Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Γεφύρι Δουκίσσης Πλακεντίας

     Ένα άγνωστο σε πολλούς γεφύρι στο κέντρο της Αθήνας.
   Ανεβαίνοντας από τη λεωφόρο Πεντέλης και κάνοντας αριστερά επί της οδού Δουκίσσης Πλακεντίας, στα όρια Μελισσίων και Βριλησσίων, συναντάμε το γεφύρι της Δουκίσσης Πλακεντίας.
   Είναι πεντάτοξο και χτισμένο επί του ρέματος Χαλανδρίου, που έρχεται από την Πεντέλη, διασχίζει την περιοχή των Βριλησσίων και διέρχεται μέσα από το Χαλάνδρι. Έχει πεντακάθαρο νερό μέχρι τον Ιούνιο, χύνεται στον Κηφισό  και αποτελεί όαση και σημείο συγκέντρωσης για πολλά είδη πτηνών και εντόμων.
Το γεφύρι από ανάντη. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Η περιοχή  λέγεται από τους ντόπιους «Πέντε Καμάρες» και το γεφύρι αποτελεί προέκταση της οδού Δουκίσσης Πλακεντίας.
   Χτίστηκε το 1836 από τους μηχανικούς Αλέξανδρο Γεωργαντά και Χανς Κρίστιαν Χάνσεν, σε θέση όπου κατά την αρχαιότητα υπήρχε γέφυρα, που πάνω της περνούσε η οδός Λιθαγωγίας. Πρόκειται για τον δρόμο, μέσω του οποίου οι Αθηναίοι κουβαλούσαν τα μάρμαρα από την Πεντέλη για την κατασκευή των αθάνατων έργων της Ακρόπολης. 
Ο τρόπος μεταφοράς των μαρμάρων, μέσω της λιθαγωνίας οδού, απεικονίστηκε θαυμάσια από τον καθηγητή Α.Κ. Τραυλό στα παρακάτω σχήματα: (1)
 
Μεταφορά των κομματιών του μαρμάρου σε ομαλό έδαφος με την τοποθέτησή του πάνω σε δύο ζεύγη τροχών.


 
 
 
Μεταφορά  σε ομαλό έδαφος με τη χρήση δύο ζευγών τροχών, που πάνω τους κρεμούσαν τα μάρμαρα.
 
 
 
 
 
 
 
Μεταφορά σε κατηφορικό έδαφος με τη χρήση σκάρας, που πάνω της τοποθετούσαν τα μάρμαρα και η οποία δενότανε με σκοινιά από πασσάλους.
 
Πριν 3-4 χρόνια, όταν γινόντουσαν εργασίες για τη μεταφορά του υγραερίου στην περιοχή, δίπλα στο γεφύρι βρέθηκαν οι γλίστρες για την μεταφορά των μαρμάρων.
Η βάση του με το στηθαίο. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Χτίστηκε με το περίφημο Πεντελικό μάρμαρο και με έξοδα  της Δούκισσας της Πλακεντίας, κατά κόσμο Σοφία Λεμπρέν (Sophie de Marbois-Lebran), για να μπορεί να πηγαίνει στην Πεντέλη και να παρακολουθεί το χτίσιμο του μεγάρου της (Πύργος της Πλακεντίας) από τον μηχανικό Σταμάτη Κλεάνθη.
   Η Δούκισσα της Πλακεντίας ήταν φιλελληνίδα Αμερικανίδα, κόρη Γάλλου διπλωμάτη  και σύζυγος του Δούκα της Πλακεντίας (Πιατσέντσα, πόλης της Β. Ιταλίας) Καρόλου Λεμπρέν, υπασπιστή του Ναπολέοντα. Ενίσχυσε οικονομικά και κοινωνικά τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων καθώς επίσης και το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος. Πέθανε το 1854, σε ηλικία 69 χρόνων αφήνοντας σημαντικά κειμήλια στο Ελληνικό δημόσιο.
   Το γεφύρι έχει πέντε καμάρες, εκ των οποίων οι δύο αριστερές και η δεξιά τελευταία από ανάντη είναι επιχωματωμένες. Οι πρόβολοι είναι χτισμένοι με κυκλικά σμιλευμένη πέτρα, τα τόξα ακουμπούν ψηλά στα βάθρα ενώ αυτά μεγαλώνουν δεξιά και αριστερά όσο πάμε προς τη βάση τους.
Λεπτομέρεια τόξου και βάθρων. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Είχε μαρμάρινα στηθαία, τα οποία φαίνεται ότι αφαιρέθηκαν σε άγνωστο χρόνο και για άγνωστο λόγο και προστέθηκαν αργότερα καινούργια πέτρινα.
   Διαβάζουμε μια άποψη του 1923 για την γέφυρα : «… και είναι όντως απροόπτως θελκτική η συνάντησης εντός δασωδών εις φυσικήν κατάστασιν εκτάσεων αφελούς και απλής, αλλά πάντοτε ποιητικής γεφύρας. Ό,τι όμως εκπλήσσει είναι η μεγαλειώδης και αιωνόβιος πολύτοξος γέφυρα, η προορισμένη δια την από του ορυχείου του όρους μεταφοράν μαρμάρων εις Αθήνας…» (2)
   Χρησιμοποιείται από ελαφρά οχήματα και διαθέτει επιπλέον στο κατάστρωμά της οπές, στο ύψος των βάθρων, για τη διοχέτευση του βρόχινου νερού.
   Οι διαστάσεις του είναι:
Μήκος:   35 μέτρα
Άνοιγμα τόξων:  5,50 μέτρα
Ύψος τόξων (από ανάντη και αριστερά): Α’  1, 30 μέτρα
                                                                           Β’   4,50  μέτρα
                                                                           Γ’   7,60  μέτρα
                                                                           Δ’  8,90  μέτρα
                                                                           Ε’  3,20  μέτρα
Ύψος στηθαίου:  0,45 μέτρα
Πλάτος:  3,30  μέτρα.
Πεζοί...και οχήματα. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Πρόκειται για μια όμορφη και πρωτότυπη γέφυρα στο κέντρο της Αθήνας, άγνωστη στο ευρύ κοινό, άξια όμως της επίσκεψης και της προσοχής μας.

       Σημειώσεις-βιβλιογραφία:
(1). Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Αρχαϊκός Ελληνισμός, τόμος Β΄. Σελ.408,409.
(2). Δ. Καμπούρογλου. Μελέται και Έρευναι τόμος 1. Σελ. 289-290, Αθήνα 1927.

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Το Πουρνογιόφυρο στον Ερύμανθο

   Βρίσκεται επί του Ερύμανθου και απέχει πέντε χιλιόμετρα από την Αχλαδινή (Ντάρτιζα ή Δάρδιζα μέχρι το 1928) του δήμου Αρχαίας Ολυμπίας. Λέγεται και ¨Πρινογιόφυρο¨ ή ¨Γέφυρα του Ερύμανθου¨, είναι τρίτοξο και βρίσκεται σε υψόμετρο 300 μέτρων.
   Εξυπηρετούσε τα κοντινά χωριά Ηλείας και Αρκαδίας και κυρίως τα χωριά Λυκοχώρι (ακατοίκητο τώρα) και Μοναστηράκι. Χτίστηκε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας από Έλληνες τεχνίτες και είναι κατασκευασμένο από ντόπιο πωρόλιθο, ενώ τα τσιμέντα στη βάση και τα στηθαία έγιναν για τη συντήρησή του (;) πολύ αργότερα. Λέγεται και επιπλέον ¨Πουρναρογέφυρο¨, ενώ εικάζεται ότι χτίστηκε από τον Βοεβόδα του Πύργου (ή κατ' άλλους του Λάλα) Σείντ Αγά , γιου της Πυργιωτοπούλας Ζωής Πολέμη. (1)
Το Πουρνογιόφυρο στον Ερύμανθο. (Φωτο: ΑΓΠ)
  Κατά μαρτυρίες, κυρίως των ντόπιων, χτίστηκε το 1750 και το βάθος του νερού στη μεγάλη καμάρα και υπό ομαλές συνθήκες ροής, που έχει λαξεύσει το βράχο στο διάβα του χρόνου, είναι τρία μέτρα. Οι άλλες δύο καμάρες ¨χρησιμοποιούνται¨ως βοηθητικές κατά τη διάρκεια των ¨κατεβασμάτων¨του ποταμού.
   Το 1912 δύο από τα τρία τόξα καταστράφηκαν από ένα δυνατό ¨κατέβασμα¨ του Ερύμανθου και ξαναχτίστηκαν. Κατά τους Π. Σαραντάκη - Ν. Πετρούλια (2) "...τόφτειαξαν Λαλαίοι Τούρκοι για να περνάνε το ποτάμι (Ερύμανθο) και να ρημάζουν τον τόπο μας".
Πουρνογιόφυρο. (Φωτο: ΑΓΠ)
Είναι σε πολύ καλή κατάσταση αλλά χρειάζεται παρεμβάσεις από ειδικούς, διότι έχει αλλοιωθεί η αρχική του μορφή του από διάφορες επεμβάσεις, κυρίως στα στηθαία με τσιμέντα, για την αποκατάστασή του.
Δίπλα στο γεφύρι για την εξυπηρέτηση των περιηγητών και των ντόπιων στα ταξίδια και τις επαφές τους, υπήρχε ένα χάνι που ανήκε στον κουμπάρο του Καλυβάκη.
  Οι παρακάτω ιστορικές μαρτυρίες είναι ενδεικτικές για το ρόλο και τη σημασία του Πουρνογιόφυρου κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων αλλά και της κοινωνικής ζωής των ντόπιων.
* Κατά την καταδίωξη του Θ. Κολοκοτρώνη από τον Βελή (γιου του Αλή πασά της Ηπείρου)το 1808 αναφέρεται "...κι έφυγε με τους δεκατρείς ανθρώπους του - τρεις είχαν φονευθεί - και ομήρους. Σούκου μνήμα - Πουρνογιόφυρο - Βοντίτσα - Λάλα, όπου διανυκτέρευσαν, και εκείθεν εις Πύργον. Από το Πυργί (ΒΔ του Πύργου, στην περιοχή του χωριού Αγίου Ηλία σήμερα, του δήμου Πύργου) μπάρκαρε στο Τζάντε (Ζάκυνθος) λίγη ώρα πριν φτάσουν οι διώκτες του Αλβανοί." (3). Συγκεκριμένα, ο Θεόδ. Κολοκοτρώνης αναφέρει στη ¨Διήγησιν συμβάντων της Ελληνικής φυλής¨ στον Γεώργιο Τερτσέτη, μας λέει ότι "...επήγα εις το Πυργί και εμβαρκαρισθήκαμε, και απόλυσα τα ενέχυρα, και έστειλα γράμμα του Αλή Φαρμάκη (αδελφοποιτού του Κολοκοτρώνη), ότι εμβαρκαρίσθηκα υγιής. Το Πυργί από τον Πύργο είναι δύο ώρας και έως Γαστούνη έξη. Μόλις είχαμεν μακρυνθή δύο μίλια, και τα τούρκικα στρατεύματα από τη Γαστούνη είχαν έλθει να πιάσουν το Πυργί, αλλ' ήμεθα μακρυσμένοι. Αφού επήγε είδησις του Αλή Φαρμάκη ότι εμβαρκαρίσθηκα, εβγήκε και αυτός και επήγε εις την Τριπολιτσά και επροσκύνησε τον Βελήπασα."
Η μεγάλη καμάρα. (Φώτο: ΑΓΠ)

"Το 1809 ικανή δύναμη Λαλαίων, σε δυο τμήματα, ακολουθούσα το δρομολόγιο Βοντίτσα - Πουρνογιόφυρο - Βιδιάκι - Πέτα, επεχείρησε να χτυπήσει αιφνιαδιαστικά την ανυπότακτη Δίβρη." (5)
*   "...ο ονομαστός Σείνταγας επιστρέφων εκ Τριπόλεως εις Λάλα, ήλθε στα Τριπόταμα, που ήσαν ιδιοκτησία του. Από κει όμως φοβηθείς να διέλθει από τη Δίβρη, επέστρεψε στο Λάλα από Πέτα - Βυδιάκι - Κάπελη - Πουρνογιόφυρο." (6)
*  "Μόλις ακούστηκε το επαναστατικό τουφέκι ο Αγάς του χωριού μόλις πήρε το χαμπέρι, τα μαζεύει αλαφισμένος, φορτώνει ό,τι μπορεί και με την οικογένειά του πρωί μπονώρα, σιάζει τον κατήφορο του Κουρκουτάρι, τα Πωριά, για Πουρνογιόφυρο, Βοντίτσα, Λάλα." (7)
* Από τις ιστορίες που διηγήθηκαν το 1970 οι Π. και Α. Καψαλιάρης, στον Κ.Ι. Κηπουρό: 
"...οι Καψαλιαραίοι, ο Κοσμάς ο Γιοβάνης σημαιοφόρος, τριάντα εν όλω Βιδιακίτες. Ήρθανε και οι Σουλιμιωταίοι (από Παραλογγούς), οι Βελημαχίτες, οι Μοναστηραίοι, επήρανε και τους Λυκοχωρίσιους κι από το Πουρνογιόφυρο απάνου, εβγήκαν στο Πούσι...Από του Σειντάγα εβγήκαν απάνου...Ούλοι - ούλοι τρακόσιοι νομάτοι...Από του Σειντάγα εβγήκαν απάνου...Όχι, από το Πουρνογιόφυρο, τη ρεματιά εβγήκαν όλοι οι Γορτύνιοι απάνου στα Κεφάλια...Εκεί βγήκαν απάνου (Πουρνογιόφυρο) κι ώσπου ν' ανάψουν τα γκζιώτια (τα καψούλια) και τα στουρνάρια θαν' τους κι'ωναν οι Τούρκοι..." (8)
"Ο πατέρας μου Κωνσταντίνος Νικολετόπουλος (Κώτσος) διατηρούσε κατάστημα στη Βάχλια, από το 1910, το οποίο διατηρώ και εγώ σήμερα. Τα παλιά χρόνια πηγαίναμε στον Πύργο για να προμηθευτούμε τα απαραίτητα για το μαγαζί. Πιο κοντινό μέρος δεν υπήρχε...Κινάγαμε πρωί - πρωί, δεκαοχτώ ώρες δρόμο, και φτάναμε τις περισσότερες φορές μονομερινά στον Πύργο. Περνάγαμε από τη Δίβριτσα (Δήμητρα), Κοντοβάζαινα, Βαχλαίϊκο πέρασμα, Μοναστηράκι, φτάναμε στο Πελέκι, στο Πουρνογιόφυρο, όπου υπήρχε ένα χάνι, που το είχε ο κουμπάρος του Καλυβάκη. Μετά πηγαίναμε στην Βοντίτσα και φτάναμε πάνω στην Κουτσιουρούμπα, όπου ήταν άλλο χάνι. Από κει πέφταμε στο λαλέϊκο κάμπο. Εκεί περνούσαν αυτοκίνητα, κάτι παλιοσακαράκες, αλλά εμείς πηγαίναμε με τα ζώα. Μετά του Λάλα φτάναμε στου Μάγερα, όπου διανυκτερεύαμε καμιά φορά. Μετά στην Καρούτα και από εκεί στον Πύργο. Ψωνίζαμε διάφορα πράγματα, όπως αλάτι, πετρέλαιο, βακαλάο, ζάχαρι, ρύζι, καφέ, κλπ και κινάγαμε να γυρίσουμε πίσω, συνήθως απόγευμα, δύο - τρεις ώρες μέρα, διανυκτερεύαμε στου Μάγερα και γυρίζαμε από τον ίδιο δρόμο. Τα πράγματα αυτά του φέρναμε ήταν είδη πολυτελείας για το χωριό, αφού το καλλίτερο σπίτι δεν είχε πάνω από 50 δράμια ζάχαρι ή καφέ. Φέρναμε και κάνα πορτοκάλι, για ¨φάρμακο¨ μπορώ να πω. Τη φλούδα τη χρησιμοποιούσαμε για τα λουκάνικα. Τα μικρά παιδιά εκείνα τα χρόνια σε σταυρώνανε να τα φιλέψεις ένα κομμάτι φλούδα πορτοκαλιού, έτσι για να τη γλωσσιάσουνε έστω. Ακόμα και από τα χειμωνικά, όπως λέγανε τα καρπούζια, δεν έμενε ούτε φλούδα, την τρώγαμε κι αυτήν." (9)
Το βάραθρο. (Φώτο: ΑΓΠ)

Πέραν των παραπάνω, πρέπει να μνημονεύσουμε και μια αναφορά του Γεωργίου Παπανδρέου, που λέει ότι "Προχωρεί προς τα νότια (ο Ερύμανθος) με μεγάλη ορμή και γίνεται αδιάβατος κατά το μεγαλύτερο μέρος του. Μόνο δύο γέφυρες επιτρέπουν τη διάβασή του μέχρι το σημείο που εκβάλλει στον Αλφειό. Η μια τώρα χτίζεται κάτω από το χωριό Παραλογγοί (πρόκειται για το παραλογγίτικο γεφύρι), που χτίστηκε το 1877) και η άλλη, προς το Πρινογέφυρο (το Πουρνογιόφυρο), που έχει φτιαχτεί στα χρόνια της Οθωμανικής δυναστείας, ανατολικά της ιστορικής από την επανάσταση θέσης ¨Πούσι του Λάλα¨." (10)

Βιβλιογραφία-σημειώσεις
1.  Κ.Π. Δάρμος. Οι αρχαίοι ποταμοί της Πελοποννήσου, σελ. 116 εκδόσεις Ανοιχτή Πόλη, Αθήνα 2007.
2.  "Αρκαδία. Τόποι και δρόμοι του νερου".Π. Σαραντάκης-Ν. Πετρούλια.
3.  "Βιδιάκι Γορτυνίας - η γενέτειρά μου". Κ.Ι. Κηπουρός. Αθήνα 1988 σελ. 64.
4.  Ομοίως, σελ. 55.
5.  Ομοίως, σελ. 55.
6. Γ. Χρυσανθακόπουλος. Η Ηλεία επί τουρκοκρατίας, σελ. 135.
7. "Βιδιάκι Γορτυνίας - η γενέτειρά μου". Κ.Ι. Κηπουρός. Αθήνα 1988 σελ. 64.
8.   Ομοίως, σελ. 154-155.
9.   "Η Βάχλια". Τριμηνιαία έκδοση της Ένωσης Βαχλιαίων. Τεύχος 6 Οκτώβριος 1991 σελ. 31. Μαρτυρία Γεωργίου Κ. Νικολετόπουλου στον Α.Β. Παπαπετρόπουλο.
10.  Γεωργίου Παπανδρέου. Δ.Φ. ΑΖΑΝΙΑΣ, Εν Πύργω εκ του τυπογραφίου της εφημ. ΗΛΕΙΑΣ. 1886 Σελ. 63.

 Δείτε το παρακάτω video για το Πουρνογιόφυρο


Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Τα γεφύρια του Φούσκαρη στη Γορτυνία

  Το Λαγκαδινό ποτάμι, που σχηματίζεται από τα πρώτα ρέματα των λαγκαδινών βουνών, γίνεται πραγματικό ποτάμι κοντά στον οικισμό του Αγίου Νικολάου. Συνεχίζοντας την πορεία του νοτιοδυτικά περνάει από ένα άγριο και επιβλητικό φαράγγι, στα βράχια του οποίου υπάρχουν ακόμα οι χτισμένες σπηλιές με τις πολεμικές τρύπες και στις οποίες κατέφευγαν οι ντόπιοι για να αποφύγουν τις επιδρομές των Τούρκων. Περνάει κάτω από το παλιό πετρόχτιστο γεφύρι του Αγιάννη, κοντά στο Λευκοχώρι (Ρεκούνι) και δεχόμενος και άλλα ρυάκια συνεχίζει την πορεία του προκειμένου να συναντηθεί με το Λάδωνα στη θέση “Μπέχρου” ή “Τσούκα”, στην περιοχή της Ηραίας.
Πρώτο γεφύρι Φούσκαρη. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
  Οι Ρεκουνιώτες το ονομάζουν “Κουτσομύλι” και οι καμπίσιοι σκέτο “ποτάμι”. Σήμερα λέγεται Τροχός ή Τουθόας, από τον ομώνυμο Αρκάδα βασιλιά, που σύμφωνα με την παράδοση βασίλεψε στην περιοχή κατά την αρχαιότητα.
  Όπως κατεβαίνει, στα δεξιά του, συναντά το χωριό Τουθόα ή Φούσκαρη (Τσιπόλιος ή Τσιπόλη), σε υψόμετρο 650 μέτρων, κοντά στο Λευκοχώρι, χτισμένο σε μια απότομη και καταπράσινη βουνοπλαγιά.
  Η πρώτη θέση του χωριού, κατά μαρτυρίες των γεροντότερων,  ήταν πιο πάνω και κάτω από τον εθνικό δρόμο Ολυμπίας-Τρίπολης όπου υπάρχουν περίπου είκοσι ερείπια παλιών κτισμάτων από ξερολιθιά και πιο πέρα ίχνη του παλιού κοιμητηρίου του χωριού. Οι μαρτυρίες των ντόπιων λένε ότι το παλιό χωριό κάηκε επί τουρκοκρατίας, όπως μαρτυρούν οι καμένοι κορμοί και σπόροι που βρέθηκαν στα ερείπια πριν από εκατό και πλέον χρόνια ενώ οι εναπομείναντες κάτοικοι  μετέφεραν το χωριό λίγο πιο κάτω προς το ποτάμι, τον Τουθόα. (1)
  Στην περιοχή αυτή, που ήταν όλη Δεληγιαναίϊκα χωράφια,  είναι χτισμένα τρία πέτρινα γεφύρια, που ονομάζονται γεφύρια του Φούσκαρη από το ομώνυμο χωριό. Βρίσκονται σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και γεφύρωναν τον Τουθόα για να καλύψουν τις ανάγκες των ντόπιων από Λευκοχώρι και Λαγκάδια μέχρι τα χωριά της Ηραίας.
Πρώτο γεφύρι Φούσκαρη. (Φώτο: ΑΓΠ)
Το πρώτο γεφύρι, στο "Μύλο Δεληγιάννη", βρίσκεται σε απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων από το Λευκοχώρι προς Ολυμπία, ακολουθώντας τη διασταύρωση του δρόμου αριστερά και κατεβαίνοντας προς τον μισοεγκαταλειμμένο σήμερα οικισμό Φούσκαρη.
Βρίσκεται λίγα μέτρα πιο κάτω από τον οικισμό, επί του Τουθόα, είναι μονότοξο, με στηθαία που κατά το μεγαλύτερο ποσοστό έχουν εξαφανιστεί, και πολύ γραφικό. Δίπλα του υπάρχει νερόμυλος και νεροτριβή.
  Σύμφωνα με την παράδοση χτίστηκε επί τουρκοκρατίας από λαγκαδινούς μαστόρους ή κατά άλλη μαρτυρία στα τέλη του 19ου αιώνα, επί εποχής Δεληγιάννη. Έχει καλυφθεί από δέντρα και φυτά επικίνδυνα για την στατικότητά του, ενώ ακριβώς δίπλα του έχει χτιστεί καινούργιο τσιμεντένιο γεφύρι.
  Το δεύτερο, "της Ροδιάς" είναι χτισμένο τριάντα μέτρα πριν τον Τουθόα, επί του ρέματος που έρχεται από τον οικισμό Φούσκαρη και λέγεται “Λιακόρεμα” ή ρέμα “Κουτσομυλίου” ή “Κουτσομελίου”, πολύ κοντά στον οικισμό.
Δεύτερο γεφύρι Φούσκαρη. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
  Απέχει πενήντα περίπου μέτρα από το πρώτο γεφύρι και αποτελούνταν από δύο ημικυκλικά τόξα, με στηθαία και ανηφορική βάση. Χτίστηκε, όπως λέγεται, στα τέλη του 19ου αιώνα επί πρωθυπουργίας Θ. Δεληγιάννη από λαγκαδινούς μαστόρους. Σήμερα σώζεται η δεξιά καμάρα, από κατάντη. Η αριστερή δεν υπάρχει, είναι γκρεμισμένη πιθανώς από κάποιο δυνατό κατέβασμα του ρέματος και έχει αντικατασταθεί από τσιμεντένια, με επίπεδη βάση, εντελώς ακαλαίσθητα, η οποία στηρίζεται στο αριστερό και το μεσόβαθρο της παλιάς γέφυρας.
Δεύτερο γεφύρι Φούσκαρη. (Φώτο: ΑΓΠ)
  Με τσιμέντο επίσης έχει καλυφθεί και όλη η βάση της επιφάνειας του γεφυριού. Η τέτοιου είδους παρέμβαση δείχνει τις “τεράστιες δυνατότητες” του σημερινού ανθρώπου να καταστρέψει ό,τι οι παλιοί κατασκεύαζαν με μεράκι, στην περίπτωση βεβαίως που η όποια τέτοια πρωτοβουλία αντιπαρέρχεται τους ειδικούς. Όπως μας είπε ο 95ντάχρονος Νικήτας Χουντής, ο Μπάρμπα-Νικήτας, παλιός μάστορας από του Φούσκαρη "Η προσθήκη έγινε λίγο πριν το '40. Ήτανε κενό και περνάγανε τα ζώα από κάτω και μετά την ρίξανε την πλάκα. Εκεί δούλευε σαν μαστορόπουλο ο Φώτης ο Ντάβος από το Ρεκούνι".
  Το τρίτο γεφύρι είναι μονότοξο, λέγεται γεφύρι στο “Κουτσομύλι” από την ονομασία της περιοχής και βρίσκεται και αυτό κοντά στον οικισμό Φούσκαρη. Λέγεται επίσης και γεφύρι της "Κατωλιάς" ή γεφύρι "Σπηλιαρά".
Τρίτο γεφύρι Φούσκαρη ή γεφύρι στο "Κουτσομύλι". (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
  Είναι μικρό αλλά εντυπωσιακό, με καλντεριμωτή ανηφορική βάση, στηθαία που κατά το μεγαλύτερο ποσοστό και σ΄αυτό το γεφύρι έχουν εξαφανιστεί. Κατά μαρτυρίες των γεροντότερων ντόπιων, χτίστηκε επί ενετοκρατίας από λαγκαδινούς μαστόρους, που όπως έλεγε ο Φωτάκος “δύο τέχνας γνωρίζουν: είναι κτίσται και μυλωνάδες”. 
Τρίτο γεφύρι Φούσκαρη. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

 Βρίσκεται λίγο ψηλότερα στη χαράδρα, επί του Τουθόα, σε απόσταση πεντακοσίων περίπου μέτρων από τα άλλα δύο. Τα νερά του ποταμού, που επί χρόνια στριμώχνονταν, έχουν διαβρώσει το βράχο δημιουργώντας έτσι ένα στενό και βαθύ βάραθρο, με πετρώδη πλαϊνά, ιδανικότατη θέση για το χτίσιμο του γεφυριού αφού οι βάσεις του πατούν σε γερό, πέτρινο έδαφος.

Σημειώσεις-βιβλιογραφία
1. Μαρτυρία στον γράφοντα του Γιάννη Χουντή, από του Φούσκαρη, γιου παλιού μάστορα, στις 02/05/2020
  
Δείτε το παρακάτω σχετικό video για τα τρία γεφύρια στο Φούσκαρη.


Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Το γεφύρι του Αζίζαγα στο Τρίκωμο Γρεβενών


...δυο φορές έπεσε η μεσαία καμάρα αμέσως μετά την αφαίρεση των καλουπιών. Όταν οι σκαλωσιές και τα καλούπια στήθηκαν για τρίτη φορά, ο Αζίζ Αγάς απείλησε τον πρωτομάστορα πως αν το γεφύρι πέσει για τρίτη φορά θα του πάρει...το κεφάλι”.

Την εποχή που αναφερόμαστε, εποχή κατασκευής των περισσότερων πέτρινων γεφυριών, (18ος, 19ος αιώνας) πρώτα γεφυρώνονταν οι ποταμοί – όπου αυτό ήταν δυνατό και μετά από πολύ ψάξιμο και επιλογή του πιο στέρεου και πιο στενού, αν ήταν δυνατό, μέρους – και μετά χαράσσονταν οι δρόμοι. Δηλαδή, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σήμερα, το τοπίο, αδάμαστο, καθόριζε τη ροή των πραγμάτων, προσδιορίζοντας επιπλέον και την μορφή τους. Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού ούτε τα μέσα και οι δυνατότητες υπήρχαν και ούτε και ο τόπος βόλευε.
Θα παρακολουθήσουμε τις περιπέτειες μιας σημαντικής για την εποχή οδικής αρτηρίας, εστιάζοντας την προσοχή μας σε συγκεκριμένο της σημείο. Πρόκειται για το γεφύρι του Αζίζαγα που, κατά διαστήματα, εξυπηρετούσε το δρόμο από Γιάννενα στα Γρεβενά.
Γεφύρι Αζίζ Αγά. ( Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Ο δρόμος, πολυσύχναστος, πρέπει να λειτούργησε από πολύ παλιά. Ήταν αναγκαίος, ιδίως την εποχή της τουρκοκρατίας, για να μεταβαίνουν οι άνθρωποι, προωθούνται τα προϊόντα, από τα Γιάννενα – μεγάλο τότε βιοτεχνικό κέντρο – στις αγορές της Βαλκανικής και στην ίδια την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Τον περιγράφουν με λεπτομέρειες, αρχές 19ου αιώνα, ο Άγγλος Ουίλιαμ Ληκ (W. Leake), και ο Γάλλος Φρανσουά Πουκεβίλ (Fr. Pouqueville), από τους σημαντικότερους παλιούς περιηγητές. (1) Αξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι ο Πουκεβίλ είναι στενά και σχεδόν απόλυτα συνδεδεμένος με την Ελλάδα μιας και πέρα από τα έργα “Ταξίδια στο Μοριά, στην Κων/λη, στην Αλβανία και σε άλλα πολλά μέρη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας”, “Tαξίδια στην Ελλάδα” και “ Ιστορία της αναγεννήσεως της Ελλάδας” ήταν και για 9 χρόνια – επί Ναπολέοντα – διπλωματικός αντιπρόσωπος της Γαλλίας στην αυλή του Αλή πασά και επίσης πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Αποτελεί, ως εκ τούτου και όπως γίνεται αντιληπτό, μια θαυμάσια, άμεση και ασφαλή πηγή για το αντικείμενό μας.
Γεφύρι Αζίζαγα. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Για να είναι βατός ο συγκεκριμένος δρόμος όλες τις εποχές του χρόνου, χρειάστηκε να κατασκευαστούν – και να συντηρούνται συχνά – αρκετά γεφύρια. Δύο όμως υπήρξαν τα σημαντικότερα υδάτινα εμπόδια, τα επικίνδυνα, κατά μήκος της διαδρομής: ο Άραχθος, κοντά στα Γιάννενα, κι ο Βενέτικος – πλούσιος παραπόταμος του Αλιάκμονα – λίγο πριν τα Γρεβενά.
Ο πρώτος γεφυρώθηκε, το 1762, με το λεγόμενο γεφύρι της Κυράς, (2) ενώ για τον δεύτερο οι προσπάθειες ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα. Απαιτήθηκαν, όπως θα δούμε, διαδοχικές, όχι πάντα αποτελεσματικές, γεφυρώσεις. Μια απ' αυτές, και εκείνη που αποφάσισε ο Αζίζ Αγάς κάτω από το χωριό Ζάλοβο, σημερινό Τρίκωμο. Να πούμε πως σ' όλες τις περιπτώσεις – και στον Άραχθο και στο Βενέτικο – χορηγοί φέρονται Τούρκοι αξιωματούχοι, χρησιμοποιώντας όμως ποιος ξέρει τι μέσα και τι μεθόδους συγκέντρωσης των απαραίτητων πόρων...
Πρώτος ζεύγει τον Βενέτικο – τουλάχιστον φέρεται εμπνευστής της κατασκευής εδώ πέτρινου γεφυριού – ο Σουλτάνος Βαγιαζήτ ο Α', ο οποίος λόγω της ορμητικότητάς του ονομάστηκε Γιλντιρίμ, που θα πει κεραυνός στα τούρκικα. Χώρος: κοντά στο χωριό Πηγαδίτσα. Χρόνος: ο 14ος αιώνας, που οι Τούρκοι πάτησαν την περιοχή και τη νοτιοανατολική Ευρώπη γενικότερα, υποτάσσοντας τους πιο πολλούς λαούς της Βαλκανικής και εξαναγκάζοντας το Σέρβο ηγεμόνα να γίνει φόρου υποτελής πριν ο Βαγιαζήτ το 1403 αιχμαλωτισθεί και πεθάνει από τους Μογγόλους του Τιμούρ, του Ταμερλάνου δηλαδή.
Γεφύρι Αζίζαγα. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Ήταν μεγάλο, με πέντε τόξα, κι άντεξε κοντά 3 ολόκληρους αιώνες. Πρέπει να κατέρρευσε αρχές του 18ου αιώνα. Ερείπιά του αντίκρισε, έναν αιώνα αργότερα, ο Πουκεβίλ, που πέρασε από την περιοχή το 1806. Έγραψε τότε: “...Φτάσαμε στον όχτο του Βενέτικου. Επάνω του είδα πέντε πέτρινες καμάρες, που είναι απομεινάρια από ένα μεγάλο γεφύρι. Το είχε κάνει ο Βαγιαζήτ Γιλντιρίμ, ο κατακτητής της Ηπείρου. Περάσαμε απ' το κάτω μέρος του ποταμού που είχε πλάτος επάνω από σαράντα οργιές. Και μ' όλο που τα νερά του ήταν ρηχά, ήταν ωστόσο αρκετά ορμητικό ακόμη, για να παρασύρει τα άλογα με το φόρτωμα, που τα 'ριξε πολύ μακριά το ρέμα του νερού...” (3)
Παρέμενε λοιπόν μεγάλη η ανάγκη ξαναγεφύρωσης εδώ του ορμητικού Βενέτικου, μετά την κατάρρευση του έργου – χαρακτηριστικό το πάθημα, που ακούσαμε, του Πουκεβίλ! - του Βαγιαζήτ. Ωστόσο, είχε προηγηθεί μια τουλάχιστον απόπειρα κατασκευής γεφυριού, λίγα χιλιόμετρα πιο ανάντη, παραλλάσσοντας ελαφρά το δρομολόγιο. Και αυτό όμως, έχοντας πάθει ζημιά τότε, την εποχή της διέλευσης του Γάλλου περιηγητή, δεν λειτουργούσε. Μιλάμε για το εντυπωσιακό γεφύρι, κάτω από το Τρίκωμο, που όπως μαρτυρά ακόμη και σήμερα η ονομασία του, πρώτος κατασκεύασε κάποιος Αζίζ Αγάς, κατά τα φαινόμενα εύπορος αξιωματούχος της περιοχής.
Μιά άλλη άποψη του γεφυριού. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Το γεφύρι του Αζίζαγα χτίστηκε το 1727, σύμφωνα με κτητορική πλάκα εντοιχισμένη στην ανατολική του όψη, που όμως δεν σώζεται πια. Έχει δε ενδιαφέρον να ακούσουμε κάτω από ποιες συνθήκες πραγματοποιήθηκε η κατασκευή. Διέσωσε η παράδοση, που κατέγραψε ο Γιώργος Τσότσος: “...Ο Αζίζ Αγάς ανέθεσε την κατασκευή σε φημισμένο πρωτομάστορα, αλλά εξ αιτίας του μεγάλου μήκους και ύψους του, το γεφύρι παρουσίαζε δυσκολίες. Δυο φορές έπεσε η μεσαία καμάρα αμέσως μετά την αφαίρεση των καλουπιών. Όταν οι σκαλωσιές και τα καλούπια στήθηκαν για τρίτη φορά, ο Αζίζ Αγάς απείλησε τον πρωτομάστορα πως αν το γεφύρι πέσει για τρίτη φορά “θα του πάρει το κεφάλι”. Την ώρα που αφαιρούνταν και τα τελευταία καλούπια, ο πρωτομάστορας έντρομος κατέφυγε στη ¨ράχη Σκύφτη¨, λίγο νότια του γεφυριού, κατά το Κηπουριό για ν΄αποφύγει τις κυρώσεις αν το γεφύρι ξανάπεφτε. Το γεφύρι όμως, τη φορά αυτή στάθηκε όρθιο. Ο αγάς κάλεσε κοντά του με έναν ζαπτιέ (χωροφύλακα) τον πρωτομάστορα, τον συνεχάρη και τον πλήρωσε...” (4)
Το γεφύρι, μεγάλο έργο και τόσο αναγκαίο μετά την κατάρρευση του παλιού, του Βαγιαζήτ, θα αναφέρει και ο Ηπειρώτης Ιωάννης Λαμπρίδης, συμπεριλαμβάνοντάς το ως εξής στα “Αγαθοεργήματά” του: “...έως το τμήμα Τσούρχλι η ημίσεια ώραν του χωρίου Κοσμάτι απέχουσα γέφυρα, ην έκτισεν Αζίζ αγάς τις...” (5)
Είναι τρίτοξο, με μια μεγάλη καμάρα για τη βαθιά κοίτη του ποταμού και δυο μικρότερες, εκατέρωθεν, βοηθητικές. Η μεγάλη ανοίγει 30 μ. Και σηκώνεται πάνω από το νερό 12,5 μ. Πρόκειται δηλαδή για το μεγαλύτερο σήμερα τόξο της Μακεδονίας (!) και ένα από τα μεγαλύτερα του Ελλαδικού χώρου. Η δεξιά βοηθητική καμάρα έχει άνοιγμα 8 μ. Και ύψος 5,40, ενώ η αριστερή, αντίστοιχα, 4,90 και 4,70.
Το γεφύρι σε χιονισμένο τοπίο. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)

Για τις δύσκολες ώρες, βλέπουμε σφηνοειδείς προβόλους – είναι οι προεξοχές εν είδει σφήνας κόντρα στη ροή του νερού – να παραστέκονται στα δύο μεσόβαθρα, τα οποία, επιπλέον, βοηθούν ισάριθμες ανακουφιστικές θυρίδες, όταν υπάρχει μεγάλο κατέβασμα νερού.
Το καλντερίμι, οδόστρωμα του γεφυριού, μήκους 77 μ, κορυφώνει το ανέβασμά του σε ύψος 14,40 μ, πάνω από το κεντρικό τόξο. Οι κλίσεις του λοιπόν παρουσιάζονται αρκετά μεγάλες. Όσο για το πλάτος του, φτάνει στα 3 μ, με ωφέλιμο όμως 2,20 μ, αφού δεξιά και αριστερά στέκουν χτισμένα παραπέτα. Το πέρασμα – σκεφτόμαστε – θα ήταν ιδιαίτερα κοπιαστικό, αλλά τουλάχιστον ασφαλές. Για καλό και για κακό πάντως, υπήρχε – και εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα – καμπανάκι κρεμασμένο απ' το εσωρράχιο του μεγάλου τόξου, προειδοποιώντας για αυξημένο κίνδυνο όταν φυσούσε! Τέτοια φαινόμενα προειδοποίησης παρατηρούνταν σε πολλά γεφύρια ανάλογου ύψους και ανοίγματος, σαν το γεφύρι της Κόνιτσας και αλλού.
Τελικά, θωρώντας την κατασκευή συνολικά, συνειδητοποιούμε πως έχουμε να κάνουμε με μία όχι και τόσο συχνά εμφανιζόμενη μορφή γεφυριού. Τη χαρακτηρίζει δε, η συμμετρία, κι αυτό σπάνιο στοιχείο στη λαϊκή γεφυροποιία. 
Η μεγάλη και μια μικρή καμάρα. (Πηγή: ΑΓΗ, Σπύρος Μαντάς)
 
Θα τελειώσουμε τις παρατηρήσεις μας με μια, που αφορά τη στατικότητα του έργου. Το δεξιό ακρόβαθρο, αντίθετα με το αριστερό, που γαντζώνει σε βράχο, πατάει σε μαλακό έδαφος. Αυτό απ' ότι φαίνεται, κατά καιρούς θα δημιουργούσε προβλήματα, φτάνοντας ακόμα και σε καταρρεύσεις. Μια τέτοια κατάσταση – να είναι το γεφύρι εκτός λειτουργίας - ανάγκασε τον Πουκεβίλ να διασχίσει τον Βενέτικο μέσα απ' το νερό. Πάντως, έστω και με διακοπές, το γεφύρι του Αζίζαγα συνέχισε να εξυπηρετεί το δερβένι Ιωαννίνων – Γρεβενών για πολλά χρόνια. Μέχρι που το 1846 χτίστηκε παρακάτω, κοντά στη θέση του Βαγιαζήτ, το μεγάλο, με 5 καμάρες, γεφύρι του Σπανού. (6) Τότε το δικό μας έπεσε, οριστικά, σε αχρηστία.
Σήμερα το γεφύρι του Αζίζαγα, πάντα μεγαλοπρεπές, εξακολουθεί να εντυπωσιάζει όσους μπαίνουν στον κόπο να το επισκεφτούν.
Παρουσιάζεται πια, εκτός από όμορφο, και σίγουρο, γερό. Συνετέλεσε καίρια σ' αυτό μια συντήρηση, που έκανε το 1950 η κοινότητα του Τρίκωμου. Βέβαια, χρησιμοποιήθηκε τότε αρκετή ποσότητα τσιμέντου, με αποτέλεσμα, δυστυχώς, να σκεπαστούν οι πέτρες σε μεγάλες επιφάνειες, να χαθεί το αρμολόι. Ας ελπίσουμε πως, σύντομα, θα έρθει η στιγμή – ωρίμασαν πια οι συνθήκες, το απαιτεί η αισθητική μας – να αποκατασταθεί όπου του πρέπει.


Βιβλιογραφία - Σημειώσεις

  1. Γράφει ο Σπύρος Αραβαντινός: “...επισκευαθείσα (η οδός) και συνδεθείσα δια γεφυρών υπό τον Αλή, ονομάζεται νυν του Αλή – πασά. Είναι δε αυτή Στρατιωτική Ρωμαϊκή οδός, ήτις ηνούτο μετά της δια Μοναστηρίου και Βοδενών διερχομένης και κατέληγεν εις Θεσσαλονίκην”. (Σπ. Π. Αραβαντινού, Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή. Εν Αθήναις 1895, σελ. 345).
  2. Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων, Μέρος Δεύτερον, Εν Αθήναις 1880, σελ. 72.
  3. Fr. Pouqueville, Ταξίδι στη Δυτική Μακεδονία, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 24.
  4. Γεώργιος Π. Τσότσος, Μακεδονικά γεφύρια, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 38.
  5. Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων, Μέρος Δεύτερον, εν Αθήναις 1880, σελ. 153.
  6. Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων, Μέρος Δεύτερον, εν Αθήναις 1880, σελ. 152 – 153.


Η παραπάνω εργασία παρουσιάστηκε στην διάρκεια της Β' Επιστημονικής Συνάντησης του Κέντρου Μελέτης Πέτρινων Γεφυριών (ΚΕ.ΜΕ.ΠΕ.Γ) στις 20 Νοεμβρίου 2004 στη Στοά του Βιβλίου, με τον γενικό τίτλο “Περί Πετρογέφυρων” Γεφυριών Ιστορίες. Δημοσιεύτηκε στην έκδοση των πρακτικών του ΚΕΜΕΠΕΓ.
Για περισσότερες πληροφορίες δείτε στο Blog “Βιβλία ΚΕΜΕΠΕΓ”