τους υποχρεώναμε, η κοινότης τους υποχρέωνε...θάρθεις μια μέρα με το ζώο, θα φέρεις πέτρες εκεί...θαρθείς να πα' να σάξουμε το μονοπάτι που θα περάσουμε να φέρουμε τα δεμάτια που θα θερίζουμε, θαρθείς να πα' να βγάλουμε το αυλάκι που θα ποτίζουμε. Εκεί που είχανε εκεί...και αυτή λεγόταν προσωπική εργασία. Τον μάστορα τον πλήρωσε η κοινότητα, από το δημόσιο ταμείο, δηλαδή τα οικονομικά της κοινότητας τα είχε το δημόσιο ταμείο.”
Ο άνθρωπος που έκανε το καλούπι του γεφυριού, ο Νίκος ο Αβράμης από την Άνω Βλασία, γύρω στα 90, μας αφηγείται:
“...Νίκος Αβράμης...πρώτα το καλούπιασμα. Φτιάνουμε το τόξο και στήνουμε κολώνες από κάτου...ξύλινες κολώνες...δένεται ολόκληρο...μου είναι λίγο δύσκολο. Είναι σε δυο μεριές τα τόξα...τα στένουμε και βάζουμε σανίδα από πάνου γύρω – γύρω για να καλουπώνεται τόσο γερά γιατί παίρνει βάρος απάνου. Ξυλεία είχε ο μάστορας. Είχε ο μαστρονίκος ο Παπαγιαννόπουλος...αυτός που τόχτισε...ναι, το περιέδεσε με πέτρα και τόχτισε κιόλας, με τ' αδέρφια του μαζί...έχει πεθάνει τώρα...με τ' αδέρφια του μαζί. Ο Νίκος και ο Βαγγέλης...ήταν από τα Λακκώματα...είχε σώγαμπρος εδώ...αλλά τότε δεν ήταν σώγαμπρος...μετά ήρθε σώγαμπρος...από τα Λακκώματα ήρθε εδώ...από τα Λακκώματα ήταν. Η καταγωγή τους ήταν από την Ήπειρο. 
Νίκος Αβράμης. (Φωτο: ΑΓΠ)

Κάναμε για να το χτίσουμε μισό καλοκαίρι...μισό καλοκαίρι...το διάστημα εκείνο όχι...έτυχε να μη...για θα τάπαιρνε τα ξύλα, θα τα μάζευε όλα...δηλαδή έκανε καλό καιρό...ήτανε γύρω Ιούνιο – Ιούλιο – Αύγουστο κείνη την εποχή...βροχές σπανίζουνε...περίπου 10 δούλευαν εκεί. Δουλεύανε προσωπική εργασία. Εγώ πληρώθηκα...όχι όλα...άφησα ένα μέρος. Πληρώθηκα από τον μάστορα. Τώρα το μάστορα πούθε πληρώθηκε δεν ξέρω. Θυμάμαι γιατί πρέπει να ήταν η κοινότητα στη μέση. Προτού το γεφύρι το σημερινό, ήταν ξυλογέφυρο...με δυο ράγες σίδερα. Μετά σπάσανε κάτι ταύλες και αναγκαστήκανε να το φτιάξουνε όπως ήταν σήμερα...δυο ράγες σίδερα...μάλλον τρεις ράγες σίδερα...διπλό...ταύλα...”
Και μια άλλη μαρτυρία του Γιώργου Καραμεσίνη, από την άνω Βλασία, μας λέει για το γεφύρι στη θέση “Κούναδη” κοντά στον παλιό μύλο του Λιάσκου:
“ Αυτό το γεφύρι μέχρι την δεκαετία του '50 ήταν ένα ξύλινο γεφύρι, στηριζότανε πάνω σε κάποιες βάσεις, με κάποιες ταύλες επάνω και περνούσε ο κόσμος. Οι άνθρωποι, τα ζώα...όλα αυτά. Είχαμε και κάποια ατυχήματα...έπεσε κάτω μια αγελάδα, έπεσε κάτω ένας γάιδαρος με μια γυναίκα, χτυπήσανε...ξέρω γω...τέλος πάντων αποφασίσανε και το φτιάξανε, εκεί αρχές του '50, 51 – 52, κάπου εκεί. Μαστόροι ήτανε κάποιοι καταγωγή τους από την Ήπειρο, οι Παπαγιαννοπουλαίοι, οι οποίοι είχανε εγκατασταθεί σ' ένα μικρό χωριό εδώ, στα Λακκώματα. Και είχανε έρθει εδώ και δουλεύανε. Ήταν όλοι πετράδες, ήταν όλοι χτίστες, παραδοσιακοί. 
Γιώργος Καραμεσίνης. (Φωτο: ΑΓΠ)

Ο καλουπιτζής ήτανε απόν δω, ο Νίκος ο Αβράμης, ο οποίος ζει ακόμη, υπάρχει εδώ και ξέρει τα πράματα, που καλουπώσανε και φτιάξανε το τόξο και πελεκητές ήτανε οι συγγενείς του μάστορα εκεί πέρα που κουβαλούσαν την πέτρα από κει πέρα, από το νταμάρι. Για το γεφύρι πληρώθηκε τότε μόνο ο μάστορας, ο χτίστης δηλαδή και το πιο μεγάλο ποσό, γιατί δεν είχανε λεφτά...το κάνανε εδώ από το χωριό οι κάτοικοι με προσωπική εργασία. Έβαζε ο άλλος το γαϊδούρι του έκουβαλούσε την πέτρα, έβαζε ο άλλος ξέρω γω μεροκάματο, λεγόταν προσωπική εργασία...ένα δυο μεροκάματο την εβδομάδα. Αυτά λοιπόν...κι έγινε το γεφύρι και γλύτωσε ο κόσμος που περνάει πιο άνετα, πάει στα χωράφια του...” (1).
    Οι διαστάσεις του είναι:
Άνοιγμα καμάρας: 6 μέτρα
Ύψος καμάρας: 4,20 μέτρα
Πλάτος: 2,20 μέτρα
Μήκος: 16,90 μέτρα
Πλάτος καμαρολιθιού: 0,45 μέτρα.
Πρόκειται για ένα πανέμορφο πέτρινο γεφύρι, τρανό δείγμα της Πελοποννησιακής λαϊκής γεφυροποιίας, που όμως εκπέμπει σήμα κινδύνου για τη διάσωσή του.
Το γεφύρι του Λιάσκου. (Φωτο: ΑΓΠ)

Χτισμένο από ντόπιο παραδοσιακό μάστορα, με καταγωγή από την Ήπειρο, με την χαρακτηριστική κόκκινη πέτρα της περιοχής έχει υποστεί φθορές στο δεξιό βάθρο από ανάντη καθώς επίσης και στην επιφάνειά του. Για το λόγο τούτο πρέπει χωρίς χρονοτριβή να γίνουν οι απαραίτητες παρεμβάσεις από ειδικούς για να σωθεί.


Σημειώσεις

(1). Οι μαρτυρίες των συντελεστών του γεφυριού δόθηκαν στον γράφοντα στις 16/4/2012.


Δείτε τα παρακάτω videos για το γεφύρι στον παλιό Μύλο του Λιάσκου :


Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Τούρκικα γεφύρια της Ανατολίας την εποχή των Οσμανλήδων


Μια πολύτιμη συμβολή στη βιβλιογραφία της γεφυροποιίας

Είναι αλήθεια πως η αναγνώριση της αρχιτεκτονικής και γενικότερα της καλλιτεχνικής αξίας των πέτρινων γεφυριών άργησε να έρθει. Μόλις μετά τον πόλεμο, παρεμπιπτόντως και μέσα από εργασίες που αφορούσαν κάποιο άλλο αντικείμενο, κάποιες δειλές αναφορές έκαναν νύξη και γι' αυτές τις κατασκευές.
Το εξώφυλλο με το γεφύρι του Χαμπουρνάν 

Ιδιαίτερα εδώ στα Βαλκάνια και παρότι ο χώρος είναι γεμάτος με τέτοια κτίσματα, επικράτησε απόλυτη σιωπή, με καταστρεπτικά αποτελέσματα για τα ίδια τα γεφύρια.
Τα τελευταία όμως είκοσι χρόνια – επιτέλους – το ενδιαφέρον των ερευνητών στράφηκε και στα γεφύρια. Μάλιστα, κάποιοι από τους ερευνητές αυτούς ειδικεύτηκαν αποκλειστικά στη μελέτη αυτών των κατασκευών, συμβάλλοντας έτσι στην ευαισθητοποίηση κατ' αρχάς των κρατικών υπηρεσιών, οι οποίες κινήθηκαν για την προστασία τους και στη συνέχεια του ίδιου του κοινού πολίτη.
Χάρτης περιοχής Ντιγιαρμπακίρ της Ανατολ. Τουρκίας

Ο Μ. Γκόϊκοβιτς (M. Gojkovic), στα μέρη της πάλαι ποτέ ενοποιημένης Γιουγκοσλαβίας, άλλοτε μόνος και άλλοτε από κοινού με άλλους μελετητές, κατέγραψε και μελέτησε πέτρινα γεφύρια της Σερβίας, της Κροατίας, της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης και του Μαυροβουνίου.
Ο Ιβάν Μπαλκάνσκι (Ivan Balkanski) δραστηριοποιήθηκε στη Βουλγαρία και κυρίως στις βόρειες περιοχές της Ροδόπης.
Από παλιά, ο Αλβανός Βάλτερ Στίλα (Valter Shtylla), αλλά ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια,δημοσίευσε ολοκληρωμένες εργασίες για τα γεφύρια και τους δρόμους της γειτονικής χώρας.
Γεφύρι Μαλαμπαντί - Malabadi koprusu
Στην Ελλάδα, από την δεκαετία του '80 και μετά, άρχισαν να κυκλοφορούν βιβλία που πραγματεύονταν αποκλειστικά τα πέτρινα γεφύρια της πατρίδας μας. Οι συγγραφείς τους βρίσκονται σήμερα ανάμεσά μας και συμμετέχουν με ανακοινώσεις στην ημερίδα μας.
Προσωπικά, θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στην περίπτωση της Τουρκίας. Αφορμή, η κυκλοφορία – όχι και τόσο πρόσφατα – ενός βιβλίου που νομίζω ότι ανατρέπει κάποια στερεότυπα (θα τολμούσα να πω κάποιους μύθους) για την αρχιτεκτονική των ντόπιων πέτρινων γεφυριών της βαλκανικής.
Γεφύρι Ντιτσλέ - Dicle koprusu
Θεωρώ ότι η μορφή των γεφυριών αυτών, με το ανεβοκατέβασμα του καλντεριμιού τους, το στενό διάδρομο διάβασης κλπ, δεν πρέπει να συγχέεται με την εκδοχή της ρωμαϊκής επιστημονικής κατασκευής των γεφυριών και ούτε θα πρέπει να εκλαμβάνεται σαν μια τοπική, λαϊκή εκδοχή αυτών. Άλλωστε, τα ρωμαϊκά πέτρινα γεφύρια μόνο μ' αυτά τα χαρακτηριστικά που είχαν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν το σκοπό κατασκευής τους (πέρασμα βαριών αρμάτων, λεγεώνων κλπ, για εξυπηρέτηση του ρωμαϊκού imperium).
Καρά kopru (Μαυρογέφυρο)
Το βιβλίο αποδεικνύει ότι έχουμε να κάνουμε μ' έναν άλλο ρυθμό, θα αποτολμούσα να τον ονομάσω “Βαλκανικό”, με επί μέρους αναπόφευκτες τοπικές παραλλαγές βεβαίως.
Τις αρχές, λοιπόν, τούτου του ρυθμού θεωρώ ότι παραθέτει το συγκεκριμένο βιβλίο κι εκεί βρίσκεται η αξία του, πέρα βεβαίως από τα πολύ εντυπωσιακά γεφύρια που μας παρουσιάζει, γεφύρια ενός δύσκολα προσεγγίσιμου χώρου, μιας μακρινής και σχετικά άγνωστης σε μας περιοχής.
Γεφύρι Ντουνάισι - Dunaysir koprusu
Το βιβλίο έγραψε κι δημοσίευσε στην Άγκυρα το 1978 ο Τούρκος καθηγητής Φουγκέν Ιλτέρ (Fugen Ilter) και έχει τίτλο “Οσμανλιλαρά Καντάρ Ανατολού Τούρκ Κιοπρουλερί” που μεταφράζεται “Τούρκικα γεφύρια της Ανατολίας της εποχής των Οσμανλήδων”. Μέσα από τις 306 σελίδες του ο συγγραφείς μας παραδίδει, κυριολεκτικά, έναν αρχιτεκτονικό θησαυρό της περιοχής. Όλα τα γεφύρια είναι της εποχής των Οσμανλήδων, δηλαδή της μετά τους Σελτζούκους Τούρκους εποχής, που ξεκινά τον 13ο αιώνα.
Γεφύρι Τζιζρέ - Ceziret koprusu
Το βιβλίο είναι δομημένο σε τρία μέρη. Στο πρώτο έχουμε τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία – ιστορικά και γεωγραφικά – για να κατανοήσουμε την ανάγκη και τους λόγους κατασκευής των γεφυριών. Στο δεύτερο, το βασικό και μεγαλύτερο μέρος της μελέτης, παρουσιάζονται αναλυτικά 46 γεφύρια, ενώ στο τρίτο ακολουθούν τεχνικές αναλύσεις των επί μέρους στοιχείων των κτισμάτων, θεώρηση της διακόσμησής τους, αναφορά στους μαστόρους, κατασκευαστές κλπ. Η εργασία κλείνει με λίστα όρων, πλούσια βιβλιογραφία, χρονολογικό πίνακα κατασκευής των γεφυριών και με έναν χρησιμότατο και κατατοπιστικό χάρτη των θέσεών τους.
Χάρτης περιοχής Αττάλειας και Μερσίνας
Στο δεύτερο και κύριο, όπως είπαμε, μέρος όπου παρουσιάζονται τα 46 γεφύρια, υπάρχει για το καθένα το ιστορικό του, σχέδια και πολλές φωτογραφίες. Συνολικά δημοσιεύονται 186 ασπρόμαυρες και έγχρωμες φωτογραφίες. Να πούμε εδώ, ότι η γνώση του κάθε γεφυριού είναι σφαιρική και πλήρης.
Γεφύρι παζαριού - Pazarsuyu koprusu
Κλείνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε τον μεγάλο αριθμό επιγραφών, με αραβική γραφή, που είναι εντοιχισμένος στα εξεταζόμενα γεφύρια. Πρόκειται για ένα στοιχείο που εντυπωσιάζει. Σε μάρμαρο σκαλισμένες σχεδόν όλες, συνθέτουν μικρά αυτοτελή έργα τέχνης και φυσικά παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες, με κυριότερη την χρονολογία κατασκευής του κάθε γεφυριού.
Θα επιχειρήσουμε τώρα, με τη βοήθεια μερικών φωτογραφιών του βιβλίου, ένα ταξίδι στην Τουρκία, για να γνωρίσουμε τα σημαντικότερα πέτρινα γεφύρια της Οσμανλίδικης περιόδου.
Γεφύρι Μπικακσί - Bickici koprusu  
Ξεκινάμε από το Ντιαρμπεκίρ στην Ανατολική Τουρκία, τόπο συγκέντρωσης πολλών γεφυριών.
Στα ανατολικά της πόλης, κοντά στο Σιλβάν, συναντάμε το μεγάλο γεφύρι του Μαλαμπαντί, πάνω στο ποτάμι Μποτάν, παραπόταμο του Τίγρη. Είναι χτισμένο το 1147 κι έχει ένα μεγάλο τόξο και αρκετά μικρά βοηθητικά.
Εδώ εμφανίζεται η μεγάλη οξυκόρυφη καμάρα του ίδιου γεφυριού, με άνοιγμα 8,60 μέτρων. Στον Ελλαδικό χώρο απαντώνται τέτοια γεφύρια, όπως της Τσίπιανης στην Ήπειρο και του Καμπέραγα στο χωριό Μηλιωτάδες Ζαγορίου.
Γεφύρι Γκράβκα - Gravga koprusu
Στο Ντιαρμπεκίρ, στο άκρο της πόλης, υπάρχει επίσης το μεγάλο γεφύρι Ντιτσλέ, του Τίγρη δηλαδή, πάνω στον ομώνυμο ποταμό. Έχει 10 τόξα και είναι χτισμένο το 1067.
Κοντά στο προηγούμενο γεφύρι, πάντα στο Ντιαρμπεκίρ, υπάρχει και το Καρά Κιοπρού, το Μαυρογέφυρο δηλαδή. Με 5 τόξα, χτισμένο τον 12ο αιώνα.
Λίγο νοτιότερα, στο Γκιζιλτεπέ, βρίσκουμε το γεφύρι Ντουνάισι, επίσης πεντάτοξο, κατασκευασμένο τον13ο αιώνα σε παραπόταμο του Φιράτ, του Ευφράτη δηλαδή.
Γεφύρι Γκιορμελί - Giormeli koprusu
Κοντά στα σύνορα με τη Συρία και το Ιράκ, στην πόλη Τζιζρέ, στον Τίγρη ποταμό, σώζονται τα υπολείμματα ενός μεγάλου εξάτοξου γεφυριού, που είχε κατασκευαστεί το 1164. Διακρίνονται ακόμη και σήμερα τμήματα ανάγλυφων παραστάσεων με τους θεούς του Ολύμπου, τον Δία, τον Ποσειδώνα, την Αθηνά, τον Ερμή κλπ. Εδώ βεβαίως κάποιοι συνειρμοί είναι αναπόφευκτοι. 
Γεφύρι Αλά - Ala kopru
 
Να κινηθούμε τώρα κοντά στη Μεσόγειο, ανάμεσα στην Αττάλεια και τη Μερσίνα.
Πλησιάζοντας την αρχαία Άσπενδο, στο αρχαίο ποτάμι του Ευρυμέδοντα ή Κιοπρού Τσαγί, αντικρίζουμε το μεγάλο σελτζουκικό γεφύρι Κιοπρού παζάρ, δηλαδή το γεφύρι του παζαριού. Χτιζόταν πάνω σε ρωμαϊκά θεμέλια, για περίπου 20 χρόνια, από το 1219 έως το 1236.
Χάρτης περιοχής Αδάνων, Άγκυρας, Καισάρειας, Μαράς
Ανάμεσα σε Ερμενέκ και Καραμάν, στον ποταμό Γκιοκσού, υπάρχει το γεφύρι του Μπικακσί, τετράτοξο, με δυο κυκλικά ανακουφιστικά ανοίγματα εκατέρωθεν της κυκλικής καμάρας. Κατασκευάστηκε το 14ο αιώνα.
Εδώ βλέπουμε το γεφύρι Γκράβκα, επίσης τετράτοξο, επίσης με κυκλικά παράθυρα δεξιά και αριστερά της κεντρικής καμάρας, μόνο που εδώ είναι διπλά. Έχει κτιστεί τον 14ο αιώνα και βρίσκεται κοντά στο Ερμενέκ.
Γεφύρι Σεϋχάν - Goksu koprusu
Κοντά στην πόλη Ερμενέκ, προς Αναμούρ, είναι και το εικονιζόμενο βραχοθεμελιωμένο γεφύρι, με το όνομα Γκιορμελί. Είναι δίτοξο, χτισμένο το 1302.
Δίπλα από την πόλη Αναμούρ, βρίσκεται το επιβλητικό δίτοξο γεφύρι, με το όνομα Αλά Κιοπρού. Έχει χτιστεί τον 14ο αιώνα.
Στη συνέχεια ακολουθούμε την κατεύθυνση από Άδανα προς Άγκυρα, με ενδιάμεσους σταθμούς στο Μαράς, στην Καισάρεια και στο Αφιόν Καραχισάρ. 
Γεφύρι Τεκγκιόζ - Tekgoz kopru
 
Από το Μαράς προς το Γκιοκσούν συναντάμε το γεφύρι του Σεϋχάν, πάνω στο ομώνυμο ποτάμι, τον αρχαίο Σάρρο. Μ' ένα μεγάλο τόξο και τέσσερα βοηθητικά, φέρεται ότι κατασκευάστηκε τον 14ο αιώνα.
Ανεβαίνουμε στο Καϊσερί (Καισάρεια) Καππαδοκίας και βλέπουμε το γεφύρι Τεκγκιόζ, δίτοξο, πάνω στον ποταμό Κιζίλ Ιρμάκ, τον αρχαίο Άλυ ποταμό, τον μεγαλύτερο της Τουρκίας. Έχει χτιστεί, σύμφωνα με την εντοιχισμένη επιγραφή του, το 1203.
Γεφύρι Κεσίκ - Kesik kopru
Λίγο νότια από την πόλη Κιρσεχίρ, βρίσκουμε το Κεσίκ Κιοπρού. Ζεύγει με 13 τόξα τον Κιζίλ Ιρμάκ (Άλυς) και στέκει εκεί χτισμένο από το 1248.
Στη συνέχεια πάμε στο Αφιόν Καραχισάρ και στο μεγάλο εξάτοξο γεφύρι Αλτιγκιόζ (τα έξι μάτια). Το έχουν κατασκευάσει το 1210.
Πλησιάζοντας στην Άγκυρα από νότια, θα συναντήσουμε πάνω στον Άλυ ποταμό το περίφημο γεφύρι Γκεσνιγκίρ, πολύτοξο, με 12 ανόμοια μεταξύ τους ανοίγματα και σε διαφορετικό ύψος το καθένα. Είναι έργο του 13ου αιώνα.
Γεφύρι Αλτιγκιόζ - Altigoz koprusuo
Μέσα στη Άγκυρα, στο ποτάμι Τσουμπούκ, υπάρχει το Ακ Κιοπρού, το Άσπρο γεφύρι, με εφτά τόξα, κατασκευασμένο το 1222.
Τελευταίο δρομολόγιο, από Αμάσεια του Πόντου στο μακρινό Ερζερούμ. Η Αμάσεια είναι γνωστή πόλη του Πόντου από την αρχαιότητα και πατρίδα του σπουδαίου Έλληνα γεωγράφου Στράβωνα.
Κοντά στην πόλη Τοκάτ, στον ποταμό Γεσίλ Ιρμάκ, το αρχαίο ποτάμι της Ίριδας, θα συναντήσουμε το γεφύρι Χιντιρλίκ, το Σκούρο γεφύρι. Είναι πεντάτοξο και κατασκευάστηκε το 1250.
Γεφύρι Γκεσνιγκίρ - Cesnigir koprusu
Το γεφύρι αυτό ζεύγει παράξενα τον ποταμό Κιζίλ Ιρμάκ, δηλαδή τον Άλυ, εξ ου και το όνομά του: Εγκρί Κιοπρού, Στραβογέφυρο δηλαδή. Βρίσκεται στη Σεβάστεια, τη σημερινή Σίβας. Είναι έργο του 16ου αιώνα.
Άσπρο γεφύρι - Ak kopru
Ανάμεσα Μπαϊμπούρτ και Γκιουμουσανέ θα συναντήσουμε και το Κοργκάν Κιοπρουσού, δηλαδή το γεφύρι του Φόβου. Δίτοξο, έχει χτιστεί περίπου τον 17ο αιώνα.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω ότι, σε όλη τη Βαλκανική χερσόνησο και όχι μόνο, οι γεφυροποιοί (κιοπρουλήδες στα τούρκικα) έχουν αφήσει τα σημάδια τους ανεξίτηλα πάνω στα έργα τους.
Χάρτης περιοχής Αμάσειας και Ερζερούμ
Το θέμα, όμως, είναι να αρχίσει μια έρευνα που θα δώσει και θα δέσει τα συμπεράσματα, όσον αφορά κυρίως τις επιρροές μεταξύ τους και τις σχέσεις τους (ή όχι) με το παρελθόν (κυρίως ρωμαϊκής, αλλά και βυζαντινής εποχής), γιατί οι ομοιότητες καθώς και άλλα χαρακτηριστικά τους πρέπει να θεωρούνται δεδομένα.
Τυχερή γέφυρα - Hidirlik kopru (Φωτο: ΑΓΠ)



Στραβογέφυρο - Egri kopru
 
Γεφύρι Κοργκάν - Korgan koprusu - Γεφύρι του Φόβου

Η παραπάνω εργασία παρουσιάστηκε στην διάρκεια της Α' Επιστημονικής Συνάντησης του Κέντρου Μελέτης Πέτρινων Γεφυριών (ΚΕ.ΜΕ.ΠΕ.Γ) στις 23 Νοεμβρίου 2002 στην Καλλιθέα, με τον γενικό τίτλο “Περί Πετρογέφυρων” 10 Εισηγήσεις και 1 Μουσική Αφήγηση. Δημοσιεύτηκε στην έκδοση των πρακτικών του ΚΕΜΕΠΕΓ.
Για περισσότερες πληροφορίες δείτε στο Blog “Βιβλία ΚΕΜΕΠΕΓ”