Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

Γεφύρια Σειραίου ποταμού

Ο ποταμός Σειραίος ή Βερτσιώτικο ποτάμι ή Δεχουνέϊκο ποτάμι ή σκέτο «Ποταμιά», είναι το τρίτο βασικό πλοκάμι του ποταμού Ερύμανθου (τα άλλα δύο είναι το Νουσαίτικο και το Λιβαρτζινό ποτάμι και που τα τρία ενώνονται στα Τριπόταμα), που οι πηγές του βρίσκονται στα χωριά Σειρές, Πάος, Δεχούνι (κυρίως η πηγή Στέρνα) και Βεσίνι. Στην πορεία του δέχεται τα νερά από τα χωριά Βερσίτσι, Αλέσταινα και Λόπεσι. Έχει νερό όλο το χρόνο, αποτελώντας πηγή ζωής και βασικό παράγοντα ανάπτυξης της τοπικής αγροτικής οικονομίας.
Επί του ποταμού Σειραίου υπάρχουν τα παρακάτω πέτρινα γεφύρια:

Γεφύρι Αγίου Βασιλείου
  Βρίσκεται στο συνοικισμό Άγιο Βασίλειο του χωριού Πάος, του δήμου Καλαβρύτων, επί του Σειραίου ποταμού ή Δεχουνέικο ποτάμι, που λέγεται έτσι από το ομώνυμο διπλανό χωριό. 
Γεφύρι Αγίου Βασιλείου. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
   Ονομάζεται και γεφύρι της «Σανίδας» από την ονομασία της περιοχής. Είναι καλυμμένο με τσιμέντο 20 εκατ. στη βάση του. 
 
Από ανάντη. (Φωτο: ΑΓΠ)

  Οι ντόπιοι λένε ότι χτίστηκε επί Τουρκοκρατίας και είναι παρόμοιο με το “Τουρκοφέφυρο”, που βρίσκεται δύο χιλιόμετρα περίπου δυτικότερα, προς το χωριό Πάος, χωρίς να μας είναι γνωστό το όνομα του πρωτομάστορα.
  Είναι καταβιβασμένο για να επιτευχθεί επίπεδο κατάστρωμα, χωρίς στηθαία και μια σειρά θολίτες..
  Εξυπηρετούσε και εξυπηρετεί τους κατοίκους των χωριών Πάος, Άγιος Βασίλειος και Δεχούνι στις αγροτικές τους εργασίες.

Τουρκογέφυρο στις Σειρές
  Βρίσκεται κοντά στο χωριό Σειρές σε υψόμετρο 580 μέτρων,  μονότοξο και σε καλή κατάσταση.  
  Κατασκευάστηκε το 1890 και εξυπηρετούσε - και ακόμα εξυπηρετεί- τους κατοίκους των χωριών Σειρές, Δεχούνι, Πάος, Βεσίνι, κλπ.  
  Γεφυρώνει τον ποταμό Σειραίο ή Βερτσιώτικο ποτάμι ή σκέτο “Ποταμιά” στη θέση “Παπαθανάση”, στο δρόμο προς το μύλο “Μάρκου”. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τον δωρητή του και τον κατασκευαστή του.
Τουρκογιόφυρο στις Σειρές. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
    Είναι και αυτό καταβιβασμένο, με μια σειρά καμερολιθιών και χωρίς στηθαία.
  Σείραι ή Σειρές, ήταν αρχαία πόλη των Αζανών της αρχαίας Αρκαδίας, της επαρχίας και του Δήμου Καλαβρύτων σήμερα. Σύμφωνα με τον Παυσανία, που πέρασε από την περιοχή, οι “Σείραι” ήταν Αρκαδική πόλη στη χώρα του Κλείτορα και στα σύνορα με την Ψωφίδα, επίσης Αρκαδική πόλη. Η πόλη βρισκόταν δίπλα στο δάσος του Σόρωνος και κοντά της υπήρχαν τα ερείπια της πολίχνης Πάος. Ήταν κατά την αρχαιότητα μία από τις δεκατέσσερεις πόλεις της Αρκαδικής Αζανιάδας.
Από κατάντη. (Φωτο: ΑΓΠ).
  Οι Σειρές (Βερσίτσι μέχρι το 1928) είναι χτισμένες σε υψόμετρο 940 μέτρων σε μιά δυσπρόσιτη και μαγευτική πλαγιά της Βερσιτσιώτικης οροσειράς του “Μελισσού” ή “Αηλιά”, που μοιάζει με αετοφωλιά. Η ονομασία Βερσίτσι είναι σλάβικο τοπονύμιο, που σημαίνει τόπο με πολλά και κρύα νερά. Οι διάφορες σλαβικές ονομασίες στην ευρύτερη περιοχή της Αροανίας και σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου αποτελούν κατάλοιπο της εγκατάστασης των Σλαύων ποιμένων και ξυλοκόπων του 9ου μΧ αιώνα, οι οποίοι συγχωνεύθηκαν από το ντόπιο στοιχείο.
   Την ύπαρξη των παραπάνω γεφυριών στον ποταμό Σειραίο αναφέρει και ο Γεώργιος Παπανδρέου λέγοντας ότι "...επί δε του Σειραίου έχει και 2 γεφύρας." (1)  

Σημειώσεις-βιβλιογραφία 
1. Γεωργίου Παπανδρέου. Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. 1928. Ιστορία των Καλαβρύτων, Β' έκδοση από την Κοινωφελή Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Και Κοινωνικής Ανάπτυξης Και Ποιότητας Ζωής Δήμου Καλαβρύτων (ΔΕΠΑΠΟΖ). Καλάβρυτα 2011, σελ.348.


Περισσότερα για τα δύο γεφύρια στα video:


Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Τουρκογέφυρο στο "Δομοκό".


Ένα ιστορικό γεφύρι στο Βιδιάκι Γορτυνίας
"...το εγχείρημα των εχθρών να περάσουν στη Γορτυνία απέτυχε, γιατί στο γεφύρι του Βιδιακίου τους πολέμησαν οι Έλληνες...τους εχτύπησαν φονεύσαντες 25, συνέλαβαν και τρείς ζώντας και δύο άτια...Έλληνες εφονεύθηκαν τρείς. Το σχέδιόν τους κατά της Πέρα μεριάς εματαιώθη…"
Το γεφύρι στο “Δομοκό” αποτελεί συνέχεια του εις την ίδια θέση υπάρχοντος προγενέστερου (ή προγενέστερων) γεφυριού, του “Τουρκογέφυρου”, που βρισκόταν πέντε μέτρα νότια και εξυπηρετούσε άμεσα τις ανάγκες των περιοχών των δύο πλευρών του Ερύμανθου μέχρι το τέλος της Τουρκοκρατίας και ίσως ακόμη πιο πέρα. Σώζεται το δυτικό βάθρο του και διακρίνονται ίχνη του ανατολικού.
“...αλλά, πέντε μέτρα πιο κάτω από το γεφύρι (του “Δομοκού”) υπάρχει πόδι άλλο, του παλαιότερου γεφυριού, που υπήρχε από πριν...παλιά...το “Τουρκογιόφυρο”, όπως το λέγανε. Διακρίνονται τα θεμέλια του παλιού, του “Δυτικού”, που εξυπηρετούσε άμεσα τις ανάγκες της εποχής εκείνης. Της Θελπουσίας από τη μεριά της Γορτυνίας και της Ακρωρείας (Ακρώρεια ονομαζόταν κατά την αρχαιότητα η περιοχή μεταξύ του Σανταμεριάνικου βουνού και του όρους Αστράς, δηλαδή η περιοχή γενικά της σημερινής Λαμπείας και Πηνείας, η ορεινή χώρα -άκρα-όρος - με σπουδαιότερη πόλη τη Λασσιώνα =περιοχή πυκνή σε δάση και δένδρα, στο οροπέδιο της Φολόης στην Κάπελη, ερείπια της οποίας διακρίνονται στη θέση Κούτι-Παλαιόκαστρο κοντά στο χωριό Κούμανι αλλά και τις πολίχνες Θραιστός, Άλιον, Ευπάγιον και Οπούντα. (Η Ακρώρεια εκτεινόταν από το οροπέδιο της Φολόης μέχρι το κάτω τμήμα του τ. δήμου Λαμπείας και ίσως να έφτανε μέχρι του δήμου Τριταίας  του νομού Αχαΐας ) από τη μεριά της Ηλείας. Εκεί έγινε μάχη φονική το 1827, τον Ιούλιο, μεταξύ του στρατού του Ιμπραήμ με τον Ντελή Αχμέτ και των Ελλήνων με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη κλπ...με τους Έλληνες να έχουν τους Τούρκους σε απόσταση ενός “τήρου” τουφεκιάς...τήρος είναι το βεληνεκές του τουφεκιού...(από το τηράω, βλέπω).Το γεφύρι ονομαζόταν “Τουρκογιόφυρο” γιατί μάλλον χτίστηκε επί Τουρκοκρατίας...δεν ξέρουμε...μπορεί να ήταν και παλιότερο...της Βυζαντινής εποχής...διότι υπήρχε εκεί στη Βυζαντινή εποχή γεφύρι...υπήρχε και στον Πελοποννησιακό πόλεμο...πέρασαν από το σημείο εκείνο, όπως λέει ο Διόδωρος, οι Σπαρτιάτες και εβάδισαν κατά της Ηλείας κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο...”(1)
Το Δυτικό βάθρο του Τουρκογέφυρου. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
Στον Αρκαδο – Ηλειακό πόλεμο (365 – 364 πχ), οι Αρκάδες μέσω του γεφυριού αυτού (2) σπεύδουν προς την περιοχή της Λασσιώνας (Λάσιος, πυκνός από δέντρα τόπος, το σημερινό δρυοδάσος της “Κάπελης”) και καταδιώκουν τους Ηλείους προς την Ολυμπία, καταλαμβάνοντάς την καθώς και τις άλλες πόλεις της, Θραιστόν, Άλιον, Ευπάγιον και Οπούντα, ενώ κατά τον Συμμαχικό πόλεμο (220 -217 πχ) το γεφύρι είναι το αμφίδρομο πέρασμα των Μακεδόνων του βασιλειά Φιλίππου του Ε', προς Στράτο, Λασσιώνα, Ολυμπία.
“...το μέρος ένθα Φίλιππος διέβη τον Ερύμανθον, μεταβαίνων από Λασσιώνα (Λασσιώνα από το λάσιος=πυκνός) προς Στράτον, δεν γνωρίζωμεν, δια το αδύνατον της διαβάσεως του ποταμού εν χειμώνι, υπό στρατού. Συμπεραίνομεν ότι υπήρχε γέφυρα τις, κάτωθι του χωρίου Βιδιακίου, δι' ης διέβη τούτον...”(3).
Επιπλέον κατά την πολιορκία της σπουδαίας πόλης Ψωφίδας αναφέρεται ότι ο Φίλιππος επειδή δίσταζε λόγω της οχυρής θέσης της να πραγματοποιήση απ' ευθείας επίθεση "...δια τούτο αυτήν την γνώμην ακολουθήσας διεταξε τους Μακεδόνας λίαν πρωί όλοι να προγευματίσουν και διασκορπισμένοι να είναι έτοιμοι. Μετά ταύτα, αφού διέβη την επί του Ερυμάνθου γέφυραν, χωρίς να τον εμποδίσει κανείς δια το ανέλπιστον της επιθέσεως. Έφθασε πλησίον αυτής της πόλεως μετά δραστηριότητος και καταπληκτικότητος". (4)
Χρήση της γέφυρας γίνεται από τους Γότθους του Αλάριχου (4ος αιώνας μχ), τους Φράγκους ιππότες της βαρονίας της Άκοβας, τους Βυζαντινούς και τους κλέφτες και αρματολούς κατά την Τουρκοκρατία.
Το 1792, τετρακόσιοι ρουμελιώτες του καπετάν – Ανδρούτσου, με τη βοήθεια του ονομαστού καπετάνιου της περιοχής Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, περνούν από το γεφύρι του Βιδιακίου για τη Βοστίτσα(Αίγιο) κυνηγημένοι από τους Τούρκους ενώ με τη λειτουργία των μπαρουτόμυλων της Δίβρης (Λαμπεία), το νυχτερινό πέρασμα των Ελλήνων επαναστατών είναι συχνότατο.
Το 1809,”οι Λαλαίοι – ανιχνευτικό απόσπασμα πρώτα και ικανή δύναμη την επομένην - πέρασαν από το χωριό μας, άρπαξαν ότι μπόρεσαν και αγγάρεψαν χωρικούς για το Πέτα...Εκείθεν δια Δομοκού, έφθασαν αθέατοι στην Κάτω Μονή Δίβρης. Καλόγερος, ή τυχαίος διαβάτης, τους αντελήφθη και με φωνές ειδοποίησε τους Διβριώτες, οι οποίοι έσπευσαν πάνοπλοι και ανάγκασαν τους εχθρούς να τραπούν εις φυγήν, αφού προηγουμένως έκαψαν την Μονήν”.(5).
Το 1827, 21 Ιουλίου, επτά χιλιάδες Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ Πασά υπό τον Ντελή – Αχμέτ και μαζί τους πολλοί τουρκοπροσκυνημένοι υπό τον περιβόητο Νενέκο, που ήσαν στρατοπεδευμένοι στην περιοχή “Διβραίικα Αμπέλια”, απέναντι στην πλευρά της Ηλείας, επιχειρούν να περάσουν στη Γορτυνία, το προπύργιο του Θ. Κολοκοτρώνη, από το γεφύρι. Ο γιός του Κολοκοτρώνη, Γενναίος(Ιωάννης), καταφθάνει από Λιβάρτζι – Τριπόταμα(Ψωφίδα) και με 2.500 άνδρες πιάνει τα απέναντι χωριά Παραλογγοί και Βιδιάκι και επιτίθεται στο εχθρικό τμήμα, που κατηφορίζει προς το γεφύρι. Τους στρίμωξαν στη στενοκοπιά του γεφυριού και μετά από σκληρή μάχη οι Τούρκοι “τσακίζουν” και οπισθοχωρούν καταδιωκόμενοι προς “Ρούτελη”, “Αη – Γιαννάκη και “Μάρμαρα”. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης την επομένη, 22 Ιουλίου 1827, γράφει στον πατέρα του: “...το εγχείρημα των εχθρών να περάσουν στη Γορτυνία απέτυχε, γιατί στο γεφύρι του Βιδιακίου τους πολέμησαν οι Έλληνες...τους εχτύπησαν φονεύσαντες 25, συνέλαβαν και τρείς ζώντας και δύο άτια...Έλληνες εφονεύθηκαν τρείς. Το σχέδιόν τους κατά της Πέρα μεριάς εματαιώθη.”
Το Ανατολικό βάθρο. (Φωτο: ΑΓΠ)
Μετά τη μάχη στο γεφύρι του “Δομοκού”, οι Έλληνες με τους γνώστες του τόπου Βιδιακίτες, από Δομοκό και Ντάλομη, πέρασαν απέναντι κατά των υποχωρούντων εχθρών και...λέει στα απομνημονεύματά του ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. “...η εμπροσθοφυλακή μου έφθασεν εις Νεμούταν την οποίαν καύσαντες οι εχθροί, ηθέλησαν να περάσουν από το γεφύρι της Νεμούτας (Σειντάγα) αλλ' ευρεθέντες οι Νεμοτιάνοι και ο Παπαγεωργάκης (Καπετάνιος από το Μοναστηράκι), παρ' εμού απεσταλμένος εις τα εκεί, τους εκτύπησεν και οπισθοδρόμησαν”.(6)
Οι μαρτυρίες αυτές είναι σημαντικές γιατί μας λένε ότι το 1827 το γεφύρι υπήρχε. Άγνωστο είναι πότε γκρεμίστηκε. Δεν μας είναι γνωστό επίσης πως ήταν το γεφύρι σ΄ όλες του τις φάσεις. Κάποιοι γεροντότεροι, από μαρτυρίες των παππούδων τους, λένε ότι ήταν ξυλογέφυρο, με πέτρινα βάθρα, όπως ακριβώς ένα εξ αυτών υπάρχει σήμερα.

Σημειώσεις - Βιβλιογραφία

(1).  Αφήγηση στον γράφοντα από Κ.Ι. Κηπουρό.
(2).  Ξενοφών. «Ελληνικά». Ζ 4-12
(3).  Γ. Παπανδρέου Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. "Αζανιάς". Εν Πύργω εκ του τυπογραφείου της εφημ. Ηλείας. Σελ. 32. 1986
(4).  Αθανασίου Θεοδ. Λέλου. Ιστορία Αρχαίας  Ψωφίδος και Λειβαρτζίου. Αθήναι 1953. Σελ.48
 (5)Γ. Χρυσανθακόπουλος. «Η Ηλεία επί τουρκοκρατίας» σελ. 135
(6).  Κ.Ι. Κηπουρός. «Βιδιάκιον Γορτυνίας. Η γενέτειρά μου». Αθήνα 1988.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Γεφύρια ποταμού Πάος

   Ο μικρός ποταμός Πάος πηγάζει λίγο έξω από το ομώνυμο χωριό, στην θέση ¨Χάνι Καλαθά" και μετά από λίγα χιλιόμετρα χύνεται στον Λάδωνα. Δύο γεφύρια γεφυρώνουν τον Πάος εξυπηρετώντας τις ανάγκες μετακίνησης των ντόπιων και των επισκεπτών, που με σειρά είναι το Τζηφαίϊκο γεφύρι, λίγο πιο κάτω από τις πηγές του και το Τρικάμαρο, λίγο πιο έξω από το κεφαλοχώρι της Δάφνης.
   "Προς τα ΝΑΑ. της πολίχνης Στρεζόβης και εις απόστασιν 1 1/2 ώρας απ' αυτής και επί της δεξιάς όχθης του εκβάλλοντος εις τον Λάδωνα Παίου χειμάρρου, όστις εκεί λέγεται Ξεροπόταμο, διότι το ύδωρ αυτού χρησιμοποιούμενον εν θέρει προς άρδευσιν αγρών άνω του Μερμηγκολόγγου δεν φθάνει εκεί, και παρά την συμβολήν του Παίου εις τον Λάδωνα π. υψούται λόφος, όστις νυν ονομάζεται Γλανιτσιά.... Ο Πάϊος  χείμαρρος (Ξηροπόταμος) εισερχόμενος μετά τον κρημνόν του Μερμηγκολόγγου εις τον εκεί κάμπον άπτεται σχεδόν εν σειρά των ανατολικών υπερειών της όλης στρεζοβηνής βουνοσειράς των Πετραίων μέχρι της Γλανιτσιάς, πέραν δ' αυτού προς Α. είναι ο κάμπος, εντός του οποίου η Τρανή Βρύση (πηγή 2 μυλαυλάκων ύδατος) πηγάζει, ης το ύδωρ διευθύνεται προς ΝΑ.". (1)

   Η συμβολή του Πάϊου με το Λάδωνα λέγεται “Σμίξη”.

Τζηφαίϊκο γεφύρι

  Είναι μονότοξο και σε καλή κατάσταση.
  Ονομάστηκε έτσι από τα πολλά επώνυμα Τζήφας, που υπάρχουν στο διπλανό χωριό Βεσίνι. Βρίσκεται σε υψόμετρο 600 μέτρων και η βάση του είναι στρωμένη με τσιμέντο από την κοινότητα με στόχο την...διάσωσή του.  
  
Τζηφαίϊκο γεφύρι. (Φωτο:  Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
  Είναι τοξωτό, με στηθαία, μια σειρά καμαρολιθιών και  καλυμμένο με πυκνή βλάστηση και δένδρα, με κίνδυνο για την στατικότητά του, πράγμα που δυσκολεύει και την μέτρηση, βιντεοσκόπηση και φωτογράφισή του.
Το γεφύρι και ...το τσιμέντο. (Φωτο: ΑΓΠ)

  Το χωριό Πάος, απ’ όπου πήρε και το όνομα το ποτάμι, είναι καινούργιο χωριό, που προέκυψε από τη μεταφορά και συνένωση των χωριών Σκουπέϊκο, που βρισκόταν σε ορεινή τοποθεσία βορειότερα, Βεσίνι και Δεχούνι και είναι χτισμένο σε μια μικρή μεν αλλά καταπράσινη κοιλάδα, στις παρυφές και βόρεια του Αφροδίσιου όρους. Στην περιοχή ρέει επιπλέον και ο Σειραίος ποταμός, που χύνεται στον Ερύμανθο, στα Τριπόταμα. Ανατολικά του χωριού υπήρχε η αρχαία Πάος (ή Πάϊον κατά τον Ηρόδοτο) και κατά την αρχαιότητα ήταν Αρκαδική πόλη, που ανήκε στο βόρειο τμήμα της Αρκαδίας, την Αζανία (Αζανιάς). Λείψανά της σώζονται ανατολικά του χωριού, κοντά στα Βεσιναίϊκα (στην τοποθεσία “Χάνι Καλαθά”). Διέθετε ισχυρή ακρόπολη, που βρισκόταν στο ύψωμα πάνω από τις πηγές Καλαθά. Άκμασε κατά την αρχαϊκή περίοδο. Ο Ηρόδοτος αναφέρει για την κώμη ότι υπήρξε πατρίδα ενός από τους μνηστήρες της Αγαρίστης, κόρης του τύραννου της Σικυώνας Κλεισθένη. Επίσης ότι ήταν και η πατρίδα του Λαφάνη, γιου του Ευφορίωνος, για τον οποίο λεγόταν ότι στο σπίτι του φιλοξένησε τους Διόσκουρους. Η αρχαία Πάος υποτάχθηκε και προσαρτήθηκε στην πόλη – κράτος του Κλείτορα. Στα Ρωμαϊκά χρόνια είχε ήδη παραπέσει σε παρακμή. Την κώμη αναφέρει και ο Παυσανίας, ο οποίος την επισκέφθηκε το 170 μ.χ. και τη βρήκε έρημη.

Τρικάμαρο  

  Το συναντάμε επί του Πάϊου ποταμού και σε υψόμετρο 550 μέτρων, δύο περίπου χιλιόμετρα από το κεφαλοχώρι Δάφνη, του δήμου Καλαβρύτων, ερχόμενοι από Τριπόταμα και ακολουθώντας έναν χωματόδρομο, αριστερά λίγο πριν τα πρώτα σπίτια του χωριού, ο οποίος μας βγάζει ακριβώς πάνω στο γεφύρι.

Τρικάμαρο γεφύρι. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
   Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για το πότε χτίστηκε, ούτε και ποιος ήταν ο πρωτομάστορας. Το σίγουρο είναι ότι χτίστηκε για να γεφυρώσει τον ποταμό Πάος και να συνδέσει τα διπλανά χωριά στις επαφές τους με τα χωράφια τους και κυρίως με το κεφαλοχώρι – κέντρο της περιοχής, Δάφνη (Στρέζοβα).
Το καλντερίμι. (Φωτο: ΑΓΠ)

  Έχει τρεις ανισομερείς τοξωτές καμάρες, στηθαία και είναι το καλλίτερο επισκευασμένο και διατηρημένο γεφύρι, χτισμένο με την χαρακτηριστική άσπρη πέτρα που αφθονεί στην περιοχή.
  Αποτελείται  από μονή σειρά καμαρολιθιών και η βάση του είναι κεκλεισμένη, με το κοίλο μέρος του να κοιτάει προς ανάντη, σε αντίθεση με τα κρατούντα. Η βάση του, στο διάστημα μεταξύ αριστερής και μεσαίας καμάρας από ανάντη είναι επίπεδο, χαμηλώνει δε και ανοίγει όσο πλησιάζουμε στα άκρα του.
Άποψη από ανάντη. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Η μεσαία καμάρα είναι η μεγαλύτερη των άλλων δύο και είναι πρόσφατα ανακαινισμένο με το πρόγραμμα Leader και με ευθύνη του τέως δήμου Δάφνης, και προσωπικά του Κ. Ασημακόπουλου, Δημάρχου του τ. δήμου Δάφνης.
   Πρόκειται για ένα πανέμορφο, πλήρως ανακαινισμένο τρικάμαρο πετρογέφυρο, έτοιμο να υποδεχθεί και να ενθουσιάσει και τον πιο απαιτητικό επισκέπτη – θαυμαστή της δουλειάς των διάσημων μαστόρων της πέτρας.

Σημειώσεις-βιβλιογραφία 
1.  Γεωργίου Παπανδρέου. Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. 1928. Ιστορία των Καλαβρύτων, Β΄έκδοση από την Κοινωφελή Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Και Κοινωνικής Ανάπτυξης Και Ποιότητας Ζωής Δήμου Καλαβρύτων (ΔΕΠΑΠΟΖ). Καλάβρυτα 2011, σελ.86-87.
Περισσότερα για το τρικάμαρο γεφύρι στο video:

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Σπαθαραίϊκο γεφύρι στο Λάδωνα

 Βρίσκεται μέσα στο χώρο του ΥΗΣ ΔΕΗ και γεφυρώνει τον ποταμό Λάδωνα, συνδέοντας σε παλιότερες εποχές μέχρι και τις σχετικά πρόσφατες τα χωριά της Γορτυνίας.(1)
  Είναι μονότοξο,  με στηθαία, ανηφορική επιφάνεια διάβασης, χτισμένο σύμφωνα με τους ξένους περιηγητές στις αρχές του 19ου αιώνα, με οξυκόρυφο τόξο και μια σειρά εντυπωσιακούς σε μέγεθος θολίτες. 
  Πρέπει να ήταν σπουδαίος συγκοινωνιακός κόμβος γιατί το μεσαίωνα είχε χτιστεί εκεί οχυρό κάστρο από τη Μονοβύζα, που σημαίνει ότι είναι πολύ πιθανό να προϋπήρχε εκεί παλιότερο γεφύρι.
   Συνέδεε, κυρίως, τα χωριά Βούτσι, Μοναστηράκι, Καρδαρίτσι με το κέντρο τότε της περιοχής, που ήταν το ιστορικό κεφαλοχώρι Τρόπαια. 
  Λέγεται και σκέτο Σπάθαρης από το ομώνυμο χωριό που βρίσκεται κοντά και διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση.
Σπαθαραίϊκο γεφύρι. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
   Ο Σπάθαρης είναι ένα Γορτυνιακό χωριό εφτά χιλιόμετρα δυτικά των Τροπαίων, με δύο οικισμούς, τον άνω και τον κάτω Σπάθαρη. Ανήκει στην ευρύτερη περιοχή της Βάναινας, όπου βρισκόταν η αρχαία Ελληνική πόλη Θέλπουσα. Στην περιοχή υπάρχει και μια ωραία πηγή, η “Κάλλανα”.
  Το χωριό υπολογίζεται ότι δημιουργήθηκε περί τα μέσα του 17ου αιώνα, γύρω στα 1650. Είναι δημιούργημα της εποχής της τουρκοκρατίας. Κάτοικοι των πεδινών περιοχών, υπό το βάρος της παρουσίας του δυνάστη, εγκαταλείπουν τα χωριά τους στον κάμπο και αναζητούν καταφύγιο και προστασία σε ορεινούς, απρόσιτους και δύσβατους τόπους. Οι πρώτες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στο χωριό ήταν από τη Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο και την Κυπαρισσία.
  Το όνομα Σπάθαρι ή Σπάθαρης έλκει την καταγωγή του από το βυζαντινό Σπαθάριος, που ήταν τίτλος σωματοφυλάκων του Βυζαντίου με επικεφαλής τον Πρωτοσπαθάριο. Από αυτόν τον τίτλο προέκυψε το επώνυμο Σπαθάρης.    Σύμφωνα με την παράδοση, κάποιος με το όνομα Σπαθάρης ήταν ο πρώτος που εγκαταστάθηκε στο μέρος του σημερινού χωριού και του έδωσε τ' όνομά του. Η μεταβολή του ονόματος στο αντίστοιχο ουδέτερό του, Σπάθαρι, είναι κάτι το συνηθισμένο στην Πελοπόννησο.
Από ανάντη. (Φωτο: ΑΓΠ)
   Το χωριό, με το ΦΕΚ  25 Α’ της 24/08/1912 διορθώνει το όνομά του σε Σπάθαρις (από Σπαθάρι), με το ΦΕΚ 16 Α’ της 24/05/1935 προσαρτάται στον τότε δήμο Θέλπουσας, με το ΦΕΚ 244 Α’ της 04/12/1997 από κοινότητα που ήταν προσαρτάται στο δήμο Τροπαίων και τελικά με το ΦΕΚ 87 Α’ της 07/06/2010 προσαρτάται στον δήμο Γορτυνίας (Νόμος Καλλικράτη).
  Κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, οι σπηλιές που βρίσκονται ΒΔ του χωριού, απετέλεσαν ένα ασφαλές καταφύγιο για τους Έλληνες. Οι Σπαθαραίοι τα ονόμαζαν “μαγαζιά”, καθώς ήταν μέρος ανεφοδιασμού και αποθήκευσης τροφίμων για τις ανάγκες του αγώνα. Μία απ' αυτές χρησιμοποιείτο σαν εκκλησία, ενώ η σπηλιά “Πετραλιά” ήταν καταφύγιο σε περιόδους διωγμών για τους οπλαρχηγούς και τις οικογένειές τους, όπως Κολοκοτρωναίων, Δεληγιανναίων κλπ.

Βιβλιογραφία – σημειώσεις
(1). Ο φύλακας – εργαζόμενος στο σταθμό της ΔΕΗ Λαμπρόπουλος Γεώργιος από το χωριό Μοναστηράκι πρόθυμα μας εξυπηρέτησε.
Περισσότερα για το Σπαθαραίϊκο γεφύρι στο video:

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Το γεφύρι του Κοκλώνη


Το χωριό Αγράμπελα βρίσκεται ανάμεσα στις επιβλητικές και μεγαλοπρεπείς βουνοκορφές του αγέραστου Ερύμανθου (ή Ωλονού), σε μια ευρύχωρη και τραχιά χαράδρα. Παλιά υπαγόταν στο νομό Ηλείας, αλλά το 1981 με την απογραφή εντάχθηκε στο νομό Αχαΐας. Στην περιοχή έχει και τις πρώτες πηγές του ο ποταμός Ερύμανθος (Νουσαίτικος), ο μεγαλύτερος από τους τρείς βραχίονες-παραποτάμους του ποταμού. Οι πρώτοι κάτοικοι λέγεται ότι ήλθαν από τα νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου κυνηγημένοι από τους πειρατές, όπως αναφέρει το “Χρονικό του Μορέως”: “Στα όρη επροσφύγασιν και σε ψηλά βουνά βουλήν απήραν ενομού το πως θέλουν διάξει”.
Το γεφύρι του Κοκλώνη. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
 Το γεφύρι βρίσκεται στην περιφέρεια του χωριού Αγράμπελα ( “Πορετσό” μέχρι το 1928) του δήμου Καλαβρύτων (Αροανίας μέχρι το 2010) και απέχει 11 χιλιόμετρα από την αρχαία Ψωφίδα.
Η θέση του γεφυριού. (Φωτο: ΑΓΠ)

Είναι χτισμένο στη θέση “Παλιόμυλος” επί του Ερυμάνθου, λίγο πριν το χωριό και κατασκευάστηκε το 1608. Δεν είναι σε καλή κατάσταση και πρέπει να συντηρηθεί και να αποκατασταθεί από τις “αισθητικές” παρεμβάσεις πού έχουν γίνει κατά το παρελθόν (απομάκρυνση μπετόν κλπ). Συνέδεε τα Αγράμπελα με την Πλάκα {Μοράχοβα} και εξυπηρετούσε τους κατοίκους για πολλούς αιώνες μέχρι την κατασκευή της καινούργιας γέφυρας δίπλα, πριν από μερικά χρόνια.
Συνδέεται με πολλούς θρύλους και παραδόσεις. Μία εξ αυτών λέει ότι κατασκευάστηκε με έξοδα του Σπήλιου Κοκλώνη, άρχοντα από το Πορετσό. Ακόμη, εικάζεται (Β.Τακτικός) ότι χτίστηκε με χρηματοδότηση από τον Τούρκο διοικητή του Μοριά με έδρα την Τρίπολη και συγκεκριμμένα ότι χτίστηκε μαζί με το μοναστήρι του Πορετσού, ξεπληρώνοντας έτσι ένα χρέος προς τον Σπήλιο Κοκλώνη, που του είχε σώσει τη ζωή όταν ήταν νεαρός και κυνηγημένος στην περιοχή από τους Έλληνες.
Το τόξο. (Φωτο: ΑΓΠ)
Ο Κοκλώνης από ευαισθησία τον έσωσε, τον έκρυψε σπίτι του και παρά την αντίδραση της γυναίκας του, του έσωσε τη ζωή. 'Όταν αργότερα ως διοικητής του Μοριά (Μόρα Βαλεσή), πήγε στο Πορετσό, ζήτησε από τον Κοκλώνη να του πει τι ήθελε να του προσφέρει ως αντάλλαγμα και αυτός ζήτησε την κατασκευή του γεφυριού, της Μονής της Παναγίας Πορετσιότισσας με τις σπουδαίες τοιχογραφίες των αδελφών Γ. και Δ. Μόσχου και της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου, πράγμα που έγινε.
 Ο Γυμνασιάρχης Γεώργιος Παπανδρέου, από το Σκούπι (Πάος) Καλαβρύτων που τελείωσε το σχολαρχείο Πύργου και μετά τις σπουδές του στη φιλοσοφική Αθηνών διορίστηκε και δίδαξε στον Πύργο, μας λέει την δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα για την περιοχή: "οι από των χωρίων Γερμανοτσανίου, Πορετσού και Νουσάς χείμαρροι πηγάζοντες από των εκεί νοτίων κλιτύων του Ερυμάνθου όρους και ενούμενοι παρά το Πορετσόν σχηματίζουσι τον βραχίονα Ερύμανθον (νυν Νουσαίτικο ποτάμι), όστις κατά την θέσιν Τριπόταμα (την αρχαίαν Ψωφίδα) ενούται με άλλους δύο χειμάρρους κατερχομένους εκ της των Καλαβρύτων επαρχίας, δηλ. τους Αροάνιον (Λειβαρτζινό ποτάμι) και Σειραίον (Βερτσιώτικο ποτάμι), εξ ου και η θέσις καλείται Τριπόταμα, και ούτως οι τρεις χείμαρροι ενούμενοι σχηματίζουσι περαιτέρω τον πολύν Ερύμανθον (Δοάναν) τον γνωστόν πλέον παραπόταμον του Αλφειού, ο βραχίων Ερύμανθος (το Νουσαίτικο) έχει διεύθυνσιν μάλλον από Β. προς Ν., έχει γέφυραν καμπυλωτήν (πρόκειται για το μονότοξο και ανακαινισμένο σημερινό γεφύρι των Τριποτάμων ή γεφύρι του Ιμπραήμ) ολίγον προ της συμβολής αυτού προς τους άλλους δύο βραχίονας και οροθετεί την Ηλείαν προς την των Καλαβρύτων επαρχίαν". (1)
Επίσης ο ίδιος μνημονεύει το γεφύρι μέσα από την επίσκεψη στην Πελοπόννησο του σπουδαίου περιηγητή Pouqueville λέγοντας: 

. «Ούτος λοιπόν κατά τον Ιούνιον του 1815 διελθών την Ηλείαν βαδίζων από Δίβρης δια της Βρύσις της Κοπέλας και του Αλογοπατήματος και της γεφύρας του Μοστενιτσιάνικου χειμάρρου (κάτωθεν της Μοστενίτσης και νυν υπάρχοντος) διήλθε το ποτάμι της Νουσάς (το νυν Νουσαίτικο, τον Ερύμανθον) εν Τριποτάμοις (δεν σαφηνίζει αν διήλθεν αυτό δια της νυν επ΄αυτού γεφύρας, ήτις ίσως δεν υπήρχε τότε), είτα διήλθε τον χείμαρον του Λειβαρζίου (το νυν Λειβαρζινό ποτάμι, τον Αροάνιον) και ακολουθήσας έπειτα την δεξιάν όχθην του Σκούπι-Δεχούνι χειμάρρου (του νυν Βερτσιωτικού ποταμίου, του Σειραίου, ως εκάλεσα αυτό) παρά και την νυν εκεί οδόν έφθασεν εις το μαγαζείον των Τριποτάμων (τούτο λητο πιθανώς εν χάνι εκεί, όπου είναι νυν ο μύλος των Τριποτάμων επί της δεξιάς όχθης του Βερτσιωτικού). (2)

             


Παρατηρίσεις-Βιβλιογραφία
(1). Γεωργίου Παπανδρέου, Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. Η Ηλεία στο διάβα των αιώνων. Αμαλιάδα 2010. Σελ. 30. 
      (2).   Γεωργίου Παπανδρέου. Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. 1928. Ιστορία των Καλαβρύτων, Β΄έκδοση από την Κοινωφελή Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Και Κοινωνικής Ανάπτυξης Και Ποιότητας Ζωής Δήμου Καλαβρύτων (ΔΕΠΑΠΟΖ). Καλάβρυτα 2011, σελ. 186.
  
Περισσότερα για το γεφύρι του Κοκλώνη στο παρακάτω video: