Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016

Γεφύρι στη θέση “Δομοκός” ή Βιδιακίτικο γεφύρι.


                 Η ιστορία ενός σπουδαίου γεφυριού, οι πρωτομάστορες και το χτίσιμό του.
 
Βιδιάκι Γορτυνίας.
 
Λέγεται και Βιδιακίτικο λόγω της θέσης του κοντά στο χωριό Βιδιάκι Γορτυνίας, πού βρίσκεται δυτικά σε απόσταση τριών χιλιομέτρων και που είναι χτισμένο στη θέση της αρχαίας πόλης Στράτος.
Χτίστηκε το 1870 (κατ' άλλους το 1875) από ντόπιους, Λαγκαδινούς στην καταγωγή μαστόρους, τους αδελφούς Φώτη, Κώστα, Πάνο και Σπύρο Πουρνάρα από το Μοναστηράκι, που έχτισαν το “Παραλογγίτικο” επί του Ερύμανθου επίσης και το γεφύρι της “Δήμητρας” κοντά στο ομώνυμο χωριό - πρώην Δίβριτσα - της Γορτυνίας, επί του Λάδωνα. Μεταξύ των άλλων - προφανώς - κατασκευών τους είναι και το καμπαναριό της εκκλησίας “Κοίμηση της Θεοτόκου” στο Μοναστηράκι, όπως επίσης και η μέχρι ενός ύψους εκκλησία του “Αγίου Δημητρίου” στο Βιδιάκι.

Γεφύρι στη θέση "Δομοκός" ή Βιδιακίτικο γεφύρι. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

 

 Οι συγκεκριμένοι Πουρναραίοι, ήταν εγγόνια των ξακουστών μαστόρων Πάνου, Φώτη και Νίκου Πουρνάρα, που εκτός των άλλων, έχτισαν με μεγάλη μαστοριά και τον πύργο του Αλή Φαρμάκη, αδελφοποιτού του Κολοκοτρώνη, στο Μοναστηράκι στις αρχές του 1800 - κατ' άλλους 1806 - 1807. Λέγεται ότι είχαν χρησιμοποιήσει περίπου 50.000 αυγά στο μείγμα του υλικού της λάσπης, που χρησιμοποίησαν για το χτίσιμο του πύργου, ώστε να καταστεί “σιδερένιος” και να αντέξει. Η μέθοδος με τα αυγά και τη μαστίχα, ήταν των Λαγκαδινών μαστόρων, πετράδων και χτιστάδων. Επίσης ενδιάμεσα, στο διπλοτοίχι, τοποθετούσαν μαλλί προβάτων και γιδιών (το λεγόμενο κοζά) για να αντέξει στους κραδασμούς από κανονιοβολισμούς, αλλά και από τυχόν σεισμούς. Και απ' ότι λέγεται, πραγματικά ο πύργος άντεξε στους βομβαρδισμούς το 1808 από το στρατό του Βελή πασά, καθώς δέχθηκε 3.764 κανονιές μέσα σε 65 μέρες, που βάσταξε η πολιορκία.(1) Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι “κατά την 64ην ημέραν ηκούσθη ένας τρομακτικός θόρυβος και κρότος, ο πύργος εσείετο συνεχώς επί ένα τέταρτο της ώρας. Οι Τούρκοι είχαν ανοίξει ένα μεγάλον υπόνομον κάτω από τον πύργο, ετοποθέτησαν χιλιάδες οκάδες μπαρούτι κ' έθεσαν πυρ εις αυτόν να τον ανατινάξουν. Αλλά το σχέδιόν των αυτό απέτυχε, διότι το οξυδερκέστατο μάτι του Κολοκοτρώνη διείδε τον κίνδυνον, έσκαψεν απέναντι άλλον υπόνομον και τοιουτοτρόπως εξουδετερώθη η πίεσις των αερίων. Οι Τούρκοι είχον αποτραβηχτεί και επερίμεναν την καταστροφή του οχυρού, αλλά έκπληκτοι το βλέπουν να στέκη ακίνητον και τους πολιορκουμένους από τη χαρά τους να ρίχνουν μια ομοβροντίαν πυροβολισμών.” (2)
Το Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου επί τω έργω. (Φωτο: ΑΓΠ)
'Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Θεόδ. Κολοκοτρώνης στη ¨Διήγησιν συμβάντων της Ελληνικής Φυλής¨ που υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη "...τρεις χιλιάδες επτακόσιες τριάντα τέσσερις κανονιές μας έριξαν εις το διάστημα εξήντα πέντε ημερών. Αφού είδαν ότι ούτε τα κανόνια τους δεν μας έκαμναν τίποτε, ούτε το λαγούμι, μας εζήτησαν συμβιβασμόν...Επήγα εις το Πυργί και εμβαρκαρισθήκαμε, και απόλυσα τα ενέχυρα, και έστειλα γράμμα του Αλή Φαρμάκη, ότι εμβαρκαρίσθηκα υγιής. Το Πυργί (ο σημερινός Άγιος Ηλίας του δήμου Πύργου) από τον Πύργο είναι δύο ώρας και έως την Γαστούνη έξη. Μόλις είχαμεν μακρυνθή δύο μίλια, και τα τούρκικα στρατεύματα από την Γαστούνη είχαν έλθει να πιάσουν το Πυργί, αλλ' ήμεθα μακρυσμένοι. Αφού επήγε είδησις του Αλή Φαρμάκη ότι εμβαρκαρίσθηκα, εβγήκε και αυτός και επήγε εις την Τριπολιτσά και επροσκύνησε τον Βελήπασα".
Είναι χτισμένο στη θέση “Δομοκός” επί του Ερύμανθου. Μετά από ενέργειες του συλλόγου Βιδιακιτών, προς την Β' Εφορία Αρχαιοτήτων στην Πάτρα την 28.01.2002, χαρακτηρίσθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού με το ΦΕΚ 886/02/07/03 ως διατηρητέο μνημείο με το αιτιολογικό ότι: “...η ανωτέρω γέφυρα αποτελεί σημαντική μαρτυρία για το τρόπο επικοινωνίας και την κοινωνικοοικονομική οργάνωση της περιοχής και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία της ευρύτερης περιοχής από την αρχαιότητα ως σήμερα καθώς και με τις μνήμες των κατοίκων”.
Χτίστηκε με έξοδα του τότε Δήμου Θελπούσης με έδρα το χωριό Χώρα Γορτυνίας και αποτέλεσε για πολλά χρόνια το αναγκαιότερο και ωφελιμότερο έργο για τους κατοίκους της περιοχής και διέξοδο επικοινωνίας τους προς Ηλεία, Αχαΐα και αντιστρόφως, αφού βρίσκεται στη μέση σχεδόν του μήκους 60 χιλιομέτρων Ερύμανθου, από τις πηγές του μέχρι την εκβολή του στον Αλφειό.
Είναι ένα σπάνιας αρχιτεκτονικής ομορφιάς, μονότοξο ημικυκλικό  κομψοτέχνημα, με επίπεδη επιφάνεια διάβασης, μια σειρά θολίτες, σχολαστικά πελεκημένη πέτρα και τέλειες αναλογίες, γνήσιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πατροπαράδοτης τέχνης των Λαγκαδινών μαστόρων. Ο βατός δρόμος ξεκινούσε από τη μέση του χωριού Βιδιάκι, τη θέση “Αλώνια”, για την εξυπηρέτηση των αγρών και τη μετάβαση απέναντι στα χωριά της Ηλείας (Κούμανι κλπ). Χτίστηκε με ντόπια υλικά, που αφθονούν στην περιοχή και την Αρκαδία γενικότερα, μετά από ενέργειες του επί 12ετίας Δημάρχου της περιοχής Ζώη Μυλωνά από το Βιδιάκι και με έξοδα του κρατικού προϋπολογισμού. Στην ιδιοκτησία του Ζ. Μυλωνά ήταν μύλος και νεροτριβή νότια του Δομοκού στη θέση “Τσαγκάρη”, που πλειοδοτήσας τον πήρε μετά την επανάσταση και πήρε το όνομά του. Λειτούργησε μέχρι το 1915 – 20 και υπάρχουν τα θεμέλιά του.
Το κατάστρωμά του. (Φωτο: ΑΓΠ).
Οι παλιοί δρόμοι πρόσβασης, τα μονοπάτια δηλαδή, από Παραλογγούς – Πέτα, Βιδιάκι, Αϊ – Γιαννάκης, Διβραίκα αμπέλια, έχουν κλείσει παντελώς από τα δέντρα. Σκέτο δάσος. Καλό από τη μια μεριά, γιατί στερεί από κάποιους ασυνείδητους τις κάθε είδους “παρεμβάσεις” λιγοστεύοντας τα προβλήματά του (και έχουμε δει πολλές απ' αυτές που ξεκινούν από την αφαίρεση της πέτρας και φθάνουν μέχρι την τσιμεντοποίηση για δήθεν διάσωση), κακό από την άλλη γιατί η συντήρησή του καθίσταται δύσκολη έως ακατόρθωτη λόγω της αποκοπής του εντελώς από κάθε πρόσβαση. Η μόνη διακριτή οδός πρόσβασης είναι από το ρέμα “Ρούτελη”, που όταν μίλαγαν γι΄αυτό οι παλαιοί “έτρεμε το στόμα τους”. Τόσο επικίνδυνος είναι ο χείμαρρος αυτός κατά τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες και τις περιόδους ξαφνικών “κατεβασμάτων”.
Η εγκατάλειψη της υπαίθρου είχε και σαν αποτέλεσμα ακόμη και τη στέρηση των “γιδόστρατων” που οδηγούσαν στο γεφύρι. Εντυπωσιακό είναι ακόμα και το μήκος των καμαρολίθων (0,80μ) καθώς και η κλίση των στηθαίων, που πιθανόν να έγινε για λόγους στατικότητας, βάρους , ακόμη και δυσκολίας μεταφοράς των υλικών λόγω του απότομου της τοποθεσίας. Το “εργοτάξιο”, φαίνεται ότι ήταν προς τη μεριά της Αρκαδίας, 30 -40 μέτρα από το γεφύρι, όπου υπάρχουν ίχνη λατομείου και μια πηγή με πλατάνια.
Ο συνταξιούχος δάσκαλος και τέως πρόεδρος του συλλόγου Βιδιακιτών, που επί προεδρίας του έγιναν οι ενέργειες για το χαρακτηρισμό του γεφυριού ως διατηρητέου μνημείου και απόλυτος γνώστης των γεγονότων και των καταστάσεων της περιοχής, Κων. Ι. Κηπουρός (Γεραμανόγιαννης) αφηγείται: (3)
Μια άλλη πλευρά του. (Φωτο: ΑΓΠ).
«...το όνομα δεν αποκλείεται να έχει σχέση με το Δομοκό και τη μάχη του Δομοκού, πάνω στη Φθιώτιδα, από κάποιους στρατιώτες που πολέμησαν εκεί, γιατί έχουμε και από τη μάχη της Τζουμαγιάς το 1913...έχουμε βάλλει ονόματα “Τζουμαγιά”, ξέρω γω...εδώ, εκεί...Τόχτισαν η κομπανία των Πουρναραίων. Ήτανε και μερικοί ντόπιοι μάστορες...Ένας Σαμαράς, το παρατσούκλι του, επειδή έκανε σαμάρια... λεγόταν Μουρούκης...ήτανε χτίστης αυτός...μαζί μ' αυτόν και το μπουλούκι του... μικρό, γιατί μεγάλα μπουλούκια είχαν οι Λαγκαδινοί μαστόροι. Οι Πουρναραίοι, συνέπεσε τότε να ήτανε ένας από το Βιδιάκι και συνέπεσε επί συνεχή 12ετία Δήμαρχος να ήταν από το χωριό μας, ο Ζώης ο Μυλωνάς, έτσι λεγόταν, και έκανε πολλά έργα.., και στην περιοχή του βέβαια χρειαζόταν ένα γεφύρι και με ενέργειες αυτού και δαπάνη φυσικά δημοσία πρέπει να ήτανε . Οι Πουρναραίοι λοιπόν μαστόροι, από το επώνυμο Πουρνάρας, Λαγκαδινοί ήσαν, η καταγωγή τους από τα Λαγκάδια και μιά οικογένια απ' αυτούς είχε έλθει και έμενε στο Μοναστηράκι, που είναι δίπλα στο Βιδιάκι. Χτίστηκε το 1870. Μάλιστα τότε οι ντόπιοι, οι χωριανοί ετάιζαν τους μαστόρους, τους προσέφεραν το φαγητό...και ο παππούς μου, πατέρας του πατέρα μου, επρόσφερε ένα κριάρι...το έσφαξε, το ετοίμασε...Κωνσταντίνος Κηπουρός του Γεωργίου εκείνος...το 1870...ήτανε και χρόνια πρόεδρος της κοινότητας ο παππούς μου. Τα υλικά , ντόπια τα πήραν από κει...δεξιά και αριστερά...η Γορτυνία είναι ονομαστή. Χρησιμοποιούσαν για το γεφύρι αυτό και για τη μεταφορά υλικών μουλάρια και γαιδούρια... και ασβέστη φυσικά...ανοίγαν καμίνια, ασβεστοκάμινα στην περιοχή...στο σημείο εκείνο εκεί...έβγαζαν τον ασβέστη και τον χρησιμοποιούσαν...το έχτισαν στο σημείο αυτό γιατί είναι το στενότερο σημείο...έχει και βάση...πόδια αριστερά και πόδια δεξιά...πάνω σε βράχο...»
Και συνεχίζοντας ο Κων. Κηπουρός λέει:
«...Από το γεφύρι αυτό έγιναν δύο απόπειρες αυτοκτονίας δύο αδελφών πριν από 40 – 50 χρόνια. Δύο αδελφοί είχαν έλθει γαμπροί, σώγαμπροι, στο Βιδιάκι και τέλος πάντων...οι ανάγκες...πήγε ο ένας πρώτα...κατόπιν ο άλλος...και τελείωσαν. Το γεφύρι συνέδεε άμεσα από τη μεριά της Γορτυνίας Βιδιάκι, Πέτα, Καρδαρίτσι, Παραλογγούς, Βελημάχι, Μοναστηράκι, Κοντοβάζαινα και κείνους που ήθελαν να πάνε προς την Πάτρα, τα μέρη της Ηλείας, της Αχαΐας. 
Το δεξιό βάθρο. (Φωτο: ΑΓΠ).

Από το σημείο αυτό περνούσανε τότε γιατί δεν είχε γίνει η “111” οδός και δεν υπήρχαν και σε χρήση τα αυτοκίνητα. Στο γεφύρι κατεβαίνεις από Βιδιάκι...έχει και δρόμο από Παραλογγούς – Πέττα...είχε... αλλά τώρα επειδή έμειναν έρημα τα πάντα...τώρα η πρόσβαση έκλεισε, από τη βλάστηση...κλείσανε οι δρόμοι...πας με τα πόδια...είχαμε κάνει έγγραφα να φροντίσουν για τη βατότητα... Το Βιδιάκι είναι χτισμένο στη θέση της αρχαίας πόλης Στράτος. Η Στράτος έγκειται στη θέση “Κάτου βρύση”. Έχουμε βρει το ξενόγλωσσο και τα αρχαία από τα κυκλώπεια τείχη, που κύκλωναν την ακρόπολη της πόλης. Εκεί που έχουμε εμείς το νεκροταφείο, πάνω στο ύψωμα, ήτανε η ακρόπολη της αρχαίας Στράτου...επί του λόφου “Παναγιά”, χτισμένη με τοίχος γύρω - γύρω, από το οποίο έχει μείνει ένα κομμάτι πέντε μέτρα μάκρος και ένα μέτρο ύψος με τους ογκόλιθους... Έχει ένα μύλο παραπάνω από το γεφύρι. Υπήρχε της “Παπαρωνιάς” ο μύλος...ήταν μια γυναίκα...του Παπαρώνη...κάνει ένα στενό κατέβασμα εκεί το ποτάμι κι έχει δυνατό ρεύμα...και υπήρχε της “ Παπαρωνιάς” ο μύλος...τα ερείπια πρέπει να υπάρχουν...υπάρχει και παρακάτω κι άλλος μύλος...κοντά στο Παραλογγίτικο γεφύρι... υπάρχουν τα ερείπιά του... Απόγονοι αυτών των Πουρναραίων χτιστών υπάρχουν στο Μοναστηράκι. Οι απόγονοι των χτιστών του γεφυριού στο “Δομοκό” έχουν χτίσει και καμπαναριά...στο Μοναστηράκι...με πελεκητή πέτρα...και άλλα καμπαναριά στην περιοχή. Μάλιστα και τη δική μας εκκλησία ο τελευταίος Πουρνάρας την έχει χτίσει...»
Το γεφύρι στο “Δομοκό” χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της Γορτυνίας, που κατέβαιναν στον κάμπο για δουλειά, λόγω του φτωχού και άγονου της περιοχής τους, χρησιμοποιώντας πολλές φορές επικίνδυνες διαδρομές για συντόμευση του δρομολογίου τους, όπως μας λέει ο Κ.Ι.Κηπουρός:
«...ο δρόμος που εξυπηρετούσε τους κατοίκους της Γορτυνίας με τον κάμπο περνούσε από το γεφύρι του “Δομοκού” και το “Πουρνογιόφυρο”. Όταν ήταν καιρός να χαρακώσουν τη σταφίδα ξεκινούσαν παρέες - παρέες και πήγαιναν στον κάμπο της Αμαλιάδας, στο Χάβαρη, στα χωριά της Ηλείας. Όταν ήταν καλός ο καιρός περνούσαν από τη “Ντάλομη”...δεν είχε γεφύρι βέβαια...περνούσαν μέσα...απλό εκεί το ποτάμι. Μάλιστα ο χάρτης της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού τη φράφει “Τάμολη”...ήταν “Ντάλομη”...δεν υπήρχε γεφύρι εκεί...έχουμε κάνει αγώνα τόσα χρόνια...από το 1928...άρχισαν το δρόμο από δω κι από κει και ακόμα έτσι παραμένει.
 Είχαμε φτάσει στο σημείο να βάλουμε μια γέφυρα Μπέλεϊ εκεί...το 1977 – 78...την είχαμε έτοιμη... έγινε η αναπροσαρμογή των κυβερνήσεων...τέρμα...χάθηκε...την πήραν οι Ηλείοι πολιτικοί στον κάμπο της Πηνείας...»
Είναι επίσης πιθανόν να ονομάστηκε έτσι η περιοχή που βρίσκεται το γεφύρι λόγω της ύπαρξης εκεί ομώνυμου χωριού, όπως αναφέρει ο Άγγλος περιηγητής William Leake:  "κάτω από μας, στην δεξιά όχθη του ποταμού Ερυμάνθου είναι μερικά αρχαία υπολείμματα ενός χωριού της Ελληνικής αρχαιότητας (ομηρικής), σε μια ισχυρή κατάσταση. Ο Όπους, που έλαβε το όνομά του από τον ίδιο ήρωα Επειό, η κόρη του οποίου Πρωτογένεια, παντρεμένη με τον Λοκρό, προκάλεσε το όνομα Όπους να δοθεί στην πρωτεύουσα των Λοκρών. Εκεί κάποτε υπήρξε η πόλη, ονομαζόμενη Δομοκός. Είναι ίσως η πόλη Θραιστός" (4).
Προσθέτω εδώ και μια μαρτυρία του γιατρού Σωτήρη Σωτηρόπουλου, προέδρου του Πνευματικού Κέντρου Δίβρης για το γεφύρι αυτό:
" Το γεφύρι αυτό που είναι στα κτηματικά όρια της Δίβρης με το Βιδιάκι, εξυπηρετούσε πολύ (μέχρι την δεκαετία του 1950-1960 που θυμάμαι) και τα Βιδιακιοτόπουλα που ερχόντουσαν στο Γυμνάσιο της Δίβρης αλλά και τους Βιδιακίτες που ερχόντουσαν στη Δίβρη και πωλούσαν (η αλήθεια σε εξευτελιστικές τιμές, οι καημένοι φτωχοί ανθρωποι) κυρίως σύκα, καυσόξυλα και καμιά φορά πέστροφες όταν κατέβαζε πολύ ο Ερύμανθος ποταμός θολωμένος και πέταγε στην όχθη τα ψάρια, που τα έπαιρναν οι Διβριώτες "μπιρ παρά"..,, Εκεί κοντά στο γεφύρι υπάρχουν ερείπια του παλιού οικισμού "Δομοκού" εξ ου και η ονομασία γεφύρι "Δομοκού" ή Βιδιακίτικο. Ο οικισμός ανήκε στην κωμόπολη της Δίβρης αφού ακόμη και το επάνω χωριό Πέττα ήταν μια συνοικία της Δίβρης από αιώνων, όπως λέει ο ιστορικός Τάσος Γριτσόπουλος" (5).
Πέραν των παραπάνω, πρέπει να αναφέρουμε και μια αναφορά του Γεωργίου Παπανδρέου που λέει ότι "Προχωρεί προς τα νότια (ο Ερύμανθος) με μεγάλη ορμή και γίνεται αδιάβατος κατά το μεγαλύτερο μέρος του. Μόνο δύο γέφυρες επιτρέπουν τη διάβασή του μέχρι το σημείο που εκβάλλει στον Αλφειό. Η μία τώρα χτίζεται κάτω από το χωριό Παραλογγοί (πρόκειται για το παραλογγίτικο γεφύρι, που χτίστηκε το 1870 ή 1875) και η άλλη, προς το Πρινογέφυρο (το Πουρνογιόφυρο), έχει φτιαχτεί στα χρόνια της Οθωμανικής δυναστείας, ανατολικά της ιστορικής από την επανάσταση θέσης: ¨Πούσι του Λάλα¨". (6)
Κατά μία άλλη μαρτυρία "Ανάμεσα στα χωριά Κούμανι και Βιδιάκι στη δεξιά μεριά του γεφυριού υπάρχουν μισογκρεμισμένα κτίσματα από οικογένειες του χωριού, που ζούσαν δίπλα στο γεφύρι". (7).
Αναφέρουμε μία ακόμη μαρτυρία που λέει ότι "Γνωρίζω την οικογένεια της ιατρού Ευρυδίκης Πέττα από τον ομώνυμο οικισμό δίπλα στους Παραλογγούς, που έχει ακόμα κτήματα εκεί στο ποτάμι, δίπλα στο γεφύρι και κατεβαίνει να τα δει. Ίσως να έμεναν εκεί οι παππούδες τους." (8)
Θυμάμαι προσωπικά ότι περνώντας από εκεί και πηγαίνοντας προς το χωριό της μάνας μου, το Λεχούρι Καλαβρύτων (το γένος της οποίας είναι Κυριαζή), ο πατέρας μου,  μου έλεγε με θαυμασμό κάθε φορά "Του Πέττα, μικρό χωριό και έβγαλε πέντε γιατρούς!" 
Σε επιβεβαίωση των παραπάνω έρχεται άλλη μία μαρτυρία που λέει "Ο ένας απ' αυτούς ήταν στη Λαμπεία για πολλά χρόνια. Η ανιψιά του Ευρυδίκη, επίσης γιατρός γενικής ιατρικής, κάθε καλοκαίρι τα τελευταία έξι χρόνια μένει στο ξενοδοχείο Λάμπεια Όρη, προτείνοντας στοχευμένη διατροφή σε θεραπευόμενους που διαμένουν εκεί αξιοποιώντας το θαυμάσιο κλίμα του χωριού μας και τα νερά του." (9)
Σημειώσεις.
1.     “Η Γεννιά των Κολοκοτρωναίων και τα τραγούδια τους”. Ηλίας Π. Τουτούνης,εκδόσεις Κοκλάκι, Αμαλιάδα 2009
2.     Ηλειακά Τριμηνιαίο περιοδικό λαογραφικής-ιστορικής και γλωσσικής σπουδής της Ηλείας. Εκδότης -διευθυντής Ντίνος Δ. Ψυχογιός Τεύχος Ι' 1956 Λεχαινά σελ. 208-209
 3. Αφήγηση στον γράφοντα
4.  W. Leake. Travels in Morea, σελ.236 από το βιβλίο του Κ.Ι.Κηπουρού, Βιδιάκιον Γορτυνίας – η γενέτειρά μου, Αθήνα 1988. 
5.  Αφήγηση του Σωτήρη Σωτηρόπουλου στον γράφοντα στις 04/12/2017 και 20/4/2026. 
6.  Γεωργίου Παπανδρέου Δ.Φ. ΑΖΑΝΙΑΣ. Εν Πύργω εκ του τυπογραφείου της εφημ, ΗΛΕΙΑΣ. 1886. Σελ.21.
7. Μαρτυρία του Fotis Vervitas στις 19/4/2026. 
8. Μαρτυρία του Diomidis Tolios στις 20/4/2026. 
9. Ομοίως. 

Δείτε το παρακάτω σχετικό video για το σπουδαίο αυτό γεφύρι:

 

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

Πετρογέφυρο στον Πλάτανο Κυνουρίας

Βρίσκεται κάτω από το χωριό Πλάτανος, του δήμου Βόρειας Κυνουρίας, στην θέση Πηγαδίτης και είναι μονότοξο, με στηθαία, μια σειρά από θολίτες, πανέμορφο και εντυπωσιακό, κομμάτι της ιστορίας και της παράδοσης του χωριού. Το τόξο του είναι ημικυκλικό και γεφυρώνει τον παραπόταμο του Βρασιάτη, Λεπίδα, στο φαράγγι Σπηλάκια.
Γεφύρι στον Πλάτανο. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου. ΑΓΠ)
  Κατά μαρτυρίες των ντόπιων χτίστηκε το 1826 από τους Οθωμανούς, και συγκεκριμένα από τον Ιμπραήμ προκειμένου να περάσει τα κανόνια του από εκεί για να καταλάβει το κάστρο της Καστάνιτσας.
  Εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ντόπιων κατοίκων και των περιηγητών από τον Πλάτανο προς τα παράλια της Κυνουρίας, αφού ήταν η μοναδική έξοδος για τους αγρότες και τους τσοπάνηδες, που μετέφεραν τα προϊόντα και τα κοπάδια τους χρησιμοποιώντας το γεφύρι  προς την ανατολική Κυνουρία και την Αργολίδα. Επιπλέον, οι κάτοικοι των διπλανών χωριών Αϊ-Γιάννης, Μελιδού και Χάραδρος μετέφεραν τα δημητριακά τους προς τους νερόμυλους του Πλάτανου, που ήταν κοντά στο γεφύρι. Ήταν σπουδαία η θέση του, γιατί ένωνε τα χωριά Καστάνιτσα-Σίταινα-Πλάτανος-Χάραδρος με Άγιο Πέτρο-Αι-Γιάννη-Ορεινή Μελιγού και περιοχή Άστρους, ακόμη μέχρι και Λεωνίδιο.
Το πρόβλημα στο τόξο. (Φώτο: ΑΓΠ).
  Η περιοχή κοντά στο γεφύρι είχε παλιότερα τέσσερις μύλους και ένα νεροπρίονο και εξυπηρετούσε τους ντόπιους και τους κατοίκους των γύρω χωριών. Κατά σειρά υπήρχαν οι νερόμυλοι του Μηνά Πετρίδη, που πριν ανήκε στον Παρατζανή, που δεν υπάρχει πλέον. Κατόπιν υπήρχε ο Λατσαίϊκος μύλος, που και αυτός δεν υπάρχει πια. Κατόπιν ο Βογιατζαίϊκος που σώζεται και τέλος ο Μπαρκαίϊκος, που και αυτός σώζεται. Πιο κάτω από τον Μπαρκαίϊκο μύλο υπήρχε η Περραίϊκη νεροτριβή, που δεν υπάρχει και αυτή.
  Το κατάστρωμα του γεφυριού είναι ελαφρώς καμπυλωτό και καλντεριμωτό, ίχνη του οποίου φαίνονται ακόμα παρά την επίστρωση τσιμέντου, που έχει γίνει πάνω του κατά περιόδους.
  Το μονοπάτι που κατηφόριζε από το χωριό προς το γεφύρι ήταν καλτερίμι, σημεία του οποίου διακρίνονται ακόμη. Αποτελούσε κομμάτι του σπουδαίου σε σημασία μονοπατιού-δρόμου που ξεκινά από το χώρο στάθμευσης του χωριού, και αφού περάσει από τον παλιό νερόμυλο κοντά στο ποτάμι συναντιέται με το παλιό γεφύρι και συνεχίζοντας απαντάει το μονοπάτι προς Άγιο Ιωάννη και κατόπιν μέσα από μια ανηφορική διαδρομή από τα υψώματα ανάμεσα στα δύο χωριά, συναντά το δημόσιο δρόμο που τα ενώνει. Και οι δύο παλιές διαδρομές-μονοπάτια, ¨Πλάτανος-Χάραδρος¨ και ¨Άγιος Ιωάννης-Πλάτανος¨, περνάνε από το γεφύρι του Πλάτανου. Η ανάδειξη και διαμόρφωση των μονοπατιών της λεκάνης Τάνου και Βρασιάτη για πεζοπορία και προστασία του τοπίου πρέπει να είναι στόχος όλων των τοπικών φορέων σε συνεργασία με την πολιτεία, μέσω του Φορέα Διαχείρησης Όρους Πάρνωνα-Υγροτόπου Μουστού.
  Το γεφύρι έχει προβλήματα στα βάθρα λόγω της ορμής του νερού σε περιόδους κατεβασμάτων  και το τόξο και χρειάζεται άμεσες επισκευές, αφού η πρώτη έγινε το 1936 επί προεδρίας Παναγιώτη Κούκλη, με προσθήκη τσιμέντου στο δεξιό από ανάντη βάθρο, ενώ το 1984 έγιναν επιπλέον αυτοσχέδιες επεμβάσεις χωρίς να λύσουν το πρόβλημα και χωρίς την συνδρομή των ειδικών, εντελώς ακαλαίσθητα και απ΄ότι αποδείχθηκε και αναποτελεσματικά. Από τότε μέχρι και σήμερα έχει αφεθεί στο έλεος των καιρικών συνθηκών και των μεγάλων κατεβασμάτων του ποταμού με αποτέλεσμα τα σημάδια της εγκατάλειψης να είναι φανερά και ο κίνδυνος κατάρρευσης μεγάλος. Ο κισσός έχει καλύψει σχεδόν το μισό γεφύρι, εισχωρώντας στη δομή του γεφυριού με κίνδυνο τελικής κατάρρευσή του ενώ από τα δυνατά κατεβάσματα του ποταμιού η βάση του δεξιού από ανάντη βάθρου έχει φθαρεί σε τέτοιο βαθμό, με τον κίνδυνο καταστροφής, αν δεν παρθούν γρήγορα μέτρα, να είναι ορατός.
  Απαιτείται άμεσο ξερίζωμα του κισσού που σκεπάζει περίπου το μισό γεφύρι, μέτρα προστασίας, στήριξης και ενίσχυσης των βάσεων των βάθρων γιατί υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης του γεφυριού καθώς επίσης και επεμβάσεις στο τόξο, μέσα από μια ολοκληρωμένη στατική μελέτη από ειδικούς επιστήμονες, γνώστες του αντικειμένου.
  Ο Πλάτανος έχει χαρακτηρισθεί παραδοσιακός οικισμός με το προεδρικό διάταγμα 13/11/1978 (ΦΕΚ 594 τ. Δ'). Απαγορεύεται οποιαδήποτε μεταβολή στα σπίτια χωρίς την άδεια των αρμοδίων αρχών. Κατά μαρτυρίες των ντόπιων οι χτίστες των σπιτιών του χωριού ήταν κυρίως ντόπιοι αλλά και Λαγκαδινοί, Καστρίτες και μαστόροι από τον Άγιο Ανδρέα. Κατά το ξεκίνημα του χτισίματος ακολουθιόταν όλο το ισχύον τελετουργικό, σφάξιμο κόκορα κλπ.
  Αναφέρουμε εδώ μια θαυμάσια όσο και παραστατικότατη μαρτυρία του Βασ. Κούκλη (1) για τον πιθανολογούμενο χρόνο κατασκευής του γεφυριού, τους συντελεστές και τη χρησιμότητά του.
“ Η ακριβής χρονολογία κατασκευής του γεφυριού στον Πλάτανο δεν είναι γνωστή. Κανένας από τους σημερινούς Πλατανίτες δεν μπόρεσε να μας δώσει την πληροφορία αυτή. Όσοι ρωτήθηκαν απάντησαν αρνητικά. Η μόνη Πλατανίτισσα που προσδιόρισε τη χρονική περίοδο κατασκευής του ήταν η Ασπασία Κοψαύτη, η οποία μας διηγήθηκε ότι το γεφύρι κατασκευάστηκε στα χρόνια του παπα-Τζανή. Ο παπα-Τζανής βρέθηκε από διάφορα συμβολαιογραφικά έγγραφα ότι, κατά το έτος 1878, ήταν ιερέας στον Πλάτανο. Θα πρέπει όμως ιερέας να είχε γίνει πολύ παλαιότερα, αφού κατά την πλατανίτικη παράδοση το έτος 1826, όταν τα βάρβαρα στίφη του Άραβα επιδρομέα Ιμπραήμ έφτασαν στον Πλάτανο, ήταν ιερέας και μάλιστα μεγάλωνε στο σπίτι του ένα ορφανό Τουρκόπουλο, το οποίο ακολούθησε στη συνέχεια τα στρατεύματα του Ιμπραήμ και εγκατέλειψε τον Πλάτανο.
Το πρόβλημα στα βάθρα. (Φώτο: ΑΓΠ).
Το Τουρκόπουλο το πήρε στο σπίτι του ο Παπαγιάννης Τζανής από φιλεσπλαχνία και του παρείχε τροφή και κατοικία για να ζήσει. Ο παπα-Τζανής το Τουρκόπουλο το βάφτισε χριστιανό και του έδωσε το όνομα Σάββας. Η βάφτιση δεν έγινε στην εκκλησία του χωριού, αλλά στη Νεροτριβή του χωριού που βρισκόταν κάτω από του Σταύρου του Γαρδελίνου το σπίτι και πάνω από τις Σχαρές. Ο παπα-Τζανής φοβότανε να έχει το Τουρκόπουλο μέσα στο σπίτι του, επειδή είχε τρία κορίτσια για το λόγο αυτό του κατασκεύασε ένα πρόχειρο καλύβι στην τοποθεσία Άλβες ή Άλοβες, όπου έμενε το χειμώνα και ένα καλύβι στους Ταταρήδες όπου έμενε το καλοκαίρι. Εκεί η παπαδιά του πήγαινε το φαγητό και ότι άλλο μπορούσε για να το βοηθήσει να επιζήσει. Το Τουρκόπουλο, όπως η παράδοση μας λέει, έγινε η αιτία πολλά από τα Πλατανίτικα σπίτια να γίνουν παρανάλωμα της φωτιάς, αφού υπέδειξε το ίδιο στα στρατεύματα του Ιμπραήμ τα σπίτια εκείνων των Πλατανιτών, που του είχαν συμπεριφερθεί σκληρά, ενώ αντιθέτως δεν πειράχθηκαν τα σπίτια εκείνων που του είχαν συμπεριφερθεί με αγάπη και συμπόνια.
Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι το γεφύρι πρέπει να χτίστηκε μετά το 1826.
Η αναφορά στον παπα-Τζανή γίνεται, γιατί ήταν ένας από του συντελεστές στο να κατασκευαστεί το γεφύρι στη σημερινή του θέση.
Οι Πλατανίτες είχαν επιλέξει ως πιο πρόσφορο σημείο κατασκευής του γεφυριού εκείνο που βρίσκεται ανατολικά και στο ίδιο ύψος του Λατσαίικου μύλου. Ο παπα-Τζανής αντέδρασε έντονα και κατασκευάστηκε εκεί που σήμερα βρίσκεται, για να έχει το προνόμιο πρώτος να δέχεται στο μύλο του τους πελάτες, που θα έρχονταν να αλέσουν τα σιτάρια τους και τους άλλους δημητριακούς καρπούς από τα γειτονικά χωριά, Αγιάννη, Μελιγού, Χάραδρο, κλπ.
Οι χτιστάδες του γεφυριού δεν είναι γνωστοί. Να ήταν Πελοποννήσιοι...ή Ηπειρώτες από την Πυρσόγιαννη, που ήταν ξακουστοί στο χτίσιμο των γεφυριών;
Τούτο το γεφύρι έδωσε στον ξωμάχο αγρότη, στον απλοϊκό τσοπάνο, στον ανήσυχο αγωγιάτη, στον κάθε ταξιδευτή περισσή ασφάλεια και τον έκανε να αισθάνεται δέος αλλά συγχρόνως και ευγνωμοσύνη για το δημιουργό του. Το Πετρογέφυρο του Πλατάνου το χάρηκαν πιο πολύ απ' όλους οι ταλαιπωρημένοι Πλατανίτες αγωγιάτες και τσοπάνηδες, που ανηφορίζανε στην καλντεριμένια σκάλα, οι πρώτοι για να μεταφέρουν την πραμάτεια τους στην παραλιακή Κυνουρία και Αργολίδα και οι δεύτεροι για να βοσκήσουν τα κοπάδια τους στα βοσκοτόπια που βρίσκονται στην ανατολική πλευρά του χωριού. 
Η βάση του. (Φώτο: ΑΓΠ).
 
Το γεφύρι αποτελούσε κυρίως το χειμώνα την μοναδική δίοδο προς την παραλιακή Κυνουρία.
Συντηρήθηκε για πρώτη και τελευταία φορά το έτος 1936 επί προεδρίας Παναγιώτη Κούκλη και έκτοτε παλεύει μόνο του και αντιστέκεται τόσο στα χιονοβόρια, όσο και στις ορμές των υδάτινων όγκων που συγκεντρώνονται από τη Λεπίδα και τους γύρω χειμάρρους.
Το πανέμορφο τούτο πετρογέφυρο με την πλούσια βλάστηση, που αγκαλιάζει το Βρασιάτη ποταμό, άκουσε και είδε πολλά στην πολυετή ζωή του. Άκουσε τα πρόσχαρα και αθώα χαμόγελα των παιδιών που κολυμπούσαν στις λιμνούλες που υπήρχαν κοντά του. Άκουσε τα τραγούδια των των Πλατανιτών που το διάβαιναν μέρα και νύχτα και τους μελωδικούς ήχους από τις φλογέρες των τσοπάνηδων που τις συντρόφευαν τα αρμονικά κουδουνίσματα των κοπαδιών τους, όταν κατηφόριζαν για να δροσιστούν στα γάργαρα νερά του ποταμιού.
Ένιωσε καυτό το δάκρυ των Πλατανιτών που ξενιτεύτηκαν και δεν ξαναγύρισαν από τη μακρινή ξενιτειά.
Το όμορφο αυτό γεφύρι που αποτελεί μνημείο για τον παραδοσιακό Πλάτανο, πρέπει να συντηρηθεί και να ζήσει, για να το βλέπουν οι γενιές που θα ακολουθήσουν και για να εκτιμήσουν τα έργα των προγόνων τους.”


Σημειώσεις-βιβλιογραφία.

(1). Βασίλειος Χ. Κούκλης. “Αναζητώντας τις ρίζες μας. Ο Πλάτανος” Το δροσόλουστο χωριό της Κυνουρίας από το λυκαυγές του βίου του. Αθήνα 1993. Εκδόσεις Καλαμάς, σελ. 238-239-240.
Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι στον Πλάτανο Κυνουρίας.

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Bursa Tahiri irgandi koprusu - Η γέφυρα με τα καταστήματα στην Προύσα της Μυσίας.

Πρόκειται για μια από τις τέσσερις ίδιας κατασκευής γέφυρες με καταστήματα στον κόσμο.
Έχει ένα τόξο και χτίστηκε το 1442. Έπαθε ζημιές από τον
σεισμό του 1854 ενώ το 1922 βομβαρδίστηκε από τον Ελληνικό στρατό. 
Bursa Tahiri Irgandi koprusu. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου. (ΑΓΠ)
 Το 2004 ανακαινίστηκε από τον δήμο και δόθηκε για χρήση σε διάφορα εργαστήρια χειροτεχνίας και καταστήματα. Υπάρχουν επάνω της 30 καταστήματα.
Συνδέει τις δύο περιοχές της Προύσας Osmangazi και Yildirim και είναι χτισμένη επί του ποταμού Γκιπτερέ, που έρχεται από το Όλυμπο (Uludag) της Μυσίας.


Τα καταστήματα. Φωτο: ΑΓΠ
Για τη γέφυρα αυτή υπάρχουν μαρτυρίες  από τον Evliya Celebi, όταν πέρασε από την Προύσα και ο οποίος περιγράφει την αρχιτεκτονική της, κατά τον 17ο αιώνα.
Ο ντόπιος, καθηγητής και φίλος, Levent Sen, μας λέει για τη σπουδαία και ιστορική αυτή γέφυρα:
Με τον Levent Sen. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.(ΑΓΠ)
 «Βρισκόμαστε στη γέφυρα Irgandi, που είναι χτισμένη στον ποταμό Γκιπτερέ. Χτίστηκε το 1442, από τον γιο του Αλή Ριρ για να ενώσει τις δυο πλευρές της πόλης. Είναι φημισμένη για τα καταστήματα που είναι πάνω σ’ αυτή και είναι μέσα στις τέσσερις γέφυρες με καταστήματα που υπάρχουν στον κόσμο.

Σχέδιο του 1897.
 
 Επισκευάστηκε τα χρόνια 1855, 1922 και η τελευταία επισκευή έγινε το 2004, 60 εκατοστά ψηλότερα από ότι η παλιά. Ένας από τους σπουδαίους ανθρώπους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο Evliya Celebi, όταν είδε αυτή τη γέφυρα, έγραψε τις εντυπώσεις του γι’ αυτή τη γέφυρα».
Παλιά φωτογραφία από Vedat Kantin
Χειμωνιάτικη φωτογραφία από τον Ibrahim Kocaoglu

Περισσότερα για την Bursa Tahiri Irgandi koprusu στο video:

 
 

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Γέφυρα Διαβόλου στη Ροδόπη - Dyavolski most - Devil’s bridge - Seytan koprusu. Bulgaria – Βουλγαρία.

   Πρόκειται για μια πέτρινη γέφυρα, που γεφυρώνει τον ποταμό Άρδα, σε ένα στενό του φαράγγι. Απέχει 10 χιλ. από το βουλγαρικό χωριό Ardino, στα βουνά της Ροδόπης και αποτελούσε μέρος του αρχαίου δρόμου, που συνέδεε τις πεδινές περιοχές της Θράκης με τις ακτές του βόρειου Αιγαίου.
Γέφυρα Διαβόλου στη Ροδόπη. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου).
 Χτίστηκε μεταξύ 1515 και 1518 από τους Οθωμανούς, έχει μήκος 56 μ, μια μεγάλη καμάρα με άλλες δυο μικρότερες εκατέρωθεν αυτής, καθώς επίσης και τρία τοξωτά με κάθετα τα πλαϊνά τους ανακουφιστικά παράθυρα και ένα ακόμα τριγωνικό με τοξωτή την υποτείνουσά του, αριστερά από κατάντη, προβόλους, στηθαία, μια σειρά θολίτες, ανηφορική και καλντεριμωτή βάση, ενώ τα βάθρα του, μεσόβαθρα και ακρόβαθρα, πατάνε σε πέτρα.
Έχει επισκευαστεί τελευταία, και ακόμη εκτελούνται εργασίες, με έξοδα της ΕΕ και αναμφισβήτητα πρόκειται για μια εντυπωσιακή και πανέμορφη κατασκευή, παγκόσμιο μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς, με πλάτος 3,5 μ. και ύψος της μεγάλης καμάρας 11,50 μέτρα.
Τα τόξα του. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

Κατασκευαστής της είναι ο πρωτομάστορας Dimitar από το κοντινό χωριό Nedelinο και είναι η πιο σπουδαία καμπυλωτή γέφυρα του ποταμού Άρδα, στη Βουλγαρία. Χτίστηκε στη θέση παλιάς ρωμαϊκής γέφυρας κατά μήκος του αρχαίου δρόμου (Εγνατία), που ένωνε τη βόρεια θρακική πεδιάδα με το Αιγαίο.
Είναι ένα από τα πολλά «Διαβολογέφυρα» που υπάρχουν ανά την Ευρώπη. Ο λόγος που μερικοί ντόπιοι διστάζουν και φοβούνται να διασχίσουν την γέφυρα νύχτα, έχει τις ρίζες του σε διάφορες λαϊκές παραδόσεις.
Μια παράδοση λέει ότι η σύζυγος του πρωτομάστορα πέθανε κατά το χτίσιμο και έτσι η σκιά της έμεινε στο γεφύρι. Μια άλλη λέει ότι το χνάρι του διαβόλου μπορεί να βρεθεί κάπου στα βράχια.
Η Βάση του. (Φωτο: ΑΓΠ).

  Ενώ όλες αυτές οι παραδόσεις υπάρχουν, η γέφυρα δεν παύει να είναι μια από τις εντυπωσιακότερες και ομορφότερες στο χώρο των Βαλκανίων και η αλήθεια είναι ότι το πέρασμά της τη νύχτα δεν γίνεται και με την καλλίτερη δυνατή ψυχολογία.
Έχει κηρυχτεί πολιτιστικό μνημείο από το 1984, είναι από τα πλέον επισκέψιμα γεφύρια της Βαλκανικής και το 1988 γυρίστηκε εδώ η βουλγαρική ταινία “Time of Violence” (Βουλ. Vreme Razdelno).

 The Dyavolski most is located 10 km from the Bulgarian town of Ardino in the Rhodope mountains and is part of the ancient road connecting the lowlands of Thrace with the north Aegean Sea coast.
Was built between 1515 and 1518 by the Ottomans and the builder was Dimitar from the nearly village of Nedelino.
The bridge, the largest and the best known of its kind in the Rhodope, is 56 m long and has three arches, but also features holes with small semi-circular arches to read water level.
It was built over a demolished Roman bridge and cuts from the steep slopes of the Rhodope mountains and was declared a culture monument in 1984.

Περισσότερα για τη γέφυρα του Διαβόλου στο παρακάτω video: