Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Τα πετρογέφυρα στο δρόμο Μαυρομάτι – Αρσινόη - Λάμπαινα Μεσσηνίας

      «…έγινε χειροποίητος ο δρόμος, με τη σκαπάνη…τάησε λέει τον μηχανικό έναν κόκορα και τον κατάφερε να περάσει ο δρόμος εδώ που περνάει τώρα…γι’ αυτό το μαγαζί που υπάρχει, του Ποντιώτη, λέγεται το Κολονάκι…»
  Τα γεφύρια του δρόμου Μαυρομάτι-Αρσινόη-Λάμπαινα, αποτελούν κομμάτι του παραπάνω δημόσιου δρόμου, είναι όλα καλυμμένα με άσφαλτο, μονότοξα, ημικυκλικά με μια σειρά θολίτες και  κατά σειρά είναι τα εξής

Γεφύρι στο Μαυρομάτη
   Μονότοξο. ημικυκλικό με μια σειρά θολίτες, που βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της Αρχαίας Μεσσήνης (Μαυρομάτι), στο κέντρο του χωριού επί του ρέματος Σορμπά.
 
Στο Μαυρομάτι. (Φώτο: ΑΓΠ)

 Πάνω του περνάει ο δημόσιος δρόμος Μαυρομάτι-Αρσινόη-Λάμπαινα. Το γεφύρι έχει καλυφθεί από χώματα και άλλα φερτά και μη υλικά και το ύψος της καμάρας τώρα δεν ξεπερνά το μισό μέτρο. Το ρέμα Σορμπά, όπως και τα άλλα ρέματα της περιοχής χύνονται στον ποταμό Βαλύρα.

Του Σταθακόγιαννη 
  Είναι το δεύτερο γεφύρι, αμέσως αυτό του Μαυροματίου, επάνω στον δημόσιο δρόμο Μαυρομάτι-Αρσινόη-Λάμπαινα. Είναι σκεπασμένο από τσιμέντο και άσφαλτο.

                                                          
                                                               Γκούρα 1

Βρίσκεται στην περιοχή Γκούρα, όπου υπάρχουν άλλα δύο γεφύρια.
Γκούρα 1. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
  Έχει μήκος 11, άνοιγμα καμάρας 3 και ύψος 4 μέτρα. Το τόξο του έχει καμαρωτή χροιά με κάθετα τα πλαϊνά του.


Γκούρα 2
  Είναι το δεύτερο και μεγαλύτερο γεφύρι στην περιοχή Γκούρα, πενήντα μέτρα κάτω από το πρώτο. Μεγάλο και εντυπωσιακό γεφύρι, χτισμένο με την χαρακτηριστική άσπρη πέτρα της περιοχής όπως και όλα τα άλλα, αλλά σκεπασμένο και αυτό από άσφαλτο και τσιμέντο όπως και όλα τα άλλα.
Γκούρα 2. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
 Κατά την επέκταση του δρόμου μεγάλωσε και το γεφύρι με τσιμεντένια προσθήκη, όπως έγινε και με όλα τα άλλα, γιατί στην πρώτη τους κατασκευή εξυπηρετούσαν καλντεριμωτό δρόμο, όπως αναφέρουν οι παλιοί ντόπιοι κάτοικοι. Το τόξο του είναι καμαρωτό με ύψος 5 και άνοιγμα 7 μέτρα, δεν είχε στηθαία στην πρώτη του μορφή, όπως και κανένα από τα υπόλοιπα γεφύρια του δρόμου αυτού. Εκτείνεται σε μήκος 16 μέτρα.

Γκούρα 3
Είναι το τρίτο γεφύρι στην περιοχή Γκούρα, πενήντα μέτρα από το δεύτερο και το πιο μικρότερο. Καλυμμένο εντελώς από την άσφαλτο και το τσιμέντο και δεν μπορεί να μετρηθεί και να φωτογραφηθεί. 

 Χτίστηκε και αυτό περίπου το 1900, γιατί τότε ανοίχτηκε ο δρόμος με τα αξινάρια των παππούδων των ντόπιων και με προσωπική εργασία.


Κόστριζα
Βρίσκεται στην είσοδο του χωριού Αρσινόη, λίγο πριν τα πρώτα σπίτια. Είναι καλυμμένο από τσιμέντο και άσφαλτο και αδύνατο να μετρηθεί και να φωτογραφηθεί.


Γιαννακόπουλου 
Γιαννακόπουλου. (Φώτο: ΑΓΠ)

   Βρίσκεται μέσα στο χωριό Αρσινόη, κοντά στο σπίτι του Γιαννακόπουλου γι' αυτό και πήρε και αυτή την ονομασία.

   Οι ντόπιοι μου παρέδωσαν και δύο παλιές φωτογραφίες του γεφυριού αυτού. Έχει μήκος 2,20, άνοιγμα τόξου 1,20 και ύψος 1 μέτρο.

Πομπή γάμου πάνω από το γεφύρι Γιαννακόπουλου. (Φώτο: Οικονομόπουλος Δημήτρης)



Χαραλαμπόπουλου


Βρίσκεται στο μέσον του χωριού Αρσινόη, μετά απ' αυτό του Γιαννακόπουλου και είναι εντελώς καλυμμένο με άσφαλτο και τσιμέντο.
Σπίτι Χαραλαμπόπουλου. (Φώτο: ΑΓΠ)


  Λέγεται έτσι γιατί εδώ ήταν το σπίτι του Χαραλαμπόπουλου, ένα εντυπωσιακό σπίτι, που ήταν το παλιό σχολείο της αρσινόης.
   Ο Χαραλαμπόπουλος είχε έλθει από την Αμερική γύρω στο '30 και έφτιαξε αυτό το σπίτι.
                                                        Στα Γουπατάκια

  Βρίσκεται στο δρόμο Λάμπαινας-Αρσινόης, πριν το εκκλησάκι και 100 μέτρα πριν τη διασταύρωση του δρόμου για Τρίκορφο. 
 
Στα Γουπατάκια. (Φώτο: ΑΓΠ)
Το μήκος του είναι 3, το άνοιγμά του 1,30 και το ύψος 1,70 μέτρα.
  Ονομάστηκε έτσι γιατί ήταν χτισμένο σε γούπατο, χαμήλωμα δηλαδή.


                                                         Στο Πηγαδάκι

  Βρίσκεται 300 μέτρα από το γεφύρι στα Γουπατάκια. 
Στο Πηγαδάκι. (Φώτο: ΑΓΠ)

Το γεφύρι καλύπτει το μισό του νέου δρόμου και το υπόλοιπο είναι τσιμεντένια προσθήκη, που έγινε κατά την διαπλάτυνση του δρόμου.
  Με μήκος 4, άνοιγμα τόξου 1,20 και ύψος 2 μέτρα, ονομάστηκε έτσι γιατί δίπλα του και από ανάντη στα τρία μέτρα υπάρχει πηγάδι με νερό.


Χαλασμένο γεφύρι
  Βρισκόταν 500 μέτρα πιο κάτω από το γεφύρι στο Πηγαδάκι. Λέγεται χαλασμένο ή ανατιναγμένο γεφύρι γιατί ανατινάχθηκε κατά την περίοδο της κατοχής μαζί με αυτά Βαλύρας, Διαβολιτσίου κ. α.


Ο ντόπιος Δημήτρης Κουβελάκης, πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου Αρχαίας Μεσσήνης μας λέει σχετικά για τα πέτρινα γεφύρια του δρόμου Μαυρομάτι (Αρχαία Μεσσήνη)-Αρσινόη-Λάμπαινα:
  Ονομάζομαι Κουβελάκης Δημήτριος, είμαι πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου Αρχαίας Μεσσήνης και μόνιμος κάτοικος Αρχαίας Μεσσήνης. Τώρα βρισκόμαστε στο κέντρο του χωριού και είμαστε ακριβώς πάνω από ένα παραδοσιακό γεφύρι, πέτρινο γεφύρι, το οποίο δυστυχώς είναι καλυμμένο με τσιμέντα και με άσφαλτο. Αυτό έγινε για να γίνει ο δρόμος και να γίνει και η πλατεία. Η περιοχή μας έχει πάρα πολλά τέτοια πέτρινα γεφύρια, διότι το επιβάλλει η μορφολογία του εδάφους.


 Είναι επικλινές το έδαφος και σε τέτοια σημεία μαζεύονται αρκετά νερά και έπρεπε να γίνουν αυτά τα γεφύρια για να διοχετεύονται τα νερά προς τα κάτω. Δεν μπορώ να ξέρω την χρονολογία, πάντως έχουν χτιστεί πάρα πολλά χρόνια αυτά τα γεφύρια διότι απ' ότι έχουμε ακούσει από τους προγόνους μας λόγω των αρχαιοτήτων στην αρχαία Μεσσήνη ο δρόμος αυτός, τώρα έχει διαπλατυνθεί ενώ πρώτα ήταν καλντερίμι, έχει πάρα πολλά χρόνια. Δηλαδή ο παππούς μου τον θυμήθηκε το δρόμο που είχε γίνει. Τα πρώτα αυτοκίνητα απ' ότι έχω ακούσει έφτασαν εδώ το 1920-1924. πάντως είναι στο κέντρο του χωριού και θα πρέπει αυτό το γεφύρι αν είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί. Να φύγουν τα τσιμέντα και να μπορέσει να γίνει ένα μνημείο και αυτό. Το ρέμα, επειδή η γειτονιά εδώ λέγεται Σορμπάς, λέγεται Σορμπά. Αυτό χύνεται προς τον αρχαιολογικό χώρο. Και όλα βέβαια τα νερά αυτά. Έχει γίνει μια διευθέτηση στην πηγή, η οποία έχει πολύ νερό, το οποίο και αυτό περνούσε στον αρχαιολογικό χώρο, τώρα έχει γίνει μια παράκαμψη και περνάει στο άκρο του αρχαιολογικού χώρου. Αλλά πάντως μαζεύονται πολλά νερά γιατί είναι το βουνό. Έχει τουλάχιστον δέκα γεφύρια, το λιγότερο δέκα γεφύρια η περιοχή μας, από το Μαυρομάτι μέχρι την Αρσινόη, το επόμενο χωριό. Και μεγάλα γεφύρια, διότι όπως είπαμε μαζεύει πάρα πολλά νερά το χειμώνα η περιοχή. Και στα διπλανά χωριά, Μαγκανιακό, υπάρχουν πολλά γεφύρια. Ένα πολύ καλό γεφύρι είναι στο δρόμο που ξεκινάει από την Ανδρούσα και πηγαίνει προς το Τρίκορφο. Εκεί κατεβαίνει το ποτάμι που έρχεται από το Ανδρομονάστηρο. Είναι ένα πολύ μεγάλο γεφύρι και καλό. Ονομάζεται του Μάμμη το γεφύρι, η περιοχή εκεί.”
Δημ. Κουβελάκης. (Φωτο: ΑΓΠ)

  Υπάρχει και μια άλλη ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τα γεφύρια της περιοχής και την κατασκευή του δρόμου από τον Οικονομόπουλο Δημήτρη, συνταξιούχο αγρότη, από το χωριό Αρσινόη που λέει:
  Ονομάζομαι Οικονομόπουλος Δημήτρης, συνταξιούχος αγρότης από την Αρσινόη. Εδώ έχω γεννηθεί και εδώ έχω μεγαλώσει. Αυτά τα γεφύρια εδώ ήταν, απ' ότι ξέρω εγώ, δεν θυμάμαι δεν είχα γεννηθεί, αλλά απ' ότι ακούω από τους μεγαλύτερους περίπου από το 1900, δηλαδή μπρος πίσω, το 1900. δεν νομίζω να είναι πιο παλιά. Εξ άλλου φαίνονται και τα πελεκήματα εδώ που έχουνε και από τη λάσπη. Εάν ήταν επί Επαμεινώνδα ( εννοεί τον Επαμεινώνδα τον Θηβαίο, που με τις δυο νικητήριες μάχες επί των Σπαρτιατών το 371 π.χ. στα Λεύκτρα και το 362 στη Μαντινεία ελευθέρωσε τους Μεσσήνιους. Η μνήμη του σπουδαίου αυτού στρατηγού και πολιτικού είναι ακόμη έντονη στην περιοχή λόγω του κατασκευαστικού του έργου αλλά κυρίως λόγω της απελευθέρωσης των ειλώτων Μεσσηνίων από την πολύχρονη κατοχή των Λακεδαιμόνιων) δεν θα υπήρχε λάσπη στο τοίχωμα. Η λάσπη ήρθε από τους Ιταλούς μετά, τους φίλους μας, που είχαν έρθει εδώ στην, που είχαν καταλάβει την Ελλάδα. Επομένως δεν έχουν χτιστεί επί Επαμεινώνδα. Πρέπει νάχουν χτιστεί γύρω στα 1900., μπρος πίσω. Αυτά τα ρέματα πηγαίνουν στον κεντρικό ποταμό απέναντι σ' εκείνο το βουνό, που λέγεται Βλάσση, το λέμε εμείς εδώ. Πιο κάτω στην Καλογερόραχη, γιατί περνάει από Καλογερόραχη, Εύα, εκεί το λένε Λιγίδι. Και χύνονται όλα μαζί στον Πάμισο. Πηγαίνουν στον Πάμισο.
Έχει ένα στο κέντρο του Μαυροματίου, στην πλατεία ακριβώς κάτω. Ξεκινώντας προς τα κάτω, προς Αρσινόη, φτάνουμε στου Σταθακόγιαννη, είναι το μεθεπόμενο γεφύρι από πάνω. Εδώ έχουμε τρία γεφύρια. Ένα η Γκούρα 1, Γκούρα 2 το κεντρικό και Γκούρα 3 το άλλο. Έχουμε τρία γεφύρια. Και έχουμε και ένα απ' έξω από την Αρσινόη, στην Κόστριζα που λέμε. Ξεκινώντας κάτω από το χωριό έχουμε ένα μέσα στο χωριό, στο κέντρο του χωριού, έχουμε ένα στα Γουπατάκια που το λέμε, στο εκκλησάκι, έχουμε στο Πηγαδάκι άλλο ένα και έχουμε και ένα το Χαλασμένο γεφύρι, το οποίο το είχαν γκρεμίσει την εποχή του πολέμου με τους Γερμανούς, το 1940.
Δημ. Οικονομόπουλος. (Φωτο: ΑΓΠ)

Αυτός ο δρόμος φτιάχτηκε περίπου την ίδια εποχή, που φτιαχτήκανε και τα γεφύρια. Φτιάχτηκε ο δρόμος και συγχρόνως φτιάχτηκαν και τα γεφύρια για να περνάνε. Έγινε χειροποίητος ο δρόμος, με τη σκαπάνη. Με προσωπική εργασία το περισσότερο. Πρώτα ο δρόμος, απ' ότι έλεγαν οι παλιοί, πέρναγε μπροστά, μέσ' την πλατεία και έβγαινε στην Μεσσηνιακή πύλη πούχανε βρει, την αρχαία. Λέγεται ότι το οίκημα του Ποντιώτη του Γιώργη τότε, έχει πεθάνει τώρα, πέρναγε ο δρόμος μπροστά. Για να μη χαλάει την πλατεία και τ' αυτό, τάισε τον μηχανικό λέει έναν κόκορα και τον κατάφερε να κάνει την στροφή και να περάσει ο δρόμος από δω που περνάει τώρα. Το χωριό επαναστάτησε στην αρχή που θα πέρναγε ο δρόμος από δω και για να δικαιολογηθεί ο μηχανικός, τότε λέει ρε παιδιά αφήστε να περάσει ο δρόμος από δω και εδώ πέρα θα έρθει εποχή που θα είναι το Κολονάκι της περιοχής. Γι' αυτό και το μαγαζί που υπάρχει, του Ποντιώτη, λέγεται το Κολονάκι. Το Κολονάκι ανθούσε τότε στην Αθήνα και θάταν το Κολονάκι της περιοχής. Γι' αυτό και το παρατσούκλι του Ποντιώτη του Γιώργη τότε ήταν Κολονάκης και έχει μείνει και στα παιδιά του. Του Κολονάκι το μαγαζί.” 

Σημειώσεις – βιβλιογραφία

Η επίσκεψη στην περιοχή έγινε με την συνοδεία και την βοήθεια του Φίλου Γιάννη Λύρα, καθηγητή, συγγραφέα και ανιδιοτελή ερευνητή της πολιτιστικής παράδοσης της περιοχής της Ιθώμης και της Μεσσηνίας γενικότερα. Ένα μικρό δείγμα της προσφοράς του Γιάννη Λύρα στη Μεσσηνιακή γη είναι και οι παρακάτω εκδόσεις:
Για τα γεφύρια στο δρόμο Μαυρομάτι-Αρσινόη-Λάμπαινα δείτε τα παρακάτω videos:

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Τα πέτρινα γεφύρια του Νέδοντα στη Μεσσηνία

"Ο ποταμός Νέδοντας συλλέγει τα νερά του από τρεις λεκάνες. Από τη νότια λεκάνη, στην οποία είναι χτισμένα αριστερά και δεξιά τα χωριά Λαδά και Καρβέλι, από την κεντρική λεκάνη, στην οποία είναι τα χωριά Αρτεμισία, Πηγές και Αλαγονία και από τη βόρεια λεκάνη, στην οποία είναι χτισμένο το χωριό Νέδουσα".

Πέντε γεφύρια ενώνουν τις όχθες του Νέδοντα και των παραποτάμων του. Ας τα γνωρίσουμε.
 
Γεφύρι Αγίου Πολυκάρπου.

  Εξάτοξο χτισμένο το 1901, όπως λέγεται από Λαγκαδινούς μαστόρους  στην κεντρική λεκάνη των πηγών του Νέδοντα και επί δημαρχίας του τότε Δημάρχου Αλαγωνίας Χρήστου Β. Μασουρίδη. Το μήκος και η μορφή του διαμορφώθηκε από το πλάτος της κοίτης του Νέδοντα.
   Πρόκειται για ένα πανέμορφο και εντυπωσιακό γεφύρι,  σε καλή κατάσταση, χτισμένο με την χαρακτηριστική γκρίζα πέτρα της περιοχής, με ομοιόμορφα, ημικυκλικά και ισομεγέθη τόξα, που ενώνουν με τρόπο ασφαλή τις όχθες του Νέδοντα και μια σειρά καμαρολιθιών (θολίτες). 
Γεφύρι Αγίου Πολυκάρπου. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
  
 Τα στηθαία έχουν υποστεί κάποιες φθορές αφού μερικές πέτρες λείπουν, ενώ ζημιές έχουν υποστεί τα δύο πρώτα τόξα στη βάση του νότιου τμήματος του γεφυριού. Η βάση του ήταν καλντεριμωτή, ίχνη του οποίου διακρίνονται στην  επιφάνειά του, ενώ από ανάντη έχει στρογγυλούς προβόλους για τη μείωση της έντασης του νερού σε περιόδους κατεβασμάτων.
   Εξυπηρετούσε κυρίως τους κατοίκους των χωριών Τσερνίτσας (Αρτεμισίας), Μικρής Αναστάσοβας (Πηγών) και Σίτσοβας (Αλαγονίας).
Ηλίας Αθ. Λάζαρος. (Φωτο: ΑΓΠ)

Βρίσκεται στη θέση Άγιος Πολύκαρπος ή “Χάνι Λαγού” , τέσσερα περίπου χιλιόμετρα πριν τη Νέδουσα, εντός όμως των ορίων της τοπικής κοινότητας Αρτεμισίας του δήμου Καλαμάτας.
   Ο Σμήναρχος ε.α. Ηλίας Αθανασίου Λάζαρος από την Αρτεμισία (Τσερνίτσα) μας λέει για το γεφύρι, την ιστορία του και την ευρύτερη περιοχή:
  “Ονομάζομαι Ηλίας Λάζαρος του Αθανασίου και κατάγομαι από την τοπική κοινότητα Αρτεμισίας του δήμου Καλαμάτας. Θα σας δώσω λίγες πληροφορίες για τα γεφύρια, τα οποία βρίσκονται στους παραπόταμους και τον ποταμό Νέδοντα. Βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή στο εξάτοξο γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου. Βρίσκεται εντός των ορίων της τοπικής κοινότητας Αρτεμισίας του δήμου Καλαμάτας. Χτίστηκε το 1901 επί δημαρχοντίας του Χρήστου Βασιλείου Μασουρίδη, Δημάρχου του τότε δήμου Αλαγωνίας.
   Από το γεφύρι αυτό περνάνε τα νερά, τα οποία συγκεντρώνονται από τη βόρεια λεκάνη του ποταμού Νέδοντα, που είναι χτισμένο το χωριό Νέδουσα που παλιότερα λεγόταν Μεγάλη Αναστάσοβα. Ονομάζεται Αγίου Πολυκάρπου από το ομώνυμο εκκλησάκι, που υπάρχει εδώ δίπλα, ο Άγιος Πολύκαρπος ή Ζωοδόχου Πηγής. Εορτάζει και του Αγίου Πολυκάρπου και της Ζωοδόχου Πηγής. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες έχει χτιστεί από λαγκαδινούς μαστόρους. Δεν είμαι όμως βέβαιος γι' αυτό. Κάτι τέτοιο έχω ακούσει αλλά δεν είναι κάπου καταγεγραμμένο. 
Οι μεσαίες καμάρες. (Φωτο: ΑΓΠ)
 
   Το γεφύρι αυτό εξυπηρετούσε κατά κύριο λόγο τους κατοίκους της Τσερνίτσας, όπως λεγόταν τότε η σημερινή Αρτεμισία, για να πηγαίνουν προς την Καλαμάτα αλλά και στα σταροχώραφα της ευρύτερης περιοχής της Ρογκοζονίτσας (1). Παράλληλα εξυπηρετούσε και τους κατοίκους της Σίτσοβας, σημερινής Αλαγονίας και των Πηγών για να κατεβαίνουν στην Καλαμάτα και αντιστρόφως.
   Εδώ τα παλιά τα χρόνια υπήρχε ένα χάνι, που σταματούσαν οι ταξιδιώτες για να πιουν λίγο νερό ή να ταΐσουν τα ζώα τους που ερχόντουσαν από την Καλαμάτα γιατί εκτός από τα χωριά εδώ εξυπηρετούσε και ταξιδιώτες από το Δυρράχι, από την Καστανιά, από το Γεωργίτσι και τα άλλα χωριά που βρίσκονται πίσω από το βουνό του Αγίου Παντελεήμονα. Το χάνι το είχε κάποιος Ηλιόπουλος ή Λαγός γι' αυτό λεγόταν και του "Λαγού το χάνι". Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα απ' αυτό το χάνι διότι με τη διάνοιξη του δρόμου προς Νέδουσα γκρεμίστηκε.
Η επιφάνειά του. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Σ' αυτό εδώ το γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου το 1825, τις πρώτες μέρες του Ιουλίου συναντήθηκε ο Γεώργιος Βασιλάκης, χιλίαρχος από την Σίτσοβα, ο Στρούμπος από την Αρτεμισία και ο Μασουρίδης προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα αποσπάσματα του Ιμπραήμ, τα οποία ερχόντουσαν από την Καλαμάτα. Την πληροφορία την έλαβαν από έναν κάτοικο της Αρτεμισίας, ο οποίος είχε καταφέρει να γλυτώσει από τις αψιμαχίες οι οποίες έγιναν κοντά στο ιερό της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος (2), όπου είναι το εκκλησάκι της Παναγίας της Βολιμιώτισσας ή Κατάθεσης Τιμίας Εσθήτας της Παναγίας (3). Στη συνέχεια μετά από σκέψη αποφάσισαν ότι τα αποσπάσματα του Ιμπραήμ θα κινηθούν μέσω της Μεγάλης Αναστάσοβας και σαν προσφορότερο μέρος για την αντιμετώπισή τους θεώρησαν ότι είναι τα στενά που οδηγούν στη Νέδουσα, κοντά στο σημερινό εκκλησάκι του Αγίου Στρατηγίου (4). Πράγματι εκεί κατάφεραν να απωθήσουν τους αραπάδες του Ιμπραήμ και να μην καταφέρουν να μπουν στη Μεγάλη Αναστάσοβα”.
"Γκρεμισμένες Γυναίκες". (Φωτο: ΑΓΠ)

   Προηγουμένως όμως, όπως λέει ο θρύλος, σε μια απότομη και κρημνώδη πλαγιά, πάνω από το φαράγγι του Νέδοντα, οι γυναίκες από την Αρτεμισία και κάποιες από την Πολιανή που δούλευαν στην περιοχή, κυκλωμένες από τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ για να μην πέσουν στα χέρια τους έπεσαν από το γκρεμό στο απότομο φαράγγι. Από τότε η θέση αυτή ονομάζεται “Γκρεμισμένες Γυναίκες”.

Γεφύρι Βυρού

   Γεφυρώνει τον ποταμό Νέδοντα, στη θέση “Βυρός”. Είναι δίτοξο, με τη δεξιά από ανάντη καμάρα να προεξέχει πάνω από την βάση της επιφάνειας του γεφυριού, που πιθανόν να σημαίνει ότι  είναι μεταγενέστερη προσθήκη ή αποτέλεσμα επέμβασης για μεγάλωμα του τόξου προκειμένου να αντέχει σε μεγαλύτερα κατεβάσματα του ποταμού.
   Το γεφύρι βρίσκεται εντός των ορίων της τοπικής κοινότητας Αρτεμισίας του δήμου Καλαμάτας και πρέπει να κατασκευάστηκε πριν το 1907 για να εξυπηρετεί κυρίως τους κατοίκους της Τσερνίτσας.
Γεφύρι Βυρού. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
   
   Είχε καλντεριμωτή επιφάνεια, ίχνη της οποίας διακρίνονται καθαρά, στηθαία που έχουν φθαρεί σε πολλά σημεία ενώ το μεσόβαθρο και το αριστερό ακρόβαθρο, από ανάντη, πατάνε σε βράχο προσδίδοντας έτσι στερεότητα στο γεφύρι.
   Ο Ηλίας Αθανασίου Λάζαρος μας δίνει τις εξής πληροφορίες για το γεφύρι:
Η βάση του. (Φωτο: ΑΓΠ)

Βρισκόμαστε στην κεντρική λεκάνη των πηγών του ποταμού Νέδοντα και συγκεκριμένα στο γεφύρι του Βυρού. Το γεφύρι αυτό βρίσκεται όπως και τα δύο προηγούμενα εντός των ορίων της τοπικής κοινότητας Αρτεμισίας του δήμου Καλαμάτας. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες πρέπει να είναι το παλαιότερο γεφύρι και από το γεφύρι της Ματζίνειας και από του Αγίου Πολυκάρπου. Χτίστηκε για να εξυπηρετεί τους κατοίκους κυρίως της Τσερνίτσας, σημερινής Αρτεμισίας για να πηγαίνουν προς την Καλαμάτα και αντιστρόφως αλλά και στα σιταροχώραφά τους, που βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή της Ρογκοζονίτσας. Το όνομά του το πήρε επειδή εδώ δίπλα υπήρχε μια ρουφήχτρα και ένα μέρος του νερού βυθιζόταν μέσα σε αυτή και χανότανε, γι' αυτό και την ονόμασαν την περιοχή εδώ Βυρός”.

Γεφύρι Ματζίνειας.

  Βρίσκεται επί του Νέδοντα ποταμού (ή φαράγγι του Νέδοντα), κοντά στην Αρτεμισία (Τσερνίτσα=περιοχή με πολλές μουριές) της Αλαγωνίας, στη θέση “Ματζίνεια”.
  Είναι μονότοξο και διακρίνονται τα ίχνη του καλντεριμιού, που κάλυπτε την επιφάνειά του. Έχει μια σειρά από καμαρολίθια (Θολίτες) και βρίσκεται σε καλή κατάσταση.
   Το αριστερό βάθρο από ανάντη πατάει σε γερό έδαφος, το δεξί του σε λιθοδομή ενώ και οι δυο όχθες του ποταμού έχουν χτιστεί με πέτρα για να προστατεύονται τα βάθρα του γεφυριού και να διοχετεύονται τα νερά στο κέντρο της καμάρας.
Γεφύρι Ματζίνειας. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
   
Βρίσκεται εντός των ορίων της τοπικής κοινότητας Αρτεμισίας του δήμου Καλαμάτας και κατά μαρτυρίες των γεροντότερων χτίστηκε πριν το 1907. Εξυπηρετούσε κυρίως τους κατοίκους της Σίτσοβας (Αλαγονίας) στις επαφές τους με τα άλλα χωριά, την Καλαμάτα και στις αγροτικές τους εργασίες.
Το καλντερίμι. (Φωτο: ΑΓΠ)

  Ο Ηλίας Αθ. Λάζαρος μας λέει για το γεφύρι και την περιοχή:
Βρισκόμαστε στην κεντρική λεκάνη των πηγών του ποταμού Νέδοντα και συγκεκριμένα στο πέτρινο γεφύρι της Ματζίνειας. Το όνομά του το πήρε από την ομώνυμη περιοχή, η οποία ονομάζεται Ματζίνεια. Η ακριβής ημερομηνία που χτίστηκε το γεφύρι μας είναι άγνωστη. Σύμφωνα με μαρτυρίες των γεροντοτέρων εκτιμάται ότι έχει χτιστεί πριν το 1907. Το γεφύρι αυτό εξυπηρετούσε κατά κύριο λόγο τους κατοίκους της τότε Σίτσοβας, της σημερινής Αλαγονίας και της Μικρής Αναστάσοβας, σημερινές Πηγές. Εξυπηρετούσε τους κατοίκους που ήθελαν να πάνε κυρίως προς την Καλαμάτα αλλά και τανάπαλιν”.

Γεφύρι Νέδουσας.
 
   Βρίσκεται στη βόρεια λεκάνη του ποταμού Νέδοντα, στη θέση "Παντελικό" της παλιάς εισόδου της τοπικής κοινότητας Νέδουσας (Μεγάλη Αναστάσοβα), του δήμου Καλαμάτας.
   Χτίστηκε το 1906 με ενέργειες του τότε Δημάρχου Αλαγωνίας Χρήστου Β. Μασουρίδη, με έξοδα του κρατικού προυπολογισμού και κόστος 8.500 δραχμές.
Γεφύρι Νέδουσας. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
    
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μονότοξο γεφύρι, με μια σειρά καμαρολιθιών (θολίτες) και στηθαία, που εξυπηρετούσε κυρίως τους κατοίκους της Μεγάλης Αναστάσοβας. Στο δεξιό άκρο του, από κατάντη και προς το μέρος του χωριού, βρίσκεται ο νερόμυλος του Χούφτιαρη.
Η καμάρα. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Έχει υποστεί ακαλαίσθητες επεμβάσεις με την τοποθέτηση σιδερένιων σωλήνων πάνω στα στηθαία, την τσιμεντοποίηση της βάσης της επιφάνειάς του και τις παρεμβάσεις στα στηθαία, που έχουν αλλοιώσει σε μεγάλο βαθμό την αρχική του μορφή.
Ο σμήναρχος ε.α. Λάζαρος Αθανασίου Ηλίας μας δίνει τις εξής πληροφορίες για το γεφύρι:
  “Βρισκόμαστε στη βόρεια λεκάνη απορροής των υδάτων του ποταμού Νέδοντα και συγκεκριμένα στη θέση Παντελικό. Είναι δίπλα από το χωριό Νέδουσα, το οποίο ονομαζόταν Μεγάλη Αναστάσοβα. Το γεφύρι αυτό κατασκευάστηκε επί δημαρχοντίας Χρήστου Βασιλείου Μασουρίδη το 1906. Την εργασία ανέλαβε ο εργολήπτης Βασίλης Μπακόπουλος και ήταν προϋπολογισμού 8,500 δραχμών.
 
Ο νερόμυλος του "Χούφτιαρη". (Φωτο: ΑΓΠ)
 Το γεφύρι αυτό χρησιμοποιούσαν όχι μόνο οι κάτοικοι της Μεγάλης Αναστάσοβας, όπως ονομαζόταν τότε το χωριό, για να πηγαίνουν στην Καλαμάτα και στα κτήματά τους αλλά και οι κάτοικοι του Αρκαδικού Ταϋγέτου, από τα χωριά του Αρκαδικού Ταϋγέτου όπως Δυρράχι, του Λακωνικού Ταϋγέτου Γεωργίτσι, Καστόρι και Λογκανίκο. Με λίγα λόγια τα χρόνια αυτά γνώρισε μεγάλη άνθηση το χωριό αυτό διότι οι άνθρωποι αυτοί οι οποίοι εκινούντο σταματούσαν εδώ για να ξεκουραστούν, για να ταΐσουν τα άλογά τους. Ακριβώς πίσω μου βλέπουμε έναν παλιό νερόμυλο, ο λεγόμενος νερόμυλος του Χούφτιαρη. Η τοπική κοινότητα Νέδουσας ανήκει και αυτή στον δήμο Καλαμάτας”. (5)

Λαδοκαρβελιώτικη γέφυρα
  
   Γεφυρώνει το Λαδοκαρβελιώτικο ποτάμι ή Μύτικας ή Δαφναίος και έχει δύο τόξα, με το δεξιό από ανάντη να είναι το μικρότερο.
   Βόρεια είναι το χωριό Λαδά και νότια το χωριό Καρβέλι με τα όριά τους να αποτελεί το ποτάμι, ενώ η γέφυρα ανήκει κατά το ήμισυ στο κάθε χωριό. Η μεγαλύτερη καμάρα είναι προς τη μεριά του Λαδά και η μικρότερη προς το Καρβέλι. Είχε καλτερίμι στη βάση της επιφάνειάς του, ίχνη του οποίου διακρίνονται καθαρά ενώ τα στηθαία έχουν φθαρεί και ως εκ τούτου χαμηλώσει πολύ.
Λαδοκαρβελιώτικο γεφύρι. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Και τα δυο τόξα του έχουν μια σειρά καμαρολιθιών (θολίτες), το μεσόβαθρο πατάει στην κοίτη ροής του ποταμού ενώ τα δύο ακρόβαθρά του σε σαθρό έδαφος και για το λόγο αυτό και οι δύο όχθες του ποταμιού κάτω από το γεφύρι έχουν ενισχυθεί με λιθοδομή.
   Βρίσκεται στη νότια λεκάνη των πηγών του Νέδοντα, στη θέση “Μάτια” και συνδέει τα χωριά Καρβέλι και Λαδά.
   Από το γεφύρι αυτό περνούσαν και οι ταξιδιώτες από Μυστρά και Σπάρτη προς Καλαμάτα και αντιστρόφως. Από εδώ πέρασαν το 1862 οι βασιλείς Όθωνας και Αμαλία, όταν επισκέφθηκαν την Καλαμάτα προερχόμενοι από Σπάρτη και Μυστρά.
   Κατά μαρτυρίες των γεροντότερων ντόπιων χτίστηκε στα πριν του 1800 χρόνια και μέχρι το 1960 ήταν σε χρήση για τους κατοίκους του χωριού Λαδά, αφού δημόσιος δρόμος δεν υπήρχε ακόμα.
Ο Σμήναρχος Ηλίας Αθανασίου Λάζαρος μας λέει για το Λαδοκαρβελιώτικο γεφύρι:
Ο ποταμός Νέδοντας συλλέγει τα νερά του από τρεις λεκάνες. Από τη νότια λεκάνη, στην οποία είναι χτισμένα αριστερά και δεξιά τα χωριά Λαδά και Καρβέλι, από την κεντρική λεκάνη, στην οποία είναι τα χωριά Αρτεμισία, Πηγές και Αλαγονία και από τη βόρεια λεκάνη, στην οποία είναι χτισμένο το χωριό Νέδουσα.
Η επιφάνειά του. (Φωτο: ΑΓΠ)

 Εδώ βρισκόμαστε στη νότια λεκάνη, από την οποία συλλέγει τα νερά του ο παραπόταμος του Νέδοντα, Μύτικας ή Δαφναίος, ο οποίος αποτελεί και το φυσικό όριο ανάμεσα στα χωριά Λαδά και Καρβέλι. Το γεφύρι αυτό έχει χτιστεί σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες πριν το 1800. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1862 από δω πέρασαν οι βασιλείς Όθωνας και Αμαλία προκειμένου να επισκεφθούν από τη Σπάρτη και Μυστρά την Καλαμάτα. Το γεφύρι αυτό εξυπηρετούσε τους κατοίκους του Λαδά προς την Καλαμάτα και αντιστρόφως και όχι μόνο. Το χρησιμοποιούσαν και τα υπόλοιπα χωριά, από την Αρτεμισία, από τις Πηγές ακόμα και από τη Νέδουσα και τη Σίτσοβα, που έφερναν τα εμπορεύματά τους και τα πήγαιναν προς πώληση στην Καλαμάτα. 
Λαδοκαρβελιώτικο γεφύρι. Φώτο: Γιάννης Λάσκαρης.
 
Το χωριό Λαδά μάλιστα μέχρι το 1960 εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το γεφύρι αυτό, επειδή δεν είχε γίνει η διάνοιξη δρόμου, για να πηγαίνει με τα μουλάρια και με τα γαϊδούρια που είχαν και αυτά που ήθελαν να φέρουν στην Καλαμάτα απ' αυτόν εδώ το δρόμο περνούσαν, από το Καρβέλι, πάνω από το Καρβέλι και μετά πήγαιναν προς Καλαμάτα. Το γεφύρι αυτό είναι παλαιότερο απ' όλα τα γεφύρια των παραποτάμων του ποταμού Νέδοντα”.

Γεφύρι Αγίου Γεωργίου Σίτσοβας

 Πρόκειται για ένα μονότοξο πετρογέφυρο, ημικυκλικό, με μια σειρά από θολίτες, χωρίς στηθαία, βάθρα να πατάνε σε σαθρό έδαφος επί του δημόσιου δρόμου προς το χωριό Αλαγονία (Σίτσοβα) του δήμου Καλαμάτας και δύο περίπου χιλιόμετρα πριν από το χωριό, επί του Σιτσοβίτικου ρέματος.
   Πιθανολογείται ότι είναι χτισμένο από τους σπουδαίους λαγκαδινούς μαστόπους της πέτρας, όπως και όλα τα γεφύρια του Νέδοντα.

   Ο ντόπιος, από την Αρτεμισία (Τσερνίτσα), σμήναρχος ε.α Ηλίας Αθανασίου Λάζαρος, μας λέει για το γεφύρι:

   “Το Μονότοξο Πέτρινο Γεφύρι του Αγίου Γεωργίου Σίτσοβας (σημερινής Αλαγονίας ), βρίσκεται στην κεντρική λεκάνη από όπου συλλέγει τα νερά του ο ποταμός Νέδοντας .
Το όνομα του το πήρε από το παρακείμενο ομώνυμο εκκλησάκι .

Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες χτίστηκε τη δεκαετία του 1920 και είναι το νεότερο απ' όλα τα πέτρογέφυρα του Νέδοντα. Εξυπηρετούσε τους κατοίκους της Σίτσοβας, σημερινής Αλαγονίας, για να πηγαινοέρχονται στα χτήματα τους και στην Καλαμάτα.           

 Παράλληλα εξυπηρετούσε και τους κατοίκους της Μικρής Αναστάσοβας, σημερινών Πηγών, για να πηγαίνουν στην Καλαμάτα και αντιστρόφως .
Γεφύρι Αγίου Γεωργίου, από κατάντη. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
 Την δεκαετία του 1950 με την διάνοιξη αγροτικού δρόμου από το 20ο  χιλιόμετρο της Ε.Ο. Καλαμάτας – Αρτεμισίας – Σπάρτης μέχρι το παρακείμενο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου , αφαιρέθηκαν τα στηθαία του γεφυριού και η καλντεριμωτή επιφάνεια της βάσης στρώθηκε με τσιμέντο με στόχο την διαπλάτυνση του, προκειμένου να είναι ευχερέστερη η διακίνηση οχημάτων . Παράλληλα για την ασφάλεια των διερχομένων στη θέση των στηθαίων τοποθετήθηκαν σιδερένια κιγκλιδώματα .
   Την δεκαετία του 1990 συνεχίστηκε ή διάνοιξη του αγροτικού δρόμου από τον Άγιο Γεώργιο μέχρι την Αλαγονία και στη συνέχεια ο αγροτικός αυτός δρόμος και η τσιμεντοστρωμένη επιφάνεια του γεφυριού ασφαλτοστρώθηκαν .
Από το γεφύρι αυτό διαρρέουν τα νερά του Σιτσοβίτικου ρέματος ή ρέματος της Αλαγονίας, τα οποία 250 μέτρα περίπου παρακάτω  ενώνονται με τα νερά του Μικροαναστασοβίτικου ρέματος ή ρέματος των Πηγών, το οποίο αποτελεί και την Κεντρική Αρτηρία του ποταμού Νέδοντα, μιας και είναι η μεγαλύτερη αρτηρία σε μήκος.
Ηλίας Λάζαρος στο γεφύρι. (Φώτο: ΑΓΠ)


  Ο ταξιδιώτης μπορεί να επισκεφτεί το γεφύρι αυτό ακολουθώντας την παράκαμψη της Ε. Ο. Καλαμάτας – Αρτεμισίας – Σπάρτης στο 20ο χιλιόμετρο από Καλαμάτα με κατεύθυνση την Αλαγονία , διανύοντας 4 χιλιόμετρα ασφαλτοστρωμένου δρόμου. Εναλλακτικός τρόπος είναι μέσω της Αλαγονίας , αφού στρίψουμε αριστερά όταν φτάσουμε στο πρώτο σπίτι του χωριού και διανύσουμε 2 χιλιόμετρα περίπου ασφαλτοστρωμένου δρόμου.
  Επισημαίνεται ότι οι μεταγενέστερες παρεμβάσεις είχαν σαν αποτέλεσμα το γεφύρι αυτό να χάσει μέρος της αρχικής του ομορφιάς.
  Τα γεφύρια, όλα τα γεφύρια του Νέδοντα, πιθανολογείται ότι έχουν χτιστεί από Λαγκαδιανούς μαστόρους. Αυτό όμως δεν είναι κάπου καταγεγραμμένο. Ίσως ερευνώντας τα αρχεία της εφημερίδας Θάρρος, κάποια στιγμή να μπορέσουμε να να αποκομίσουμε κάποια στοιχεία για τα γεφύρια αυτά, αν και πάνω σ' αυτό έχω σοβαρές επιφυλάξεις, διότι η εφημερίδα Θάρρος για το γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου, που έχει γράψει, ενώ είναι εξάτοξο αναφέρει ότι είναι πεντάτοξο. Και φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού και από έναν άνθρωπο που δεν είναι ειδικός ότι το γεφύρι κατασκευάστηκε από την αρχή με έξι τόξα και δεν έγινε παρέμβαση μετά. Άρα πρέπει να είμαστε και σ' αυτά που αναφέρουν οι εφημερίδες επιφυλακτικοί

Σημειώσεις-βιβλιογραφία
  1. Περιοχή που ανήκει στην ευρύτερη περιφέρεια της Αρτεμισίας.
  2. Ιερό της θεάς Αρτέμιδας στη Μεσσηνία. Αναφέρεται από διάφορους ιστορικούς και περιηγητές (Τάκιτος, Στράβων κλπ)
  3. Ιερός χιτώνας (εσθήτα) της Παναγίας
  4. Άγιος της Ανατολικής Ορθόδοξης εκκλησίας. Υπέστη μαρτυρικό θάνατο μαζί με τον στρατιώτη Ευτυχιανό. Η μνήμη του τιμάται στις 19 αυγούστου.
    5. Οι ευχαριστίες και η εκτίμησή μου προς τον φίλο Ηλία Αθ. Λάζαρο, Σμήναρχο ε.α. για τη βοήθειά του στην καταγραφή των πέτρινων γεφυριών του Νέδοντα, είναι απεριόριστες. Η προσήλωσή του στην ανάδειξη και τη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου του, μόνο συγχαρητήρια και επαίνους αξίζουν.

    Δείτε τα παρακάτω videos για τα γεφύρια του Νέδοντα: 
  5.  
     

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Γεφύρι Ξεριά στο Σολομό Κορίνθου

   Πρόκειται για ένα μονότοξο, επιβλητικής κατασκευής γεφύρι, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το ιστορικό κάστρο της Ακροκορίνθου, επί του χείμαρρου Ξεριά που διασχίζει το χωριό Σολομός και χύνεται στον Κορινθιακό κόλπο, περνώντας μέσα από την πόλη της Κορίνθου, την οποία κατ' επανάληψη έχει πλήξει με τις καταστροφικές πλημμύρες του.
Το γεφύρι στο Σολομό. (Φωτο: ΑΓΠ)

Δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση γιατί τα βάθρα στις βάσεις του είναι διαβρωμένα, με άμεσο κίνδυνο καταστροφής του.
Το τόξο. (Φωτο: ΑΓΠ)

Είναι χτισμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1890 (συγκεκριμένα το 1892) με παραλληλόγραμμες λαξευτές πέτρες, έξοδα του κρατικού προϋπολογισμού, άγνωστο όμως από ποιους και πρόκειται για μια σπουδαία και χρήσιμη κατασκευή για την εποχή του. Είχε στηθαία, που είναι εντελώς κατεστραμμένα, εξαφανίστηκαν, και ίχνη τους μόνο διακρίνονται στο βόρειο μέρος του και μια σειρά καμαρολιθιών (θολίτες). 
Η βάση της επιφάνειάς του είναι καλυμμένη με άσφαλτο και σε συνδυασμό με το μεγάλο πλάτος του (8μέτρα), φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα και μέχρι σχετικά πρόσφατα ως τμήμα του εθνικού δρόμου Κορίνθου-Άργους.
Το μέτρημα. (Φωτο: ΑΓΠ)

Οι διαστάσεις του είναι:
Μήκος:  35 μέτρα
Άνοιγμα τόξου:  8,10 μέτρα
Ύψος:  6,20 μέτρα
Πλάτος:  8 μέτρα
Πλάτος καμαρολιθιού:  0,70 μέτρα
Ύψος στηθαίου:  0,30 μέτρα
Το χωριό Σολομός ( άλλαξε το όνομά του από Σολωμός σε Σολομός το 1940) είναι δημοτικό διαμέρισμα του δήμου Κορινθίων και απέχει από την Κόρινθο σχεδόν 2 χιλιόμετρα.
Όπως μας λέει σε μια ωραία έκδοση του 2007 η Κωνσταντίνα Μοναχολάκου-Μπόκη Πώς από ένα ψάρι βαφτίστηκε ένα χωριό. Ο πρώτος οικιστής στον σημερινό Σολομό ήταν ο Γεώργιος Δασκαλόπουλος από τα Αθίκια Κορινθίας. Όλοι τον ήξεραν με το παρατσούκλι “Σολομός”, του άρεσε πολύ η κονσέρβα ψάρι Σολομός και την έτρωγε τακτικά όταν ακόμα κατοικούσε στα Αθίκια. Τον ρωτούσαν οι γείτονες “-τι έφαγες σήμερα, Γιώργη;” “έφαγα Σολομό!”, αφορμ'η ήθελαν οι χωριάτες να του βγάλουν το παρατσούκλι. Και έκτοτε τον φώναζαν όλοι οι Αθικιώτες και όλοι όσοι τον γνώριζαν, ο Γιώργης ο Σολομός, κανένας δεν τον ήξερε πια σαν Δασκαλόπουλο. Με το όνομα Σολομός ήταν γραμμένος και στα Δημοτολόγια και οι Δημόσιες Υπηρεσίες τον ήξεραν σαν “Γεώργιο Σολομό”, με αυτό το επώνυμο υπέγραφε. Και έτσι το χωριό μου σήμερα λέγεται Σολομός από εκείνον τον πρώτο κάτοικο και θα λέγεται εσαεί. Το 1864 έφυγε από τα Αθίκια και εγκαταστάθηκε σε αυτήν την ερημιά, στον σημερινό Σολομό, όπου έχτισε το σπίτι του. Δεν υπήρχε καμιά άλλη οικογένεια εκεί. Ήθελε να είναι κοντά στα κτήματά του γιατί είχε μεγάλη κτηματική περιουσία δεκάδες στρέμματα από τις παρυφές του Ακροκορίνθου, κατέβαιναν προς τα νότια και ανατολικά, περνούσαν το δημόσιο δρόμο και το σημερινό ποτάμι που τότε ήταν ένα αβαθές ρεματάκι, και ανηφόριζαν ψηλά ως ένα σημείο που λέγεται ακόμα και σήμερα “Κικιρίστρα”...Την εποχή εκείνη εν έτει 1865 και πιο πριν, οι ταξιδιώτες που ταξίδευαν με τα ζώα και τα κάρα έριχναν μέσα στο αβαθές ρεματάκι δεμάτια και κλαδιά δένδρων να μικρίνει το βάθος να μπορούν να περνούν εύκολα ζώα, κάρα και πεζοί ...Ο Σολομός δίπλα στο σπίτι έχτισε ένα οίκημα μακρόστενο και το προόριζε για χάνι. Χρειαζότανε για τους διάφορους ταξιδιώτες για να ξεκουράζονται εκείνοι και τα ζώα τους. Το δούλευε αρκετά χρόνια ο γέρο-Σολομός μέχρι το θάνατό του και μετά ανέλαβε να το δουλέψει ο γαμπρός του, ο Αναστάσης Σοφός ή Σολομός με τη δεύτερη γυναίκα του την Αικατερίνη η οποία είχε πάρει και εκείνη το παρατσούκλι του άνδρα της. Τη φωνάζανε “Σολομίνα”, το βαφτιστικό της είχε ξεχαστεί από όλους.”(1)
Δίπλα, το εύκολο καταφύγιο. (Φώτο: ΑΓΠ)
Μια μαρτυρία από το παραπάνω βιβλίο για την πρώτη απόπειρα εμπειρικής γεφύρωσης του ρέματος (2) που διέσχιζε το χωριό, με το αζημίωτο βέβαια, με τον υπότιτλο “μια έξυπνη εφεύερη στις αρχές του 20ού αιώνα” μας λέει ότι “ Το αβαθές ρεματάκι όσο περνούσαν τα χρόνια άρχισε να βαθαίνει και για να μπορούσαν να το περάσουν άνθρωποι, ζώα και κάρα, έπρεπε να βάζουν μαδέρια και φυσικά κανένας ταξιδιώτης δεν μπορούσε να κουβαλάει μαζί του. Το έξυπνο μυαλό της Σολομίνας δούλεψε και αφού το κράτος δεν μπορούσε να τους φτιάξει τη γέφυρα, έπρεπε να κάνει κάτι εκείνη, γιατί το ποτάμι είχε βαθύνει πολύ. Μετά από πολύ σκέψη αποφάσισε να βάλει μαδέρια για να μπορούν να περνούν οι ταξιδιώτες, με το αζημίωτο βέβαια αφού τους έπαιρνε διόδιο. Δεν ξέρω αν το έκανε μόνη της ή ήταν συνεννοημένη με τον διοικητή της χωροφυλακής στην Κόρινθο. Αυτή η εφεύρεση άρχισε στο τέλος του 1900 έως το 1907, οπότε και το Δημόσιο έφτιαξε τη σημερινή γέφυρα. Τα μαδέρια η Σολομίνα τα είχε τοποθετημένα στο ρεματάκι επί μονίμου βάσεως αλλά δεμένα με χοντρά σχοινιά για να μπορεί να τα σηκώνει ώστε να πέφτουν στο άνοιγμα της ρεματιάς, να περνούν οι ταξιδιώτες και μετά να τα ξανασηκώνει και να τα βάζει στην άκρη, ώστε να μην μπορούσε κανείς να τα τραβήξει εκτός από την ίδια. Ακριβώς δεν μπορώ να σας περιγράψω πως το έκανε. Όσους έχω ρωτήσει, μεγαλύτερους από εμένα, δεν ξέρει κανείς για την τόσο έξυπνη εφεύρεση της Σολομίνας. Από εκείνους που ήξεραν να μου απαντήσουν τι ακριβώς γινότανε, δεν υπάρχει κανένας πια. Και ότι έχω γράψει έως τώρα για τη ζωή του Γέρο-Σολομού το θυμάμαι από αφηγήσεις των μεγαλυτέρων από εμένα και από τις αφηγήσεις της γιαγιάς από την πλευρά της μητέρας μου, που ήταν πρώτη ξαδέλφη της Αναστασίας Σολομού-Σοφού και ήξερε πολλά για τη ζωή εκείνων των ανθρώπων.” (3)


Σημειώσεις-βιβλιογραφία

  1. Κωνσταντίνα Μοναχολάκου-Μπόκη. Ο Σολομός και ο Μύλος. Εκδότης Ευάγγ. Μιχαλόπουλος, Κόρινθος 2007.
  2. Στην συλλογή των πληροφοριών σημαντική ήταν η βοήθεια του φίλου Σωτήρη Ριζόγιαννη, από το Στεφάνι Κορινθίας.
  3. Κωνσταντίνα Μοναχολάκου-Μπόκη. Ο Σολομός και ο Μύλος. Εκδότης Ευάγγ. Μιχαλόπουλος, Κόρινθος 2007.
Δείτε περισσότερα για το γεφύρι του Σολομού στο video: 

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Τρίτοξο γεφύρι στην Πρόσυμνα.

   Πρόκειται για ένα τρίτοξο, πανέμορφο και καλοδιατηρημένο  γεφύρι που βρίσκεται κοντά στο χωριό Πρόσυμνα ή Προσύμνη (τ.Μπερμπάτι), ένα χιλιόμετρο πριν από την νότια είσοδο του χωριού, που ανήκει στο δήμο Άργους – Μυκηνών του νομού Αργολίδας.
Είναι χτισμένο επί του ομώνυμου ρέματος ή ρέμα “του Ταξιάρχη”, που κατεβαίνει από το ξωκκλήσι της Πρόσυμνας και έχει τις πηγές του στο χωριό Στεφάνι, με τη χαρακτηριστική γκρίζα πέτρα της περιοχής. Το ρέμα αυτό τους καλοκαιρινούς μήνες στερεύει ενώ τους χειμωνιάτικους έχει δυνατά “κατεβάσματα”.
Τα στενά της Κλεισούρας και το γεφύρι από ανάντη. (Φωτο: ΑΓΠ)
Το γεφύρι βρίσκεται σε καλή κατάσταση, είχε στηθαίο, ίχνη του οποίου διακρίνονται καθαρά και το οποίο έχει αντικατασταθεί σε πολλά σημεία από τσιμέντο, καταβιβασμένα τόξα για να πετύχουν όσο το δυνατόν επίπεδο κατάστρωμα και μονή σειρά από μεγάλα καμαρολίθια (θολίτες), που πατάνε σε στρογγυλεμένες κάθετες μέχρι περίπου ενός μέτρου βάσεις, που λόγω της κατασκευής τους, λειτουργούν και σαν πρόβολοι για την μείωση της έντασης του νερού σε περιόδους μεγάλων κατεβασμάτων.
Από κατάντη. (Φωτο: ΑΓΠ)
Η βάση του στην κοίτη του ρέματος είναι σε μεγάλο βαθμό, κυρίως στα δύο δεξιά τόξα από ανάντη, καλντεριμωτό που διατηρείται σε καλή κατάσταση. Πατάει πάνω σε δύο μεσόβαθρα μέσα στην κοίτη του ρέματος ενώ τα δύο ακρόβαθρά του ακουμπούν σε σαθρό έδαφος και για το λόγο τούτο έχουν ενισχυθεί με τσιμέντο σχετικά πρόσφατα.
Οι διαστάσεις του είναι:
Άνοιγμα τόξων: 9,20 μ.
Ύψος τόξων: αριστερό από ανάντη 3,80 μ. Τα άλλα δύο 4,20 μ.
Πλάτος: 3,40 μ.
Μήκος: 39 μ.
Πλάτος καμαρολιθιού: 0,45 μ.
Ύψος στηθαίου: 0,30 μ.
Λόγω του μεγάλου πλάτους του και της σχετικά καινούργιας νέας τσιμεντένιας γέφυρας δίπλα, κατά μαρτυρίες των ντόπιων, χρησιμοποιήθηκε μέχρι και μετά τον πόλεμο και μέχρι τη δεκαετία του '70 (ίσως και μετά) από οχήματα. 
Λόγω του μεγέθους του και του σχεδίου της όλης κατασκευής του το πιθανότερο είναι να χτίστηκε τέλος 19ου ή αρχές 20ου αιώνα.
Από  εδώ περνούσε παλιά η λεγόμενη Κοντοπορεία (Χώνικα) οδός για τις Μυκήνες.
Το γεφύρι βρίσκεται δίπλα στην σύγχρονη γέφυρα και από τους ντόπιους λέγεται και γέφυρα Αστερίωνος.
Η γέφυρα από ανάντη. (Φωτο: ΑΓΠ)
Η Κοντοπορεία οδός ήταν ο δρόμος που ξεκινούσε από Κόρινθο και ακολουθώντας τη διαδρομή Χιλιομόδι - αρχαία Τενέα - Κλεισούρα Αγιονορίου - Πρόσυμνα κατέληγε στο Άργος. Το όνομά της (Κοντοπορεία), δείχνει ότι ήταν ο συντομότερος δρόμος από Κόρινθο για Άργος και αντίθετα. Ο Πολύβιος (1) αναφέρει ότι: “...τοιαύτην γαρ φύσιν έχει τα προειρημένα πάντα συλλήβδην ώστε μηδέν διαφέρειν του λέγειν ότι ποιησάμενος τις εκ Κορίνθου την ορμήν και διαπορευθείς τον Ισθμόν και συνάψας ταις Σκερωνίσιν ευθέως επί την Κοντοπορίαν επέβαλε και παρά τας Μυκήνας εποιείτο την πορείαν εις Άργος...”. Ο δρόμος, δηλαδή της Κοντοπορείας ήταν φυσική συνέχεια του δρόμου για την Αθήνα, μέσω της Κακιάς Σκάλας.
Οι αρχαίοι Μυκηναίοι εκτιμώντας την στρατηγική θέση της Πρόσυμνας και των στενών της Κλεισούρας και προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες τους σε αγροτικά προϊόντα από την περιοχή, κατασκεύασαν το 1300 π.χ τη λεγόμενη “Μυκηναϊκή Οδό”, που συνέδεε την Ακρόπολη των Μυκηνών με την περιοχή της Πρόσυμνας.
Ήταν η κοντινότερη οδός από Αθήνα για Άργος μέσω της Κορίνθου και αντιστρόφως και μνημονεύεται ακόμη από τον Ξενοφώντα (2), ενώ την περίοδο της ρωμαιοκρατίας κυρίως αλλά και της βυζαντινής περιόδου χρησιμοποιείτο για στρατιωτικούς σκοπούς. Οι βυζαντινοί για την άνετη και ασφαλή διέλευση την είχαν οχυρώσει σε πολλά σημεία, κυρίως στην Κλεισούρα του Αγιονορίου.
Μεσαία καμάρα και μεσόβαθρα. (Φωτο: ΑΓΠ)
Η Πρόσυμνα, κατοικημένη ήδη από την παλαιολιθική εποχή, βρίσκεται στα όρια Αργολίδας και Κορινθίας. Με την πρώτη επικοινωνεί μέσω του στενού της Κλεισούρας, όπου υπάρχει το  γεφύρι του Αστερίωνα, ενώ με τη δεύτερη μέσω του φαραγγιού της Κλένιας από τη μεριά του Αγιονορίου.
Στην περιοχή της Πρόσυμνας, του Αγιονορίου και της Κλεισούρας, έλαβε μέρος η καταστροφική για τους Τούρκους δεύτερη φάση της μάχης των Δερβενακίων το 1822, η οποία ως γνωστόν είχε σαν αποτέλεσμα την εξαφάνιση της στρατιάς του Δράμαλη, το σώσιμο της επανάστασης και την καταξίωση του Θ. Κολοκοτρώνη.


Βιβλιογραφία – σημειώσεις

1.      Πολύβιος. Ιστορίαι. ΧVI,16,4.
2.      Ξενοφών. Αγησίλαος. 11.17 και Ελληνικά Δ' 6,19

Δείτε το σχετικό video για το γεφύρι στην Πρόσυμνα Αργολίδας: