Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα
Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση. Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.
Πρόκειται
για ένα μονότοξο πετρογέφυρο, ημικυκλικό, με μια
σειρά από θολίτες, χωρίς στηθαία, βάθρα να πατάνε σε σαθρό έδαφος επί
του δημόσιου δρόμου προς το χωριό
Αλαγονία (Σίτσοβα) του δήμου Καλαμάτας
και δύο περίπου χιλιόμετρα πριν από το
χωριό, επί του Σιτσοβίτικου ρέματος. Πιθανολογείται ότι είναι χτισμένο από τους σπουδαίους λαγκαδινούς μαστόπους της πέτρας, όπως και όλα τα γεφύρια του Νέδοντα.
Ο ντόπιος, από την Αρτεμισία
(Τσερνίτσα), σμήναρχος ε.α Ηλίας Αθανασίου
Λάζαρος, μας λέει για το γεφύρι:
“Το
Μονότοξο Πέτρινο Γεφύρι του Αγίου
Γεωργίου Σίτσοβας (σημερινής Αλαγονίας
), βρίσκεται στην κεντρική λεκάνη από
όπου συλλέγει τα νερά του ο ποταμός
Νέδοντας .
Το
όνομα του το πήρε από το παρακείμενο
ομώνυμο εκκλησάκι .
Σύμφωνα
με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες χτίστηκε
τη δεκαετία του 1920 και είναι το νεότερο
απ' όλα τα πέτρογέφυρα του Νέδοντα.
Εξυπηρετούσε τους κατοίκους της Σίτσοβας,
σημερινής Αλαγονίας, για να πηγαινοέρχονται
στα χτήματα τους και στην Καλαμάτα.
Παράλληλα εξυπηρετούσε και τους κατοίκους
της Μικρής Αναστάσοβας, σημερινών Πηγών,
για να πηγαίνουν στην Καλαμάτα και
αντιστρόφως .
Γεφύρι Αγίου Γεωργίου στη Σίτσοβα. (Φωτο: Α.Γ.Π)
Την
δεκαετία του 1950 με την διάνοιξη αγροτικού
δρόμου από το 20ο χιλιόμετρο
της Ε.Ο. Καλαμάτας – Αρτεμισίας – Σπάρτης
μέχρι το παρακείμενο εκκλησάκι τουΑγίου Γεωργίου , αφαιρέθηκαν τα στηθαία
του γεφυριού και η καλντεριμωτή επιφάνεια
της βάσης στρώθηκε με τσιμέντο με στόχο
την διαπλάτυνση του, προκειμένου να
είναι ευχερέστερη η διακίνηση οχημάτων
. Παράλληλα για την ασφάλεια των
διερχομένων στη θέση των στηθαίων
τοποθετήθηκαν σιδερένια κιγκλιδώματα
.
Την
δεκαετία του 1990 συνεχίστηκε ή διάνοιξη
του αγροτικού δρόμου από τον Άγιο Γεώργιο
μέχρι την Αλαγονία και στη συνέχεια ο
αγροτικός αυτός δρόμος και η τσιμεντοστρωμένη
επιφάνεια του γεφυριού ασφαλτοστρώθηκαν
.
Από
το γεφύρι αυτό διαρρέουν τα νερά του
Σιτσοβίτικου ρέματος ή ρέματος της
Αλαγονίας, τα οποία 250 μέτρα περίπου
παρακάτω ενώνονται με τα νερά του
Μικροαναστασοβίτικου ρέματος ή ρέματος
των Πηγών, το οποίο αποτελεί και την
Κεντρική Αρτηρία του ποταμού Νέδοντα,
μιας και είναι η μεγαλύτερη αρτηρία σε
μήκος.
Ο
ταξιδιώτης μπορεί να επισκεφτεί το
γεφύρι αυτό ακολουθώντας την παράκαμψη
της Ε. Ο. Καλαμάτας – Αρτεμισίας –
Σπάρτης στο 20ο χιλιόμετρο από
Καλαμάτα με κατεύθυνση την Αλαγονία ,
διανύοντας 4 χιλιόμετρα ασφαλτοστρωμένου
δρόμου. Εναλλακτικός τρόπος είναι μέσω
της Αλαγονίας , αφού στρίψουμε αριστερά
όταν φτάσουμε στο πρώτο σπίτι του χωριού
και διανύσουμε 2 χιλιόμετρα περίπου
ασφαλτοστρωμένου δρόμου.
Σμήναρχος ε.α. Ηλίας Λάζαρος. (Φωτο: ΑΓΠ)
Επισημαίνεται
ότι οι μεταγενέστερες παρεμβάσεις είχαν
σαν αποτέλεσμα το γεφύρι αυτό να χάσει
μέρος της αρχικής του ομορφιάς.
Τα
γεφύρια, όλα τα γεφύρια του Νέδοντα,
πιθανολογείται ότι έχουν χτιστεί από
Λαγκαδιανούς μαστόρους. Αυτό όμως δεν
είναι κάπου καταγεγραμμένο. Ίσως
ερευνώντας τα αρχεία της εφημερίδας
Θάρρος, κάποια στιγμή να μπορέσουμε να
να αποκομίσουμε κάποια στοιχεία για τα
γεφύρια αυτά, αν και πάνω σ' αυτό έχω
σοβαρές επιφυλάξεις, διότι η εφημερίδα
Θάρρος για το γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου,
που έχει γράψει, ενώ είναι εξάτοξο
αναφέρει ότι είναι πεντάτοξο. Και
φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού και από
έναν άνθρωπο που δεν είναι ειδικός ότι
το γεφύρι κατασκευάστηκε από την αρχή
με έξι τόξα και δεν έγινε παρέμβαση
μετά. Άρα πρέπει να είμαστε και σ' αυτά
που αναφέρουν οι εφημερίδες επιφυλακτικοί”.
Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι στον Άγιο Γεώργιο Σίτσοβας:
Η ιστορία.«~ Που λές, ξάδερφε, πάμε μιά βολά για κλεψιά;…
Ο μπάρμπα - Χρήστος στο σκαμνί καθισμένος, θηκιάζοντας
με το δάκτυλο το “καπινό” στο τσιμπούκι του, από τον ίδιο φτιαγμένο με φροξυλιά
και κληματόλουρα, με το ποτήρι γεμάτο χάμου, άρχισε τη διήγηση. Ο πατέρας μου
με το “χουλιαρογλύφτη” να πελεκάει ένα ξύλινο χουλιάρι σφενταμίσιο. Η μάνα μου
να νέθει τα σπάρτα κι εγώ ν' αγκρομάζομαι. Στη φωτιά το τσουκάλι γεμάτο ξερά
αραποσίτια να βράζουν και τρία τέσσερα στη χόβολη να ψένονται. ...πάμε, που
λέτε, με τον Γιώρ' τον...εφτού πέρα το Πεταίικο, στο Σινοβίθι. Παραπανούλια, τα
κοιμότανε εκείνος ο... Κόβουμε μπροστά πέντε πράματα, πέντε αγγέλους ...τραβάμε
την κείθε μεριά το Δομοκό. Κάναν καιρό φτάνουμε σ' ένα διάσελο, που ήταν ένα
παλαιϊκό χάλασμα. Εκεί ακούμε άξαφνα, κρόπ, κρόπ, κρόπ, πίσω μας, σαν να
'ρχόταν άλογο πηλαλώντα... ~Ρε μας
πιάσανε! Του λέου του Γιώρ'
~Μέρια να
μεριάσουμε! Μου λέει.
Μεριάμε τα πράματα μεσ' στα πουρνάρια και κρυφοτηράμε
να ιδούμε. Το ποδοβολητό μας έφτασε. Εμείς τσιμουτιά. Δεν βλέπαμε όμως ούτε
άνθρωπο ούτε ζο.΄Ηφερε τρείς βολές ολοτρόγυρα εκείνο το χάλασμα και
χάθηκε...Τέλος πάντων κινήσαμε. Μόλις βγήκαμε πάνου από τη Λίμνα, νάσου και μας
βγαίνει μπροστά ένα γουρούνι μαύρο, στρομπολό. Τα πρόβατα προγκήξανε. Άπλώνουμε
να τα μαζέψουμε. Το γουρούνι κοντά.
~ Ρε δεν το παίρνουμε και το γουρούνι; μου λέει ο
Γιώρης...
~ Το παίρνουμε, του λέου...
Το Βιδιακίτικο γεφύρι στη θέση "Δομοκός". (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου).
Πα νάντο βάλουμε μπροστά, που να σταθούν τα πρόβατα. Άλλα δώθε, άλλα κείθε. Το γουρούνι πέρα τα ζωνάρια.
Βαρούμ' εδώθε, σαλαχάμε κείθε, τίποτα. Τέλος με τα χίλια βάσανα φτάνουμε στο
γιοφύρι να περάσουμε δώθε. Τα πρόβατα εκανταριάσανε τό 'να κοντά τ' άλλο και
περάσανε. Το γουρούνι πουθενά. Βρε απάνου, βρε κάτου, βρε μαυλώντα, βρε
κοπανιώντα, τίποτα. Δεν πάταγε το γιοφύρι...
~ Ρέ, δέν το σκοτώνουμε; του λέου του Γιώρ'...
Τοιγάρις μπορήγαμε να το τσακώσουμε, ναν το σφάξουμε.Το
μαυρομάνικο το 'σουρνα κοντά. Ειναι καλό να 'χεις απάνου σου μαυρομάνικο
μαχαίρι...Τραβάου, που λες ξάδερφε, μια πιστόλα Μαυροβουνιώτικη, που είχα στο
ζωνάρι. Το σημαδεύω στο σταυρό και του τραβάου το σμπάρο. Αλλά τι βρόντος ήταν
εκείνος. Αχολόησε η ποταμιά σαν νά 'πεσε κανόνι της Αλασσόνας. Μιά φωτίτσα
εφανερώθηκε τότε εδεκεί που στεκόταν πρίν το γουρούνι. Σαν το κεράκι της
Λαμπρής. Έσιαξε, σαν το αστέρι που κόβεται, απάνου το πλάι, ειδες στον όχτο
απάνου από το γιοφύρι και χάθηκε... Ετότε μας φάνηκε πως ακούσαμε φωνή...
~ Άει, εγλυτώσατε...
Εμείς εμείναμε ξεροί. Ετότε μούηρθε το μυαλό...
Βρε Παναγιαβόηθα!.. Κάνω το σταυρό μου και του λέου:
~ Απόλατα, να
πάνε στο διάβολο και τράβα να φύγουμε, γιατί απόψε μας εζωναριάσανε οι
διαβόλοι!..
Τα σιάζουμε απάνου την ποταμιά, κατά το κονάκι τους
και τ' απαρατήκαμε... Εκείνο τι λες ήτανε; Το χάλασμα ήταν παλαιϊκιά εκκλησσία
του Αη Γιώργη και το κρόπ, κρόπ, κρόπ, που ακούσαμε ο Αη Γιώργης ήτανε, που μας
πήρε από κοντά να μας δώκει σημάδι, ναν τ' απολύσουμε...αλλά που εμείς... Και
αφού δεν' τ'απολύκαμε, έφυγε κείνος και μας έπεσε κοντά ο ζερζεβούλης. Γατί το
γουρούνι, ο διάβολος μεταμορφωμένος ήτανε. Γι' αυτό επρογκάγανε τα πρόβατα...
Κι ένας θεός ξέρει που θα μας εζωνάριαζε, αν δεν φτάναμε στο γιοφύρι, να μην
μπορεί να περάσει εδώθε. Γιατί, βλέπεις, το γιοφύρι με το ποτάμι κάνουνε σταυρό
κι ο σαϊτανάς δεν μπορεί να περάσει απάνου...
Ήρθα στο σπίτι τρέμοντας. Άλλαξα τα σκουτιά μου,
λιβανίστηκα κι άναψα το καντήλι. Η φαμελιά εκοιμότανε χάμου. Με καιρό το
ξεμολοήθηκα στον ξεμολόγο...”
Το τόξο. (Φωτο: ΑΓΠ)
Η αφήγηση έχει να κάνει με τις αντιλήψεις των ντόπιων, ότι τα
ρέματα, οι καταράκτες, τα γεφύρια “κρατάνε”.
“...Η θεία Βασίλω πήγε, εκείνα τα χρόνια, να αλέσει
στου Ζώη το μύλο. Φόρτωσε το μουλάρι με το άλεσμα και κίνησε νύχτα να αλέσει
πρώτη. Απόσταση περί τη μια ώρα. Μπροστά το μουλάρι, πίσω εκείνη. Έφτασαν και
προσπέρασαν του “Κουτσιούλη τη Βρύση”, εκεί που ο δρόμος (μονοπάτι πες)
στενεύει και δεξιά το νερό της ρεματιάς πέφτει σε κρέμαση (καταρράκτης) τρακόσα
μέτρα πριν το μύλο, το μουλάρι σταμάτησε απότομα. Στήλωσε τα μπροστινά του
πόδια και δεν έλεγε να προχωρήσει. Η θεία Βασίλω το σαλάχησε, το βάρεσε με τη
λούρα, αλλά εκείνο τίποτε. Κάτι έβλεπε, φρύμαξε, κουνούσε τα αυτιά του και
έκανε στροφή προς τα πίσω. Η θειά τότε νοιάστηκε. Το μουλάρι έβλεπε αερικό. Το
ρέμα “εκράταγε”. Έκαμε το σταυρό της, είπε:
~ OIησούς
Χριστός νικά...
και γύρισε πάλι πίσω. Στο σπίτι που ξιφόρτωνε εξύπνησε
ο αδερφός της ο Τάσιος. Του είπε τα καθέκαστα...
~ Μωρ' δεν
τόηξερες πως εκεί στο ρέμα “κρατεί;”...που πήγαινες, ώρα του μεσονύχτου, που
δεν είχε ακόμη σκάσει τάστρι (Αυγερινός) και δεν είχαν λαλήσει τα κοκόρια;”
(1).»
Είναι μία από τις
ιστορικότερες και μεγαλύτερες γέφυρες-φράγματα στην χώρα με περίπου 543 μέτρα
μήκος, 8 μέτρα ύψος, 10-15 μέτρα πλάτος, 44 μεγάλες οξυκόρυφες καμάρες και 43
μικρότερες, που λειτουργούσαν σαν ανακουφιστικά παράθυρα για τις περιόδους
μεγάλης συγκέντρωσης νερού.
Χτίστηκε κατά την περίοδο
των Σασσανιδών, επί βασιλείας Shapurτου
Μεγάλου (240-270 μ.χ.), όταν ο συγκεκριμένος ηγεμόνας νίκησε τον αυτοκράτορα
Βαλεριανό στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας, αιχμαλωτίζοντας 70.000 Ρωμαίους
στρατιώτες τους οποίους χρησιμοποίησε για να χτίσει τη γέφυρα-φράγμα.
Από κατάντη. (Φωτο: ΑΓΠ)
Ήταν μια από τις κύριες
εισόδους της πόλης Shustar
στο παρελθόν, και αποτελούσε κομμάτι του μεγάλου δρόμου που συνέδεε τις
Πασαργάδες με την πρωτεύουσα των Σασσανιδών Κτησιφώντα.
Ήταν συγχρόνως
γέφυρα-φράγμα που ύδρευε τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις της περιοχής και με
εμφανείς τις ρωμαϊκές επιρροές ενώ έχει επισκευαστεί πολλές φορές κατά την ισλαμική
περίοδο, πέφτοντας σε αχρηστία στα τέλη του 19ου αιώνα.
Έχει χαρακτηριστεί από την
UNESCO
σαν μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς με αριθμό 2315/30-06-2009.
Ο ντόπιος φίλος MajidSaedifarμας
λέει για τη γέφυρα-φράγμα:
Μπροστά στη γέφυρα. (Φωτο: ΑΓΠ)
«Βρισκόμαστε στην περιοχή Shustar,
μια πόλη του Khouzestan
και αυτή η γέφυρα έχει χτιστεί την περίοδο των Σασσανιδών, όταν εξουσίαζαν αυτή
την περιοχή. Έχει 44 μεγάλες καμάρες και 43 μικρότερες. Γεφυρώνει τον ποταμό Karoun, που εκβάλλει στον περσικό κόλπο».
Περισσότερα για το γεφύρι-φράγμα στο παρακάτω video:
Βρίσκεται κοντά στην Ανδρούσα
Τριφυλίας και το χωριό Πετράλωνα του
τ. Δήμου Ιθώμης, νυν Τριφυλίας..
Λέγεται ότι χτίστηκε κατά την περίοδο του
Ανδρόνικου Παλαιολόγου όταν χτίστηκε
και το Ανδρομονάστηρο ή Ανδρικομονάστηρο
το 1311.
Είναι μονότοξο, με μια σειρά
θολίτες, μικρό πλάτος και τα μεσόβαθρά
του πατάνε σε σαθρό έδαφος.
Από ανάντη. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου).
Δεν είναι ακριβώς γεφύρι αλλά
μυλαύλακο, που από εκεί πέρναγε το νερό
των πηγών του Ανδρομονάστηρου και ύδρευε
την περιοχή της Ανδρούσας.
Το ρέμα του Ανδρομονάστηρου
χύνεται στον Βελίκα, λίγα χιλιόμετρα
πιο κάτω.
Ο
ντόπιος Γιάννης Λύρας,βιολόγος και ντόπιος από τη Βαλύρα της Ιθώμης, μας λέει:
“...βρισκόμαστε στο χωριό Πετράλωνα,
του τ. Δήμου Ιθώμης. Το Ανδρομονάστηρο
ή Ανδρικομονάστηρο έγινε από τον
Ανδρόνικο Παλαιολόγο, προς τιμή του
πατριάρχη Ανδρούσης Αθανάσιου.
Το Ανδρομονάστηρο. (Φωτο: ΑΓΠ).
Το
γεφυράκι ήτανε όχι αυτού καθ' εαυτού
γεφύρι αλλά ήτανε μυλαύλακο, το οποίο
πρόλαβα στα παιδικά μου χρόνια και έδινε
νερό στους νερόμυλους και τις νεροτριβές
που λειτουργούσανε παρακάτω. Εδώ το
Ανδρικομονάστηρο γιορτάζει στις 6
Αυγούστου, την εορτή της Μεταμόρφωσης
του Σωτήρος. Μαζευόμαστε όλοι οι πιστοί
από τη γύρω περιοχή με τον μπακαλιάρο
και όσοι δεν είχαν πιάνανε ψάρια από το
Βαλύρα.”
"Το Ανδρομονάστηρο και η γύρω περιοχή αποτελούσε Μετόχι της ΙΜ Αγίας Αικατερίνης του Σινά και αγοράστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από την οικογένεια της προγιαγιάς μου
και στα μέσα προς τέλη του 20ού το μοναστηριακό συγκρότημα παραχωρήθηκε στην ΙΜ Βουλκάνου της οποίας και αποτελεί Μετόχι. Διαθέτουμε τις συμβολαιογραφικές πράξεις τόσο της αγοράς όσο και της δωρεάς".(1)
Υπάρχει
διάσταση απόψεων ως προς την ονομασία και τον ιδρυτή της. Κατά μία μαρτυρία ενός
ντόπιου «Eμείς απ'
τα γύρω χωριά το λέγαμε ( και το λέμε) Αντρειωμονάστηρο ή και Αντρομονάστηρο
κυρίως, το οποίο εννοιολογικά σημαίνει μοναστήρι των ανδρείων και μοναστήρι
ανδρών....!!! Αυτές οι δύο
έννοιες υπάρχουν και καθόλου περί Ανδρόνικου με δεδομένο ιστορικό βέβαια πως η
περιοχή από απ' το 1206 ήταν φραγκοκρατούμενη μέχρι και το 1430 λόγος που και
η σημερινή Ι. Μονή Βουλκάνου - κάτω μοναστήρι είχε χτιστεί μετά το 1206 από
τους Φράγκους, όχι σαν μοναστήρι αλλά καθαρά σαν φράγκικο κάστρο !!! Αυτό
έγινε μοναστήρι κατά τη Β' Τουρκοκρατία, κατά την οποία αγοράστηκε από τους
μοναχούς της Μονής της κορυφής που ξεκάθαρα έχει καταγραφεί ως Ι. Μονή
Βουρκάνου και όχι Βουλκάνου, όνομα που έφερε το φράγκικο κάστρο του κάτω
μοναστηριού και το οποίο λειτούργησε ως Μετόχι της μονής της Κορυφής από τη Β'
Τουρκοκρατία και μετά και στο οποίο υπαγόταν και υπάγεται και το Αντρομονάστηρο
.....
Τώρα όσον
αφορά την ονομασία που έχει διατηρηθεί στα γύρο χωριά ως "Αντρειομονάστηρο", πιθανολογείται σφόδρα η ύπαρξη του με την έννοια της λειτουργίας του ως
κάστρου ή ως σημείου που διαδραματίστηκε κάτι το ηρωικό (πιθανολογείται σύγκρουση
φράγκων με βυζαντινούς κατά την επικράτηση των Φράγκων περί το 1206 + !!!!) και
πριν την ίδρυση από τους Φράγκους του κάστρου του Βουλκάνου, λόγος που εξηγεί
και την ύπαρξη τους ως κάστρο.
Ανήκε στην επαρχία Μεσσήνης πάντοτε και
συνεχίζει να ανήκει στο δήμο Μεσσήνης, όπως και η Αρχαία Μεσσήνη αλλά και το
κάστρο του Σαφλαούρου, το οποίο ως κείμενο επί της κορυφογραμμής που χωρίζει το
δήμο Μεσσήνης με τον δήμο Τριφυλίας ανήκει κατά το ήμισυ στους δύο αυτούς
δήμους ( Μεσσήνης και Τριφυλίας). Η Ανδρούσα πάντα ανήκε στην επαρχία
Μεσσήνης - τώρα δήμο Μεσσήνης». (2)
Κατά μία
όμως άλλη μαρτυρία "Η ιερή Μονή
Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος είναι κτίσμα τού 13ου αιώνα και έργο τού βυζαντινού
αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' τού Παλαιολόγου (1282-1328). Ο Ανδρόνικος για να
τιμήσει τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αθανάσιο τον Α' καταγόμενο από την
Ανδρούσα, έφτιαξε το μεγαλόπρεπο αυτό μοναστήρι, κοντά στην γενέτειρα τού
πατριάρχη και γι' αυτό οφείλει το όνομα του Ανδρομονάστηρο ή Ανδρονικομονάστηρο
στον κτήτορα του, Αυτοκράτορα Ανδρόνικο". (3)
Σημειώσεις-βιβλιογραφία.
1. Μαρτυρία στον γράφοντα του Αντώνη Βερικοκάκη στις 28/09/2023.
2. Μαρτυρία στον γράφοντα του Bill Theodoropoulos (Μάϊος 2024)
3. Μαρτυρία στον γράφοντα του Demetrios Tserpes (Μάϊος 2024)