Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Η Μηλίτσα, το Τουρκογιόφυρο στον Ερύμανθο και ο Αγάς στο Βιδιάκι Γορτυνίας.

   Το παρακάτω αληθινό περιστατικό έχει σαν πρωταγωνιστές τον Αγά του χωριού Βιδιάκι, που “θέλησε” την κόρη του Γ. Βασιλακόπουλου Μηλιά, το παλιό γεφύρι του “Δομοκού” και το υπηρέτη του Αγά Δημήτρη, που έκλεψε τη Μηλιά. (1).
    “...δυό ώρες νύχτα. Σε μια αυλόπορτα από μέσα, κάποιες σκιές αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, έκλαψαν. Ξεχώρησαν οι δύο, βγήκαν στο δρόμο και κίνησαν. Με δύο τράστα στον ώμο γεμάτα, με παράδες στην τσέπη. Ένα μονοπάτι στενό κακάβατο, κατηφορίζει από τις Γωνές, στα Δεντρούλια και στο γεφύρι.Το τουρκογιόφυρο, το παλαιό. Κι από κει φειδωτά, κορδελιαστά ανηφορίζει και χάνεται σε μάκρος τρα-βώντας κατά τη Δίβρη. Κι οι σκιές κατηφορίζουν.
  • Σκιάζεσαι, Μηλιά, εδώ που πάμε στον ξένο τόπο;
  • Όχι, Δημήτρη. Σαν είμαι κοντά σου τίποτα δεν με σκιάζει.
   Χάραζε πια και της αυγής τα χρώματα έβαφαν του Λαπινίκου τις κορφές. Ζερβά, από κάτω τους τα νερά της Ντοάνας κυλούσαν κρύα κι έδερναν αλύπητα τις ποταμόπετρες. Ένα φεγγάρι λειψό και αδύναμο μάταια αγωνιζόταν να χύσει το λιγοστό του φως ανάλαφρο και αέρινο. Κι εκείνοι, ο Δημήτρης και η Μηλιά προχωρούσαν βιαστικοί.
Το δυτικό βάθρο του Τουρκογιόφυρου. (Φωτο: ΑΓΠ)
Πέρασαν το γεφύρι. Μόλις έστριψαν στο στουρναρόβραχο και βγήκαν στο Χαλια-δάκο πλευρά, τους πήραν τα σκυλιά. Η πλάση άρχισε να ξυπνά. Στα Πεταίικα κονάκια ανακατευόταν των γιδών με των κατσικιών το βέλασμα. Οι πέρδικες άρχισαν να το λένε στην πλαγιά. Μαζί με των σκυλιών τ' αλύχτημα, ακούστηκε μια φωνή. Δύσκολοι καιροί, άγριος ο τόπος, στο πόδι οι τσοπάνηδες, με το καριοφίλι.
  • Eϊ. Τι είστε, ρε;
  • Στρατολάτες!
  • Που πάτε, ρε;
  • Εδώ σιαπάν'!
  • Πούθ' ερχόστε ρε;
  • Πέρα το Βιδιακίτικο!
Και προχωρούν. Ούτε τα σκυλιά, ούτε τους ανθρώπους έχουν καιρό να προσέξουν. Περπατούν βιαστικά και πασχίζουν γλήγορα να ξεμακρύνουν από το Βιδιάκι και του αγά την οργή.
  • Απόστασες, Μηλιά;
  • Όχι, Δημήτρη!
Κι έφευγαν βιαστικά, τρεχάτοι πες. Κι ας ήσαν και φορτωμένοι. Το όραμα της νέας τους ζωής, φτερά έβαζε στα πόδια τους.
Από τη Δίβρη έξω πέρασαν. Αν και εδώ ανάσαινε η Ρωμιοσύνη. Εδώ και κρυφό σχολειό λειτουργούσε, (σημ. Σε υπόγειο της Ι. Μονής. Ανακαλύφθηκε τυχαία από στρατιώτες το 1948, ενώ οι κάτοικοι αγνοούσαν την εκεί ύπαρξή του) και πέντε μπαρουτόμυλοι, του Αγγελή Πετραλιά, δούλευαν, για το μεγάλο σκοπό, που ψιθύριζαν, εδώ οι χριστιανοί. Όμως δεν ήθελαν συναπαντήματα. Τούτον τον καιρό οι Τούρκοι ήσαν καχύποπτοι. Μυρίζονταν πως οι Γραικοί κάτι ετοίμαζαν. Και για τούτο όλους τους σταμάταγαν κι όλους τους εξέταζαν.
   Στου Αστρά το διάσελο, πρίν κατηφορίσουν την άλλη μεριά, τελευταία ματιά έρι-ξαν πίσω τους. Για στερνή φορά ν' αντικρύσουν από μακρυά τον τόπο τους. Το Βυδιάκι.
Το Εκκλησάκι του Αη – Κωνσταντίνου, εκεί στο ψήλωμα, ήταν το τελευταίο που είδαν στον τόπο τους. Κι ήταν ένα στήριγμα που έννοιωσαν...
Ο Δημήτρης, από της καρδιάς του βιασμένος, το βρασμό, το χέρι σήκωσε ασυναί-σθητα. Σαν αποχαιρετισμό. Και της κοπέλας τα λόγια, κόμπος τα 'πνιγε πριν ακουστούν ακόμα. Σφούγγισε το δάκρυ της και τήραξε το Δημήτρη, που μαλακά απ' το χέρι την έπιασε.
  • Πάμε, Μηλιά. Σαν το θέλει ο θεός, κάποτε θα γυρίσουμε πίσω στα χώματά
    μας, στους δικούς μας. Πάμε, γιατί ο αγάς σίγουρα θα μας πήρε στο κατόπι.
    Κι έγειραν πίσω από το βουνό και χάθηκαν.
    Ξημέρωνε η μέρα του θεού. Στο χωριό κίνησαν ο καθένας για τις δουλειές του.
    Ξαφνικά από το Βασιλοπουλαίικο σπίτι ακούγονται φωνές.
  • Ωχ τι πάθαμε...Τι μας βρήκε...
  • Τι τρέχει, ρε γειτόνοι; Τι πάθατε;
  • Εχάθηκε η Μηλιά...Η τσιούπα μας...Ωχ!
    Ο Γιωργάκης αναστατωμένος (τάχα), βιαστικά (τάχα), κατηφορίζει για το κονάκι του Μουσταφά.
  • Αγά μου, κακό που με βρήκε το δύστυχο!
  • Τι έπαθες, μπρε Γιωργάκη;
  • Η Μηλιά μου, αφέντη!..Εχάθηκε η τσιούπα μου!..Μου την κλέψανε...Ωχ, ο
    μαυρος...και τραβούσε τα μαλλιά του.
  • Α! Τον κερατά, μου την άρπαξε, κάνει ο αγάς. Τα παλικάρια μου. Τ' αλογό
    μου...
    Βγαίνει στην πόρτα και βάνει φωνή.
  • Ωρέ Γιοβάνηηη, ωρέ Κοσμά Κούμπουλααα. Τ ' αλογά σας και γλήγορα εδώ
    ωρέ. Ογλήγορα!
    Το Ανατολικό βάθρο του. (Φωτο: ΑΓΠ)
Ήταν τα “παλληκάρια του” εκείνοι. Έτσι νόμιζε. Άνθρωποι της προσταγής του. Ώσπου
 να ετοιμαστεί τ' άλογο και να φτάσουν οι άλλοι, ο Μουσταφάς μονολογούσε.
Μου 'πε θα πάγαινε στο Μοναστηράκι. Σίγουρα δεν πήγε εκείθε. Δεν θα μου το
μαρτύραγε. Να πήγαινε κατά κάτου (Νότια), θα 'πεφτε απάνου σε δικούς μας, που
διασορίζουν εκείθε. Ούτε κείθε πήγε. Άρα; Έσιαξε το Δομοκό. Εκείθε πήγε. Θα το φτάσω
 τον Γκιαούρη...”
Ήρθαν οι άλλοι δύο. Έμαθαν τι έγινε.
    • Βαρείτε κοντά, τους λέει. Ακολουθάτε με.
    • Θα 'ρθω κι εγώ, αγά μου, για την τσιούπα μου, λέει ο Γιωργάκης.
    • Θες έλα, θες κάτσε...Εγώ μια φορά θα τους φέρω πίσω...
      Και χύθηκαν προς το Δομοκό. Φούσκωσαν τα ζωντανά. Φρύμαξαν. Αφρός ο ιδρώτας τους. Αρκετά πίσω ο Γιωργάκης, Βραδυπορώντας...
    • Καρτερείτε κι εμένα!..
      Πηλάλα τον κατήφορο τα Δεντρούλια. Ανηφόρησαν απέναντι στο Δομοκό. ενας τσοπάνης έκλεινε τα κατσίκια στο τσάρκο.
    • Ωρέ, πέρασαν εδώ απάν' στρατολάτες, ένας άντρας και μια γυναίκα; ρωτάει ο αγάς.
    • Εφτού παραπάν' θα παγαίνουν, απαντάει εκείνος. Αν βαράστε γλήγορα τους
      τους φτάνετε!
      Φτερνιά στ' άλογο ο Μουσταφάς, από κοντά και οι άλλοι δυό.
      Αλλά πρίν προχωρήσουν μια πενηνταριά βήματα, ο Κούμπουλας, διπλώνεται στα δύο, βάνει τις φωνές, γλυστράει από τ' άλογο, πέφτει κάτω και σκούζει σπαραχτικά.
    • Ωχ, αχ, αχ! Ωχ! Αγά μου πεθαίνω...Η κοιλιά μου, αγά μου...Γλύτωμε αφέντη μου...Ωχ, η κοιλιά μου.
    • Τι έπαθες, ρε Κούμπουλα; Τι σ' έπιασε και σκούζεις;
    • Η κοιλιά μου, αγά...Ωχ, τι κοψίματα είν' αυτά,,,Ωχ, τι σουγλιές είναι τούτες; Χάνουμαι ο μαύρος...Με την πουτ...που κυνηγάμε σήμερα...Μη μ' αφήνεις, αφέντη μ'...
      Και δος του να κυλιέται στο χώμα, σφίγγοντας την κοιλιά του, μαζεύοντας τα πόδια του, διπλωμένος στα δύο. Ξεπέζεψαν οι άλλοι. Ο Γιοβάνης άπλωσε πάνω του να τον βοηθήσει. Με τρόπο ο Κούμπουλας του κόβει μια τσιμπιά. Εκείνος κατάλαβε. Τέχνασμα του Κούμπουλα ήταν για να αργοπορήσουν τον αγά, να προλάβει ο Δημήτρης με τη Μηλιά να φύγουν.
    • Ωχ, πεθαίνει ο μαύρος...Αχ δόλια Κουμπουλίνα χηρεύεις...Λίγο νερό αγά μου...
      σβήνω ο άραχλος...λίγο νερό Γιοβάνη...δε με λυπώστε;
    • Τρέχα, ρε Γιοβάνη, κάνει ο αγάς, τρέχα πέρα στη Λίμνα φέρε νερό. Θα μας πεθάνει εδώ χάμου!..
    • Με τι να το φέρω, αγά, που δεν έχω κάθηρο;
    • Πηλάλα, ρε, εκεί κάτου στο κονάκι και πάρε ένα καρδάρι. Άειντε. Βιάσου και θα μας φύγουν οι άλλοι!
      Ξεκίνησε ο Γιοβάνης. Σκόνταψε, έπεσε δύο τρείς φορές, έφτασε στο κονάκι.
    • Αγά, τα καρδάρια τα 'χουν γιομάτα γάλα. Δεν έχουν αδειανό!
    • Χύσ' το, μωρέ; Χύστο ένα και πάρτο, μπουνταλά! Αγανάκτησε ο αγάς.
      Πήρε ένα ο Γιοβάνης – αδειανά ήσαν τα καρδάρια – έσιαξε για τη Λίμνα. Τη Λίμνα που υπάρχει και σήμερα στο Δομοκό. Λίγο πιο κάτω έτρεχε βρυσούλα, που γέμιζε τη Λίμνα. Πλησίασε εκεί κι άρχισε να ψάχνει...για τη βρύση. Πήγε πάνω, κάτω, πέρα, δώθε. Ο Κούμπουλας έσκουζε. Ο αγάς σ' αναμμένα κάρβουνα, γιατί περνούσε η ώρα.
    • Άειντε, μωρέ, με το νερό...Τι μου σουλατσάρεις εφτού πέρα;
    • Δεν βρίσκω τη γρούσπα, αγά!
    • Εκεί, ωρέ χαϊβάνι, εκεί που πρασινίζει το χορτάρι!..
      Έφτασε κοντά κι ο Γιωργάκης, ευλογώντας το θεό για το απρόοπτο. Κάποια φορά ήρθε το νερό. Ήπιε ο Κούμπουλας. Άρχισε να... συνέρχεται. Τον βοήθησαν να καβαλικέψει και κίνησαν. Ο Κούμπουλας τελευταίος.
    • Βαρ' το, μωρέ το ψοφήμι. Έλα κοντά, ούρλιαξε ο αγάς.
    • Δεν μπορώ, αγά μου, μό' ρχεται σκοτούρα. Δε μπορώ γληγορότερα.
      Βγήκαν κάποτε στα Διβραίικα αμπέλια. Πέρασαν την Παναγίτσα. Πλησίασαν στα πρώτα σπίτια της Δίβρης. Γυναίκα πρόβαλε σε παρεθύρι.
    • Ωρή, πέρασαν εδώθε ένας άντρας με μια γυναίκα σήμερα; ρωτάει ο αγάς.
    • Περάσανε!
    • Που θα παγαίνουν τώρα;
    • Ουουου! Τώρααα...Θα 'χουν περάσει την Προστοβίτσα από ώρα!
      Η Προστοβίτσα – Δροσιά λέγεται σήμερα – είναι μεγολοχώρι της Αχαίας, πίσω από τα Διβριώτικα βουνά. Ο αγάς απελπίστηκε.
    • Άει τον κερατά, μου την πήρε. Άει το Γκιαούρη, την κέρδεψε...Και γυρίζοντας στους ακολούθους του.
    • Γυρίστε! Πάμετε! Μας φύγανε!..
    • Ωχ, τη Μηλίτσα μου, την τσιούπα μου, έκανε ο Γιωργάκης!!!
    • Πάμετε πίσω. Δεν τους προκάνουμε. Επέσαν σε άλλο καζά. Και 'φτούθε γυρίζουν κι εκείνοι οι ρέμπελοι οι Γιαννιάδες...Άειντε, ωρέ πεζεβέγκη...Άειντε...
    • Ποιός θα μου γλυκάνει τα γερατειά!..στέναζε ο Γεωργάκης. Και δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν ήταν προσποίηση, η πηγαίο της καρδιάς παράπονο. Σκασμένος ο Μουσταφάς γύρισε στο Βυδιάκι.
      Μα δεν έζησε πολύ. Οι Μπουμαίοι...”


       Σημείωση

      (1). Κ.Ι.Κηπουρός. Βιδιάκιον Γοπτυνίας – η γενέτειρά μου. Αθήνα 1988.

      Περισσότερα για το Τουρκογιόφυρο στον Ερύμανθο, κοντά στο χωριό Βιδιάκι, στον σύνδεσμο  
       http://agpelop.blogspot.gr/2015/05/blog-post.html?spref=bl


Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

Τούρκικο γεφύρι στο Σπαθοβούνι Κορινθίας

    Γεφυρώνει τον ποταμό Ασωπό, που χύνεται στον Λογγοπόταμο ή Λόγγο ή ποτάμι του Αλαμπιού, που διασχίζει την κοιλάδα του Αγίου Βασιλείου και εκβάλλει στο Περιγιάλι του Κορινθιακού κόλπου.
   Ο Ασωπός έρχεται από την περιοχή του Κοντόσταυλου (Αρχαίες Κλεωνές) και το γεφύρι βρίσκεται στο δημόσιο δρόμο από το χωριό Σπαθοβούνι του δήμου Κορινθίων, προς το Χάνι της Κουρτέσας.
Το Τούρκικο γεφύρι στο Σπαθοβούνι. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Πρόκειται για ένα πανέμορφο, μονότοξο και εντυπωσιακό γεφύρι, λέγεται και ¨Τουρκογέφυρο¨ από τους ντόπιους, χωρίς στηθαία και μια σειρά θολίτες που αποτελεί μέρος της επαρχιακής οδού Σπαθοβουνίου-Αγίου Βασιλείου Κορινθίας.
Οι διαστάσεις του είναι:
'Ανοιγμα τόξου: 9,30 μ.
Ύψος καμάρας: 5,45 μ.
Πλάτος: 3,80 μ.
Μήκος: 19 μ.
   Δυστυχώς, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, το σημείο του γεφυριού έχει γίνει σημείο απόρριψης κάθε είδους σκουπιδιών.
   Υπάρχει και μια αναφορά του Πουκεβίλ που λέει ότι “...λίγα βήματα μετά τον καραβάν σεράγι της Κορτέσσας, διαβήκαμε το ποτάμι του Αγιονορίου περνώντας πάνω από ένα πέτρινο γεφύρι, ένα ποτάμι το οποίο, αφού πρώτα διαρρεύσει μια απόσταση μιάμιση λεύγας, χύνεται στον ποταμό των Κλεωνών, νοτιοανατολικά της Κούρκας.” 
Το τόξο. (Φωτο: ΑΓΠ).

  Κατά την άποψή μας, και μετά από επιτόπιες επισκέψεις και συζητήσεις με γεροντότερους ντόπιους, πρόκειται για το Τούρκικο γεφύρι, που καμία σχέση βέβαια έχει με το ποτάμι του Αγιονορίου. Το ποτάμι είναι ο Ασωπός, ή ποτάμι των Κλεωνών, που εκβάλλει στον Κορινθιακό κόλπο. Απλά τα πολλά ρέματα που κατέβαιναν από το βουνό του Αγιονορίου ίσως να μπέρδεψαν τον σπουδαίο περιηγητή, θεωρώντας ότι το ποτάμι αυτό, που υπάρχει το γεφύρι, έρχεται από το Αγιονόρι.
Στις 2 Μαίου 2008 ένα παράξενο φαινόμενο παρατηρήθηκε δίπλα στο γεφύρι. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται "σε αγρό πλησίον της επαρχιακής οδού Σπαθοβουνίου- Αγίου Βασιλείου Κορινθίας έναντι του γεφυριού ¨Τουρκογέφυρα¨, γεωτρύπανο κατά τη διάνοιξη γεώτρησης για αναζήτηση νερού από ιδιώτη έβγαλε αιφνίδια συνεχή φωτιά. Με αρχικές προσπάθειες των εργατών του μηχανήματος και με τις μετέπειτα προσπάθειες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας η κατάσβεση της ήταν αδύνατη. Οι ειδικοί που προσήλθαν στον χώρο έκαναν γνωστό πως ήταν ένα γεωλογικό φαινόμενο που θα σβήσει από μόνη της μετά από 2-3 24ώρα όπως και έγινε. Το φαινόμενο δημιουργήθηκε από φρούτα και από άλλα υλικά που είχαν σκεπαστεί πριν πολλά-πολλά χρόνια και είχαν μετατραπεί σε μεθάνιο που με την διάνοιξη απελευθερώθηκε.Η περιοχή είχε αποκλεισθεί για την ασφάλεια των διερχομένων και το μηχάνημα-γεωτρύπανο καταστράφηκε ολοσχερώς". (1)

Παρατηρήσεις-βιβλιογραφία
(1). Το θέμα πάρθηκε από το κανάλι travelmarytravel by Maria D.

Περισσότερα στο παρακάτω video: 

Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Beysehir Tarihi Tas kopru – Πέτρινη γέφυρα στην πόλη Beysehir.


  Πρόκειται για πέτρινη γέφυρα, σχετικά καινούργια, με 15 μικρές καμάρες στην πόλη Beysehir του μητροπολιτικού δήμου του Ικονίου (Konya Buyuk Sehir Belediyesi), πάνω στην έξοδο της τρίτης σε μέγεθος λίμνης της Τουρκίας.
    Στην ουσία πρόκειται για ένα αρδευτικό έργο που διοχετεύει 500 εκατομμύρια κυβικά νερού το χρόνο για να αρδευτούν 70.000 εκτάρια γης και να τροφοδοτεί την πόλη του Ικονίου.
Beysehir tas koprusu. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

   Το έργο τελείωσε μεταξύ 1908-1914 και το κόστος έφτασε τα 850.000 νομίσματα της εποχής.
   Έχει μήκος 40 μέτρα, η βάση της είναι στρωμένη με μεγάλες πλάκες προερχόμενες από την γύρω περιοχή και από το 1997 έχει απαγορευτεί η κίνηση οχημάτων πάνω της.
   Αποτελεί σύμβολο για την πόλη και φαίνεται ότι, από την έρευνα των ειδικών, στην θέση υπήρχε άλλη παλιότερη γέφυρα με 7 τόξα, πριν την κατασκευή της καινούργιας πέτρινης.
Η βάση της. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Συνοδοιπόροι στην μελέτη της γέφυρας ήταν οι φίλοι Tarik Erdem και  Ercan Ayilgan , που μας λένε συγκεκριμένα:
   «Σήμερα επισκεπτόμαστε το Beysehir. Αυτή η γέφυρα είναι πολύ ενδιαφέρουσα και ιστορική. Χτίστηκε κατά την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Άρχισε να χτίζεται το 1907 και τελείωσε το 1914. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα γέφυρα στην Τουρκία και φημισμένη στην περιοχή του Ικονίου. Έχει 15 καμάρες, ύψος 15  και μήκος 40 μέτρα. Δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο κατασκευαστής της. Πιθανόν η τότε κυβέρνηση.
 
Ercan Ayilgan-Tarik Erdem. (Φωτο: ΑΓΠ)
 Συνέδεε την περιοχή με την Ανατολία και κόστισε 850.000 χρυσά νομίσματα στην τότε Οθωμανική κυβέρνηση. Το 1997 σταμάτησε η διακίνηση οχημάτων πάνω της ενώ τώρα μόνο άνθρωποι μπορούν να την χρησιμοποιούν. Πριν το 1997 ήταν ανοιχτή για τα οχήματα. Το κανάλι συνδέεται με την πόλη Seysehir. Στην περιοχή καλλιεργούνται λαχανικά και άλλα ενώ τροφοδοτείται και με νερό από εδώ. Επίσης η λίμνη Beysehir είναι η τρίτη μεγαλύτερη λίμνη στην Τουρκία. Πρώτη είναι η Βαν, δεύτερη  η Αλμυρή λίμνη και Τρίτη η Beysehir».

Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι: 

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Γεφύρι στου "Λατίφι". Καρδαμάς - Ηλείας.

“...αμέσως μετά διαβήκαμε το ποτάμι του Καρδαμά, κι οχτώ λεπτά αργότερα τον Βουβό, που τον περνάμε πάνω από ένα πέτρινο γεφύρι, ένα γεφύρι χαρακτηριζόμενο ειδικότερα με την ονομασία Λιάφυτο” (1)
   Προφανώς, στην περιγραφή αυτή του Πουκεβίλ, πρόκειται για παραφορά του ονόματος του γεφυριού στη θέση “Λατίφι”, λίγο έξω από τον Καρδαμά προς Πύργο και Ολυμπία.
   Το όνομα “Καρδαμάς”, το συναντάμε ήδη από την Οθωμανική περίοδο και λέγεται ότι προέρχεται από το φυτό Κάρδαμο, που φύτρωνε εκεί και ιδίως στις όχθες του Καρδαμαίϊκου ποταμού (ή Κάρδαμος), που κυλάει δίπλα στο χωριό.
   Παλιά η περιοχή είχε πέντε νερόμυλους για το άλεσμα των “γεννημάτων” των ντόπιων αλλά και των διπλανών χωριών. Μέσα στο χωριό λειτουργούσαν δύο νερόμυλοι: του “Ανδριόπουλου” και στο “Χορτοκόπι – Τρία γεφύρια” (2)
  Η γέφυρα “Στου Λατίφι” υπήρχε από πολλούς αιώνες πριν επί του Καρδαμαίϊκου ή Κάρδαμου ποταμού, που εκβάλλει στο Ιόνιο και στη θέση “Παλούκι”. Καθώς ο ποταμός έχει πάντα νερό, πολύ περισσότερο τους χειμωνιάτικους μήνες, ήταν απαραίτητη η κατασκευή γεφυριού για τη διάβασή του από τους ντόπιους και τους περιηγητές από Πάτρα προς Πύργο και Ολυμπία και αντιστρόφως.
  Ο Καρδαμαίϊκος ή ποτάμι Κάρδαμου ταυτίζεται από τους αρχαιολόγους με το αρχαίο ποτάμι Έλισα ή Ελίσων και “αφού η λέξη Έλισα είναι σημιτική (Ελισσαίος, Ελισσάβετ, Ελισσά) κατά τους πανάρχαιους εκείνους χρόνους - προ του 1000 και πέραν του 1200 π.χ. - κάποια αποικία πιθανότατα Φοινίκων να άφησε το αμυδρό τούτο τεκμήριο της από τα μέρη μας διάβασή τους.” (3)
Χάρτης από το blog alivathinos/kardamas.

  Η θέση που ήταν χτισμένο το γεφύρι απέχει από το χωριό 800 περίπου μέτρα, επί του παλιού δρόμου Αμαλιάδας – Πύργου, στο Καρδαμαίϊκο ποτάμι.
  Λείψανα της παλιάς γέφυρας υπάρχουν και σήμερα δίπλα στην σύγχρονη, που έχει κατασκευαστεί περίπου 50 χρόνια πριν.
  Το όνομα Λατίφι είναι πολύ παλιό, πιθανόν τούρκικο (Λατίφ είναι συνηθισμένο τούρκικο όνομα) και αναφέρεται από τον Ιταλό Pier Antonio Pacifiko από το 1686 κιόλας και πιθανώς να οφείλεται σε κάποιον Τούρκο κάτοικο της περιοχής. (4)
Υπάρχει ακόμη η σημαντική αναφορά του Ιωάννη Καράγιωργα που λέει: “ Στον Καρδαμά ήλθε και εγκατεστάθη περί το 1723 ως βοηθός του Σουλτάνου, ο αγάς Λατίφ, με την οικογένειά του και τα παλληκάρια του ...ο Λατίφ αναγκάστηκε να φτιάξει με τη βοήθεια των Καρδαμαίων πέτρινο γεφύρι σε γερά θεμέλια...Οι Καρδαμαίοι το ονόμασαν το “γεφύρι του Λατίφι”.(5)
  Όμως η ονομασία αυτή προϋπήρχε κατά τον Pacifiko και αν προήλθε από κάποιον Τούρκο αξιωματούχο, αυτός εγκαταστάθηκε στον Καρδαμά πριν τη μαρτυρία του 1686 του Pacifiko, κατά την πρώτη περίοδο της τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο, πριν το 1685.
  Την παραπάνω εκτίμηση του Ιωάννη Καράγιωργα, όπως και άλλων παρομοίων απόψεων στο διαδίκτυο αντικρούει ο Άγγελος Λιβαθηνός (6) θεωρώντας ότι, “ το όνομα Λατίφι, κατεγράφη υπό του Ιταλού περιηγητή Pacifico ήδη από του έτους 1685-87. Επομένως το όνομα Λατίφι υπήρχε ήδη πριν από το 1685-87. Συνεπώς, εάν το όνομα Λατίφι έλκει την καταγωγή του από κάποιον Τούρκο αξιωματούχο, ονόματι, Λατίφ, αυτός ο αξιωματούχος θα είχε εγκατασταθεί στον Καρδαμά κατά την πρώτη περίοδο της τουρκοκρατίας (προ του 1685), και όχι το 1723, όπως γράφει ο Ι. Καράγιωργας στο ως άνω βιβλίο του”
H σημερινή θέση που ήταν το γεφύρι. (Φωτο: ΑΓΠ)
 Και ακόμη, ο Άγγ. Λιβαθινός, γράφει ότι “ ελέγχονται, ομοίως, ως ανακριβείς οι αναφορές των διαφόρων Ηλειακών ιστοσελίδων στο διαδίκτυο για το Λατίφι, που αναπαράγουν αυτολεξεί τον ανιστόρητον ως άνω ισχυρισμόν. Καλόν θα είναι κάποτε να καταργήσουν αυτές τις ανιστόρητες αναφορές οι υπεύθυνοι των ιστοσελίδων αυτών, που αντιγράφουν, ασυστόλως και ακρίτως, ο ένας τον άλλον! Η τοποθεσία, λοιπόν, Λατίφι, είτε έλαβε το όνομά της από κάποιον επώνυμο Τούρκο αξιωματούχο του Καρδαμά είτε όχι, υπάρχει πριν από το 1685”.
  Αν δεχτούμε ότι ο Βουβός ποταμός είναι το σημερινό “λαγκάδι της Κυράς” (ή Ιάρδανος), που έτσι είναι, τότε κάνει λάθος ο Πουκεβίλ που τοποθετεί εδώ το γεφύρι στου “Λατίφι”, γιατί η απόσταση από το ποτάμι του Καρδαμά ως τον Βουβό ποταμό δεν είναι μόνο οχτώ λεπτά όπως λέει, αλλά πολύ περισσότερο και με τα μέσα μάλιστα που υπήρχαν τότε.
Το γεφύρι φαίνεται ότι υπήρχε και για κάποια χρόνια μετά το 1923, όπως προκύπτει από αναφορά του Γυμνασιάρχη Γεωργίου Παπανδρέου, που τελείωσε το σχολαρχείο του Πύργου και διορίστηκε καθηγητής στην πόλη μετά το τέλος της φοίτησής του στη φιλοσοφική σχολή της Αθήνας και ο οποίος έγραφε το 1923 ότι "Και λοιπόν ο Πουκεβίλ (μετέβη εκ Πατρών δια Γαστούνης εις Ήλιν και εκείθεν δια Γαστούνης εις Πύργον, Ολυμπίαν, Καλάβρυτα, Μέγα Σπήλαιον και εν άλλη πορεία εκ Πατρών εις Πύργον, Αγουλινίτσαν...)...και διέρχεται το ποτάμι του Καρδαμά και είτα δια της γεφύρας του Λατίφη (και νυν υπάρχει τούτο) το σχετικόν ποτάμιον". (7)

Σημειώσεις. 

  1. Πουκεβίλ. Ταξίδι στη Ελλάδα. Πελοπόννησος. Εκδόσεις ΣΥΛΛΟΓΗ Αφοί ΤΟΛΙΔΗ σελ. 197 Αθήνα 1995
  2. Στοιχεία πάρθηκαν από το πολύ καλό blog alivathinos/kardamas. 
  3. Ηλειακά Τριμηνιαίο περιοδικό λαογραφικής-ιστορικής και γλωσσικής σπουδής της Ηλείας. Εκδότης -διευθυντής Ντίνος Δ. Ψυχογιός Τεύχος ΙΔ'-ΙΕ' 1958 Λεχαινά σελ. 338.
  4. Pier Antonio Pacifiko. “Breve de scrizzione corografia del Peloponneso con l' origine”, Βενετία 1700
  5. Ιωάννης Καράγιωργας. ΚΑΡΔΑΜΑΣ ΗΛΕΙΑΣ Αθήνα 1997, σελ 26-27 
  6. Άγγελος Λιβαθηνός, blog: alivathinos/kardamas.
  7.  Γεωργίου Παπανδρέου, Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων. Αμαλιάδα 2010. Σελ. 361 και 363.

Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Γεφύρι Τριποτάμων ή Ιμπραήμ.

    Το γεφύρι εικάζεται ότι χτίστηκε γύρω στα 1826 κατά την περίοδο της εκστρατείας του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, απ' όπου προέρχεται και μία από τις ονομασίες του.        Γεφυρώνει το δυτικό και κεντρικότερο βραχίονα του Ερύμανθου (Νουσαίτικο ποτάμι) και απέχει 13 χιλιόμετρα από τις πηγές του ποταμού σε υψόμετρο 520μ. 
   Εξυπηρετούσε την Ορεινή (Μοστενίτσα), τη Δίβρη (Λαμπεία) και όλα τα διπλανά της περιοχής Αροανίας χωριά μεταξύ τους και μέσω της διπλανής “Λιβαρτζινής γέφυρας” διευκόλυνε τις μετακινήσεις και τις επαφές με τα χωριά της Γορτυνίας και της Ηλείας. 
 
Γεφύρι Τριποτάμων ή Ιμπραήμ. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)            
 
 Για το γεφύρι στα Τριπόταμα ο Γεώργιος Παπανδρέου μας λέει ότι "Κοντά στη συμβολή του προς τους άλλους δύο (του Αροάνιου και του Σειραίου) πριν από χρόνια φτιάχτηκε μια απόκρημνη και ακανόνιστη γέφυρα, στο δρόμο από Τρίπολη προς Πύργο, που είναι πάρα πολύ χρήσιμη στους ντόπιους και στους οδοιπόρους". (1)
  Ήταν σε χρήση μέχρι το 1930, όταν χτίστηκε καινούργια τσιμεντένια γέφυρα. 
Έχει επισκευαστεί και αρμολογηθεί από το Δήμο Αροανίας το 2005-2006.
   Σήμερα αναφέρεται ευρέως ως “Γεφύρι Τριποτάμων”. Είναι μονότοξο με δύο κλειστά παράθυρα δεξιά και αριστερά της καμάρας, με διπλή σειρά θολίτες, ανηφορική καμπυλωτή-καλντεριμωτή επιφάνεια διάβασης και στηθαία.
   Σαν δωρητές αναφέρονται οι αδελφοί Παπασημακόπουλοι από το κοντινό χωριό Ορεινή (Μοστενίτσα).
Το τόξο. (Φωτο ΑΓΠ)

Οι διαστάσεις του είναι:
Άνοιγμα καμάρας: 12μ
Ύψος: 6.50μ
Πλάτος: 3,40μ
Μήκος: 19,60μ
Πλάτος καμαρολιθιού:0,80μ
Ύψος στηθαίου: 0,70
    Η αρχαία Ψωφίδα, Τριπόταμα σήμερα (Χόζοβα μέχρι το 1929), λόγω της ένωσης στην περιοχή των τριών ποταμών Νουσαίτικου, Αροάνιου και Σειραίου, ανέπτυξε σπουδαίο πολιτισμό για πολλούς αιώνες από την Πελασγική εποχή μέχρι την καταστροφή της από τους Γότθους του Αλάριχου, που έφτασε εδώ καταδιωκόμενος από τούς Βυζαντινούς του αυτοκράτορα Θεοδοσίου.
Συνδέεται με το μύθο του 12ου άθλου του Ηρακλή, του Ερυμάνθιου κάπρου.
 
Η ανηφορική-καλντεριμωτή βάση. (Φωτο: ΑΓΠ)

    Οι κάτοικοι της περιοχής τους αρέσει να λένε ότι "ο τόπος τους βρίσκεται εκεί που χαμηλώνει ο Χελμός και ο Ερύμανθος" και ότι στη γη τους, σύμφωνα με το μαντείο των Δελφών, έζησε "ο ευτυχέστερος των ανθρώπων, ο εκ ψωφίδας Αγλαός", πράγμα που αμφισβητεί ο Παυσανίας. Ο περιηγητής Πουκεβίλ κατά την επίσκεψή του στην περιοχή βρήκε τα ερείπια της Ερυκίνης Αφροδίτης με περιστύλιο 14 κιόνων από λευκό μάρμαρο.
Τα Τριπόταμα ήταν τέως έδρα του δήμου Αροανίας μέχρι το 2010.
 Ο Γυμνασιάρχης Γεώργιος Παπανδρέου, από το Σκούπι (Πάος) Καλαβρύτων που τελείωσε το σχολαρχείο Πύργου και μετά τις σπουδές του στη φιλοσοφική Αθηνών διορίστηκε και δίδαξε στον Πύργο, μας λέει την δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα για την περιοχή: "οι από των χωρίων Γερμανοτσανίου, Πορετσού και Νουσάς χείμαρροι πηγάζοντες από των εκεί νοτίων κλιτύων του Ερυμάνθου όρους και ενούμενοι παρά το Πορετσόν σχηματίζουσι τον βραχίονα Ερύμανθον (νυν Νουσαίτικο ποτάμι), όστις κατά την θέσιν Τριπόταμα (την αρχαίαν Ψωφίδα) ενούται με άλλους δύο χειμάρρους κατερχομένους εκ της των Καλαβρύτων επαρχίας, δηλ. τους Αροάνιον (Λειβαρτζινό ποτάμι) και Σειραίον (Βερτσιώτικο ποτάμι), εξ ου και η θέσις καλείται Τριπόταμα, και ούτως οι τρεις χείμαρροι ενούμενοι σχηματίζουσι περαιτέρω τον πολύν Ερύμανθον (Δοάναν) τον γνωστόν πλέον παραπόταμον του Αλφειού, ο βραχίων Ερύμανθος (το Νουσαίτικο) έχει διεύθυνσιν μάλλον από Β. προς Ν., έχει γέφυραν καμπυλωτήν (πρόκειται για το μονότοξο και ανακαινισμένο σημερινό γεφύρι των Τριποτάμων ή γεφύρι του Ιμπραήμ) ολίγον προ της συμβολής αυτού προς τους άλλους δύο βραχίονας και οροθετεί την Ηλείαν προς την των Καλαβρύτων επαρχίαν". (2)
  Υπάρχει μια μαρτυρία για την ύπαρξη αρχαίας γέφυρας λίγο πιο πάνω από την σημερινή, που φαίνεται ότι είναι λογικό να υπάρχει στην περιοχή, που συνέδεε την σημαντική πόλη της Ψωφίδας με την Λάμπεια, τη Λασσιώνα και άλλες περιοχές της Ηλείας και που αναφέρει ότι "εν τω Ερυμάνθω χειμάρρω (τω Νουσαϊτικώ ποταμώ) ολίγον ανωτέρω (περί τα 20 μέτρα) της σημερινής καμπύλης γέφυρας κείνται καταφανέστατα τα ίχνη της αρχαίας γεφύρας. Και επί μεν της αριστερής όχθης ο αρχαίος πους αυτής είναι ολόκληρον τείχος εξ ογκολίθων ισοδομικώς εκτισμένων πάχους 4 μέτρων και ύψους σωζομένου υπέρ το μέτρον. Τούτο, εφ' όσον γινώσκω, ουδείς των γραψάντων περί Ψωφίδος παρετήρησεν, εφιστώ δε την προσοχήν των αρμοδίων προς περιφρούρησιν και διαφύλαξιν του σπουδαίου τούτου σημείου, διότι ίσως ουδαμού αλλαχού υπάρχει ούτω σαφέστατον μνημείον γεφύρας εκ της κλασικωτάτης αρχαιότητας. Αλλά και επί της απέναντι δεξιάς όχθης του ποταμού επάνω του φυσικού βράχου σώζονται ακόμη κατά χώραν λίθοι και του ετέρου ποδός της αρχαίας γεφύρας, εξ ου φαίνεται ότι ο μεν εκ δεξιών πους αυτής εστηρίζετο επί του νυν υπάρχοντος ασαλεύτου βράχου, ο δ΄ εξ αριστερών επί του πετρώδους εδάφους". (3)
 
 Η επιφάνεια διάβασης. Φώτο: ΑΓΠ)
  Απόδειξη ότι δεν υπήρχε κατά τα προεπαναστατικά χρόνια είναι και η παρακάτω μαρτυρία:
"Ούτος λοιπόν (ο περιηγητής Pouqueville) κατά τον Ιούνιον του 1815 διελθών την Ηλείαν βαδίζων από Δίβρης δια της Βρύσις της Κοπέλας και του Αλογοπατήματος και της γεφύρας του Μοστενιτσιάνικου χειμάρρου (κάτωθεν της Μοστενίτσης και νυν υπάρχοντος) διήλθε το ποτάμι της Νουσάς (το νυν Νουσαίτικο, τον Ερύμανθον) εν Τριποτάμοις (δεν σαφηνίζει αν διήλθεν αυτό δια της νυν επ΄αυτού γεφύρας, ήτις ίσως δεν υπήρχε τότε), είτα διήλθε τον χείμαρον του Λειβαρζίου (το νυν Λειβαρζινό ποτάμι, τον Αροάνιον) και ακολουθήσας έπειτα την δεξιάν όχθην του Σκούπι-Δεχούνι χειμάρρου (του νυν Βερτσιωτικού ποταμίου, του Σειραίου, ως εκάλεσα αυτό) παρά και την νυν εκεί οδόν έφθασεν εις το μαγαζείον των Τριποτάμων (τούτο λητο πιθανώς εν χάνι εκεί, όπου είναι νυν ο μύλος των Τριποτάμων επί της δεξιάς όχθης του Βερτσιωτικού)".(4)
   Ο Ερύμανθος (Δοάνα ή Ντοάνα) εμπλουτισμένος με τα νερά του Σειραίου ή Βερτσώτικο ποτάμι, του Αροανίου ή Λειβαρτζινού ποταμιού και του κεντρικού Ερύμανθου ή Νουσαίτικου παίρνει πρώτα πορεία δυτική και κατόπιν από κάποια χιλιόμετρα Νότια και χύνεται στον Αλφειό, κοντά στο χωριό Άσπρα Σπίτια. Ύστερα η  πορεία του γίνεται  δυτική και χύνεται στο Ιόνιο κοντά στο χωριό Επιτάλιο (Αγουλινίτσα). Όλοι οι βραχίονες του Ερύμανθου είναι ορμητικοί και κάποιες φορές καταστροφικοί για τα χωράφια των ντόπιων (κυρίως τις παλιότερες εποχές) ενώ ο Σειραίος και ο Νουσαίτικος έχουν νερά όλο το χρόνο.

Παρατηρίσεις-Βιβλιογραφία
(1). Γεωργίου Παπανδρέου, Δ.Φ. ΑΖΑΝΙΑΣ. Εν Πύργω εκ του τυπογραφείου της εφημ, ΗΛΕΙΑΣ. 1886. Σελ.18.
(2). Γεωργίου Παπανδρέου, Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. Η Ηλεία στο διάβα των αιώνων. Αμαλιάδα 2010. Σελ. 30.
(3).  Γεωργίου Παπανδρέου, Δ.Φ.  Γυμνασιάρχου. Ιστορία των Καλαβρύτων 1928. Β΄έκδοση από την Κοινωφελή Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Και Κοινωνικής Ανάπτυξης Και Ποιότητας Ζωής Δήμου Καλαβρύτων (ΔΕΠΑΠΟΖ), Σελ.81. Καλάβρυτα 2011.
(4).       Γεωργίου Παπανδρέου. Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. 1928. Ιστορία των Καλαβρύτων, Β΄έκδοση από την Κοινωφελή Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Και Κοινωνικής Ανάπτυξης Και Ποιότητας Ζωής Δήμου Καλαβρύτων (ΔΕΠΑΠΟΖ). Καλάβρυτα 2011, σελ.186.

 Περισσότερα για το γεφύρι των Τριποτάμων στο video: