Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Μονοπάτι Άγιος Πολύκαρπος - Βύθορο Αρτεμισίας - Ι.Μ. Βελανιδιάς Καλαμάτας


  Λέγεται ότι άρχισε να κατασκευάζεται την περίοδο της Α’ Ενετοκρατίας (Φραγκοκρατίας) στην Πελοπόννησο, μετά το χτίσιμο της καστροπολιτείας του Μυστρά, ακριβώς για να ενώσει τον Μυστρά με τις Καλάμαις (Καλαμάτα).
  Ήταν στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του λιθόστρωτο (καλντερίμι), με μάντρα στο μέρος του γκρεμού για στήριξή του (ξερολιθιά) και είχε πλάτος περίπου δύο μέτρα. Το μήκος του ήταν δέκα χιλιόμετρα, από τα οποία τα οκτώ περίπου ανήκουν στα όρια της Τοπικής Κοινότητας Αρτεμισίας (Τσερνίτσα), ενώ τα υπόλοιπα στα όρια της Δημοτικής Κοινότητας Καλαμάτας του δήμου Καλαμάτας.
   Ξεκινούσε από τη Βελανιδιά και κατέληγε στον Άγιο Πολύκαρπο. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο στο κεντρικό μονοπάτι που συνέχιζε μέχρι το Μυστρά, αλλά και σε αυτά που συνέδεαν τα πισινά χωριά μεταξύ τους δεν υπήρχε καλντερίμι. Με εξαίρεση βέβαια κάποια σημεία στα οποία υπήρχαν λάσπες. 
Από το Άγιο Πολύκαρπο μέχρι το γεφύρι της Ματζίνειας λειτουργεί τώρα σαν αγροτικός δρόμος, ο οποίος συνεχίζει προς τα χτήματα της ομώνυμης περιοχής και αφού κάνει ένα μεγάλο κύκλο καταλήγει εκατό περίπου μέτρα πριν το γεφύρι του Αγίου Γεωργίου Αλαγονίας.
Περνώντας πάνω από το γεφύρι της Ματζίνειας και ακολουθώντας το ημιονικό μονοπάτι μήκους περίπου ενάμιση χιλιομέτρου, βγαίνουμε στον αγροτικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο προς Αλαγονία και ακολουθώντας τον μετά από πεντακόσια μέτρα συναντάμε το εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Αρτεμισίας. Κάτω από το εκκλησάκι και πάνω από την απέναντι όχθη του Νέδοντα βρίσκεται ο νερόμυλος του Δημητρίου Γιαννόπουλου με το προσωνύμιο Ρεντίφης, ο γνωστός στην περιοχή μύλος του "Ρεντίφη". Ο μύλος του Ρεντίφη ανακατασκευάστηκε σχετικά πρόσφατα με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ημέρα της γιορτής της Μεταμόρφωσης ο ιδιοκτήτης, μετά τη λειτουργία, θέτει σε κίνηση το μύλο για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι. Εκτάκτως λειτουργεί μετά από συνεννόηση, κυρίως για λογαριασμό διαφόρων συλλόγων που τον επισκέπτονται.
Επισημαίνεται ότι ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα περνώντας μέσα από το χτήμα του Ρεντίφη και ακολουθώντας έναν παλιό ανηφορικό μονοπάτι μήκους 500 περίπου μέτρων να συναντήσει έναν αγροτικό χωματόδρομο και ακολουθώντας τον, μετά από ένα περίπου χιλιόμετρο,να βρεθεί στην Αρτεμισία.
Μονοπάτι Βελανιδιάς-Αγ. Πολυκάρπου. (Φωτο:  Ηλ. Λάζαρος)

   Αδιάβατο είναι το μονοπάτι που από το γεφύρι του Βυρού οδηγούσε στην Αρτεμισία , αφού έχει κλίσει από θάμνους, δέντρα και βάτα. Αν καθαριστεί, μετά από οχτακόσια περίπου μέτρα ανηφορικής πορείας, συναντάμε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο προς το μύλο του Ρεντίφη και την Αλαγονία. Ακολουθώντας τον δρόμο αυτόν μετά από ένα περίπου χιλιόμετρο συναντάμε το εκκλησάκι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Αρτεμισίας. Αν ακολουθήσουμε την παράκαμψη προς τα δεξιά αφού περάσουμε μέσα από τα ερείπια του παλιού οικισμού της Τσερνίτσας φτάνουμε στον νέο οικισμό, την σημερινή Αρτεμισία.
  Σκοπός της κατασκευής από  τους Φράγκους του ημιονικού αυτού δρόμου ήταν η δημιουργία ενός συγχρόνου για τα δεδομένα της εποχής δρόμου, που θα συνέδεε τις Καλάμαις (Καλαμάτα) με τον Μυστρά και αντιθέτως, προκειμένου να αντικαταστήσει τους παλιούς.
  Μέχρι τότε οι κάτοικοι της Καλαμάτας και του Μυστρά χρησιμοποιούσαν δύο δρόμους – μονοπάτια για τις διάφορες επαφές τους.
   Ο ένας στενός, σχετικά δύσβατος και μακρύτερος και για το λόγο τούτο ανενεργός, οδηγούσε στην Καλαμάτα και την αρχαία Μεσσήνη μέσω του ιερού της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος, στη θέση Βόλιμνος της ευρύτερης περιοχής της Ρογκοζονίτσας του χωριού Τσερνίτσα, σημερινής Αρτεμισίας.
Γεφύρι Αγίου Πολυκάρπου. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.
  Ο άλλος ήταν ο δρόμος του «Αετού» ή «Αέρα», που χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους της Καλαμάτας, Μυστρά αλλά και απ΄αυτούς των χωριών Λαδά, Καρβέλι, Τσερνίτσα, Μικρή Αναστάσοβα (Πηγές), Σίτσοβα (Αλαγονία) και Μεγάλη Αναστάσοβα (Νέδουσα). Περνούσε από τα Λαδοκάρβελα, ήταν πιο σύντομος από τον πρώτο και ειδικότερα όταν φόρτωναν τα προϊόντα τους στα ζώα και τα μετέφεραν από τα ορεινά κτήματά τους στην Καλαμάτα. Το όνομα Αετός δόθηκε επειδή το διάσελο πάνω από το χωριό Καρβέλι, στο βουνό «Πελενίτσα», μοιάζει με αετό που έχει ανοιγμένα τα φτερά του, ενώ Αέρας ονομαζόταν επειδή στο σημείο αυτό, που είναι ανοιχτό και βλέπει το Μεσσηνιακό κόλπο, φυσάει δυνατός αέρας. Ο δεύτερος αυτός δρόμος μπορεί να ήταν συντομότερος, σε σχέση με τον πρώτο, όμως μετά το Καρβέλι και συγκεκριμένα μετά τη θέση «Τίκλα» ή «Παλιόκαστρο» ήταν πολύ στενός και δύσβατος.
   Έτσι αποφασίστηκε η κατασκευή του νέου δρόμου – μονοπατιού που θα ένωνε Καλαμάτα και Μυστρά. (1)
Ηλίας Λάζαρος. Σμήναρχος(ΤΥΕ) ε.α. Φωτο: ΑΓΠ

  Ο Σμήναρχος (ΤΥΕ) ε.α. Ηλίας Αθανασίου Λάζαρος, ντόπιος από την Αρτεμισία (Τσερνίτσα) και ευρισκόμενοι απέναντι από τη θέση «Γκρεμισμένες Γυναίκες»(2), επί του καινούργιου δημοσίου δρόμου, μας λέει: «Απέναντί μας βλέπουμε το παλιό, πετρόχτιστο, περίτεχνο μονοπάτι, το οποίο οδηγούσε από τη βελανιδιά μέχρι το γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου. Πότε ακριβώς φτιάχτηκε το μονοπάτι δεν είμαστε σίγουροι. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες μας παραπέμπουν στην εποχή της Ενετοκρατίας και συγκεκριμένα  όταν δημιουργήθηκε η καστροπολιτεία του Μυστρά. Επειδή ο δρόμος ο οποίος συνέδεε την Καλαμάτα με τον Μυστρά, ο οποίος περνούσε από τα Λαδοκάρβελα ήταν δύσβατος, προσπάθησαν να φτιάξουν έναν καινούργιο δρόμο, αυτόν που βλέπουμε απέναντι. Όμως το έργο δεν ολοκληρώθηκε μετά την αποχώρηση των Φράγκων (Ενετών). 
Ο Πέτρος Δημάκης  στην διαθήκη του με αριθμό 1004/14-11-1854, η οποία συντάχτηκε στην Αθήνα, μεταξύ άλλων αναφέρει σχετικά με  τα χρήματα, τα οποία θα συγκεντρώνονταν από τα ενοίκια του  σπιτιού του το οποίο είχε δωρίσει στο Ελληνικό κράτος (Μονή Τιμίου Προδρόμου ή Μελε Τσερνίτσας), που βρισκόταν κοντά στο Σύνταγμα επί της οδού Ερμού και αργότερα στεγαζόταν το υπουργείο Παιδείας,όσα χρήματα περισσεύουν να χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του δρόμου από Καλαμάτα εις τον δήμο Αλαγωνίας και από κει μέχρι το Μυστρά (Σπάρτη). Κάποιοι με τη λέξη να κατασκευάζεται θεώρησαν ότι εννοεί τον δρόμο αυτόν εδώ (Εθνική οδό Καλαμάτας - Αρτεμισίας - Σπάρτης). Αυτό είναι λάθος διότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Προφανώς εννοούσε να ανακατασκευαστεί το υπάρχον μονοπάτι αλλά και το υπόλοιπο τμήμα του δρόμου από του Λαγού το χάνι προς Τσερνίτσα -  Λαγκάδα - Μυστράς, κατά κάποιν τρόπο ώστε να έχουν πρόσβαση σε αυτό και ιππήλατες άμαξες (κάρα), που ήταν τα μεταφορικά μέσα της εποχής εκείνης. 
Πιο ψηλά βλέπουμε έναν αγροτικό δρόμο. Ο δρόμος αυτός έχει χαραχτεί  στα ίχνη παλαιού δρόμου, ο οποίος οδηγούσε στο Ιερό της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος και εν συνεχεία στο χωριό Γαρδίκι και από κει στην αρχαία Μεσσήνη. Λέγεται ότι απ’ αυτό το δρόμο πέρασαν οι Σπαρτιάτες και έγινε η μάχη στη θέση του Βόλιμνου». 
Γεφύρι Βυρού. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
  Πρόκειται για τις πρώτες αψιμαχίες που έγιναν μεταξύ Μεσσηνίων και Σπαρτιατών κατά τη διάρκεια της επεκτατικής πολιτικής των δεύτερων προς τη Μεσσηνία, με επικεφαλής τον βασιλιά της Σπάρτης Τήλεκλο. Στην πρώτη αυτή επεκτατική φάση, ο Τήλεκλος από το γένος των Αγιαδών (το άλλο βασιλικό γένος  ήταν των Ευρυπωντιδών) εγκατέστησε Λάκωνες αποίκους στην κοιλάδα του Νέδοντα, με σκοπό να ελέγχει το πέρασμα προς τη Μεσσηνία. Δεν μπόρεσε όμως ο ίδιος να δώσει συνέχεια στο επεκτατικό πρόγραμμα της Σπάρτης γιατί κατά τη διάρκεια της κοινής γιορτής Μεσσηνίων και Σπαρτιατών  στο ναό της Λυμνάτιδος Αρτέμιδος, μια ομάδα Μεσσηνίων τον σκότωσε μαζί με τη συνοδεία του. Οι Σπαρτιάτες χρησιμοποίησαν αργότερα και αυτό το γεγονός σαν μια σπουδαία δικαιολογία για να καταλάβουν όλη την Μεσσηνιακή επικράτεια.
   Το μονοπάτι Αγίου Πολυκάρπου – Βύθορο – Καλαμάτα εξυπηρετούσε κυρίως τους κατοίκους των χωριών Μεγάλη Αναστάσοβα, Σίτσοβα, Μικρή Αναστάσοβα και Τσερνίτσα αλλά και τους αγωγιάτες από Δυρράχι Αρκαδίας, Καστανιά, Λογκανίκο και Βορδόνια Λακωνίας προς Καλαμάτα και αντιστρόφως μέχρι το 1935.
Γεφύρι Ματζίνειας. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.
  Στο μονοπάτι αυτό εκτός από το χάνι του Λαγού υπήρχαν και λειτουργούσαν και άλλα τρία χάνια της εποχής, ερείπια των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα και ήταν του Ψυχογιού, του Μέλιου και του Κλέρα.
   Επί του μονοπατιού από τον Άγιο Πολύκαρπο μέχρι τη Βελανιδιά τα παραπάνω χάνια κατείχαν την εξής θέση κατά σειρά:
   Πρώτο υπήρξε του Λαγού το χάνι, δίπλα στο γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου. Αρχικός ιδιοκτήτης του υπήρξε ο Ηλιόπουλος με το προσωνύμιο «Λαγός». Προτελευταίος ο Ηλιόπουλος με το προσωνύμιο «Τσιντός» και τελευταίος ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος με το προσωνύμιο «Τσιντάκος», γιός του προηγούμενου. Όλοι κατάγονταν από την Τσερνίτσα. Κατά την πρώτη φάση της διάνοιξης του αμαξιτού δρόμου Καλαμάτας – Αρτεμισίας – Σπάρτης το 1935, έγινε και η υφιστάμενη διακλάδωση μέχρι του Λαγού το Χάνι και το γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου, με σκοπό αργότερα να συνεχιστεί ο δρόμος μέχρι τη Νέδουσα. Αποτέλεσμα αυτού ήταν το χάνι να μετατραπεί, από τους κατοίκους της Νέδουσας, κυρίως σε αποθήκη διαμετακόμισης προϊόντων με αυτοκίνητα ή κάρα προς την Καλαμάτα και αντιστρόφως. Για την αντίστοιχη διακίνηση των προϊόντων των κατοίκων της Αλαγονίας και των Πηγών, επί του αμαξιτού δρόμου εκεί όπου υπάρχει σήμερα η παράκαμψη προς την Αλαγονία, δύο χιλιόμετρα περίπου πιο πάνω από την παράκαμψη προς Νέδουσα στην άκρη του εθνικού δρόμου, έγινε μια πρόχειρη αποθήκη από τον Γιαννουκάκη κάτοικο Αρτεμισίας. Το 1938 περίπου, ο δρόμος είχε φτάσει στο σταυροδρόμι εκεί που σήμερα υπάρχει η διακλάδωση προς Νιχώρι – Δυρράχι και το δασαρχείο ανέλαβε την διάνοιξη του δρόμου μέχρι το Νιχώρι. Το 1939 το έργο είχε κατασκευαστεί κατά το ήμισυ και ολοκληρώθηκε μετά το 1950. 
Λαδοκαρβελιώτικο γεφύρι.

Το γεγονός αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι αγωγιάτες και οι κάτοικοι από τα χωριά πίσω από το βουνό του Αγίου Παντελεήμονα Καστανιά, Βορδόνια, Νιχώρι, Δυρράχι κλπ να πάψουν να χρησιμοποιούν το μονοπάτι και αυτοί που είχαν τα χάνια να χάσουν αρκετούς από τους πελάτες τους. Το 1955 ολοκληρώθηκε η διάνοιξη του δρόμου Λαγού Χάνι – Νέδουσα, χωρίς ο εργολάβος που είχε αναλάβει το έργο να προκαλέσει ζημιές στο χάνι. Αυτό σήμανε και το τέλος της λειτουργίας για το εν λόγω χάνι. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης, θεωρώντας ότι το χάνι του ήταν άχρηστο, πούλησε τις πέτρες που ήταν χτισμένο σε κάποιον που είχε ασβεστοκάμινο και έτσι οι πέτρες από το ιστορικό χάνι του Λαγού έγιναν ασβέστης.
   Το χάνι Ψυχογιού βρισκόταν σε απόσταση τριών χιλιομέτρων περίπου απ’ αυτό του Λαγού, εντός των ορίων της Τσερνίτσας. Ο Ψυχογιός καταγόταν από την Αλαγονία (Σίτσοβα).
 
Το μονοπάτι Βελανιδιάς-Αγ. Πολυκάρπου. (Φωτο:ΑΓΠ)
   Το χάνι του Μέλιου ή Μελιού βρισκόταν εντός των ορίων της Αρτεμισίας, τέσσερα περίπου χιλιόμετρα μετά το χάνι Ψυχογιού και συγκεκριμένα στη βάση της αριστερής γωνίας του τραπεζοειδούς σχήματος που ορίζει την τοποθεσία «Γκρεμισμένες Γυναίκες». Ο Μέλιος καταγόταν από τη Μεγάλη Αναστάσοβα αλλά οι απόγονοί του εγκαταστάθηκανστη Σίτσοβα.
   Το χάνι του Κλέρα βρισκόταν εντός των ορίων του τέως δήμου Καλαμών, σημερινής δημοτικής ενότητας Καλαμάτας, σε απόσταση ενάμιση χιλιομέτρου από το χάνι του Μέλιου. Ο Κλέρας καταγόταν από την Καλαμάτα.
   Τα χάνια του Ψυχογιού, του Μέλιου και του Κλέρα λειτούργησαν περίπου μέχρι το 1935 και στη συνέχεια μετατράπηκαν σε μαντριά.
   Το μονοπάτι έχει ήπιες ανηφόρες και κατηφόρες και το ψηλότερο σημείο του είναι ένα χιλιόμετρο περίπου πριν φτάσουμε, με κατεύθυνση προς Καλαμάτα, στο χάνι του Μέλιου.
Από το αρχείο του Ηλία Λάζαρου
  Η περίτεχνη αυτή κατασκευή Καλαμάτας – Βελανιδιάς – Βύθορου – Τσερνίτσας – Αγίας Παρασκευής Τσερνίτσας – Προφήτης Ηλίας Μικρής Αναστάσοβας – Λαγκάδας – Μυστρά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Τελευταία έργα ήταν το χτίσιμο των πέτρινων γεφυριών του Αγίου Πολυκάρπου και  της Ματζίνειας στην περιοχή της Τσερνίτσας, του Παντελικού στην περιοχή  της Μεγάλης Αναστάσοβας και του Αγίου Γεωργίου στην περιοχή της Σίτσοβας τη δεκαετία του 1910, που ήταν κομμάτια του μονοπατιού και εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του κόσμου της περιοχής.
  Τη δεκαετία του 1920, είχε αρχίσει σιγά - σιγά να μπαίνει στη ζωή μας το αυτοκίνητο και η ολοκλήρωση του δρόμου – μονοπατιού εγκαταλείφτηκε γιατί ξεκίνησε η χάραξη – σχεδίαση και κατασκευή του αμαξιτού δρόμου Καλαμάτας – Αρτεμισίας – Σπάρτης, που διακόπηκε το 1940 και συνεχίστηκε το 1950.
  Το 1986 με τους καταστρεπτικούς σεισμούς στην Καλαμάτα το μονοπάτι υπέστη σοβαρότατες ζημιές στα τοιχία του.
  Το 1997-98 έγιναν διάφορες μικροεπισκευές με χρηματοδότηση 6-7 εκατομμυρίων δραχμών του Δασαρχείου Καλαμάτας. Το έργο είχε αναλάβει ο Αντώνης Μπαρσίνικας  από του Λαδά και οι επισκευές περιελάμβαναν την αποκατάσταση στις μάντρες του μονοπατιού,  που είχαν γκρεμιστεί από το σεισμό και όχι αυτές που είχαν καταρρεύσει πριν πολλά χρόνια στις σάρες, τον καθαρισμό του από τις πέτρες και το κόψιμο των δέντρων και των θάμνων.
Φαράγγι Νέδοντα. Θέση "Γκρεμισμένες Γυναίκες". Φωτο: ΑΓΠ

   Έκτοτε δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια συντήρησής του και το μονοπάτι έχει αφεθεί στην τύχη του και τις διαθέσεις του καιρού και της φύσης.
  Ιδού πεδίον δράσης λαμπρόν για τους τοπικούς πολιτιστικούς φορείς και κυρίως την τοπική αυτοδιοίκηση για την αποκατάσταση του παλιού και ιστορικού αυτού μονοπατιού και την απόδοσή του στις νεότερες γενιές αλώβητο και περήφανο.

Σημειώσεις – βιβλιογραφία
  (1). Oι επιπλέον πληροφορίες, πέραν των προφορικών, για το μονοπάτι (Χάνια, Νερόμυλοι, Επισκευές, Γκρεμισμένες Γυναίκες, σχόλια, κλπ)  παρασχέθηκαν από τον Σμήναρχο (ΤΥΕ) ε.α. Ηλία Αθανασίου Λάζαρο, από την Αρτεμισία (Τσερνίτσα). Τα στοιχεία αυτά και πολύ περισσότερα θα συμπεριφερθούν στο υπό έκδοση βιβλίο του «Πισινοχωρίτες Αγωνιστές 1821-1829», πολλά εκ των οποίων μετεφέρθησαν αυτούσια.  Τον ευχαριστώ.
 (2). Η τοποθεσία "Γκρεμισμένες Γυναίκες" βρίσκεται στο Ν.Δ. μέρος της περιοχής Αρτεμισίας και συγκεκριμένα είναι ο λόφος κάτω από την Ρογκοζωνίτσα και λίγο πιο πάνω από τη Στράκοβα στη δυτική πλευρά του ποταμού Νέδοντα, απέναντι από τον εθνικό δρόμο Καλαμάτας-Σπάρτης, στο 10ο χιλιόμετρο από την Καλαμάτα.
Στην περιοχή, την 28-05-1825 γυναίκες κυρίως από την Τσερνίτσα, εγκλωβίστηκαν από αποσπάσματα τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ και είτε σφάχτηκαν μαχόμενες είτε προτίμησαν τον ηρωϊκό θάνατο πέφτοντας στο χάος και τα βράχια. Τα γονικά και τα παιδιά τους τις πέρασαν στην αθανασία, ονομάζοντας την τοποθεσία αυτή "Γκρεμισμένες Γυναίκες".

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Μυκηναϊκός δρόμος Μ.Δ.1


  Πρόκειται για τον καλλίτερα διατηρημένο μυκηναϊκό δρόμο, που ακολουθεί την διαδρομή Πύλη Λεόντων Μυκηνών – Βόρεια πλαγιά του λόφου της Ακρόπολης των Μυκηνών – Ανατολικά, χαράδρα Χάβου.
Μ.Δ.1. Λυκοτρούπι. (Φωτο: ΑΓΠ)

 Περνά κατόπιν τη μυκηναϊκή γέφυρα της Δρακονέρας, ανεβαίνει στο διάσελο ανάμεσα σε Αγριοβουνάκι ή  Κοντοβούνι και Δελόκορμο προς το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα). Ακολουθεί τη νότια πλευρά του Κοντοβουνίου, περνά τη μυκηναϊκή γέφυρα Λυκοτρούπι, ανεβαίνει με μια ελαφριά και σταθερή κλίση πρώτα ΝΑ και μετά ΒΑ προς την κοιλάδα Κεφαλαρίου (Αστερίωνας) Στεφανίου, κατά μήκος της δυτικής όχθης του Αστερίωνα. 
Ο μυκηναϊκός δρόμος Μ.Δ.1. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Στον παλιό ξερόμυλο της Μονής Στεφανίου συναντάμε μία ακόμη μυκηναϊκή γέφυρα και κατόπιν στην τοποθεσία «Λιμνιάτη» βλέπουμε τα υπολείμματα κυκλώπειας κατασκευής, που στήριζαν το δρόμο. Η πορεία του δρόμου είναι εύκολη μέχρι τον νερόμυλο των Ριζογιανναίων, που σώζεται σε καλή κατάσταση στην απέναντι πλευρά του Αστερίωνα. (1)
  Λίγο πιο βόρεια συναντάμε ίχνη κυκλώπειων τειχών, που ο αρχαιολόγος Γεώργιος Μυλωνάς αναφέρει σαν «Νεροφυλάκειο», των πηγών του Αστερίωνα που βρίσκονται δίπλα. Στο ίδιο μέρος έχουν βρεθεί αρχαίοι τάφοι και ίχνη αρχαίου ιερού, όπου μεταξύ των άλλων αναθημάτων βρέθηκε ανάγλυφο με τον Σμινθέα Απόλλωνα. Στο σημείο αυτό ο δρόμος συναντιέται με τον Μ.Δ.2.
Ο Μ.Δ.1 σε γραμμική Β'.(Φωτο: ΑΓΠ)
  Ο δρόμος κατόπιν συνέχιζε προς Βορρά, το πέρασμα του Μαυρονερίου (Χούνη), όπου υπάρχει σε λόφο της περιοχής Μυκηναϊκό οχυρό και κατόπιν κατέβαινε προς την κοιλάδα των Κλεωνών και την Κόρινθο.
  Ο δρόμος αυτός, όπως και οι υπόλοιποι δρόμοι ήταν σχεδιασμένοι και χαραγμένοι για μικρά και γρήγορα άρματα της εποχής. Οι δρόμοι αυτοί, προς τη μεριά του κάμπου, για την στήριξη και την ευθυγράμμισή τους στηρίζονταν σε τοιχία που αποτελούνταν από τεράστιους ογκόλιθους, που έφταναν μέχρι και τα 4-5 μέτρα ύψος. Σ΄αυτές τις κατασκευές, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, υπήρχαν στόμια προς τη μεριά του  Αστερίωνα, για την συλλογή των υδάτων και την αποφυγή καταστροφής του καταστρώματος, που λειτουργούσαν σαν ένα είδος σύγχρονου συστήματος απορροής υδάτων. Υπάρχουν δεκάδες τέτοια στόμια που διοχέτευαν το νερό από την επιφάνεια του δρόμου προς τον ποταμό.
Με τον Αντώνη και το Σωτήρη. (Φωτο: ΑΓΠ)
Το πλάτος του δρόμου έφτανε τα 2,5 μέτρα, καλύπτοντας τις ανάγκες της κίνησης της εποχής και ήταν στρωμένος με ψιλό χαλίκι για να είναι άνετα προσβάσιμες στα άλογα και τα άρματα. Προφανώς γινόντουσαν και συντηρήσεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα από τους κυβερνήτες της εποχής. Είναι πολύ πιθανό στις στροφές με την κλίση προς τον γκρεμό και κυρίως στα γεφύρια να υπήρχαν στηθαία για την ασφάλεια των αλόγων και των αρμάτων.
Οι μυκηναϊκοί δρόμοι συνέδεαν τα μυκηναϊκά κέντρα και την Ακρόπολη με τα λιμάνια στο Βορρά και αυτά του Αιγαίου και η ανακάλυψή τους και η χαρτογράφησή τους έγιναν το 1884 από τον Γερμανό λοχαγό Bernhard και συμπληρώθηκαν από τις νεώτερες έρευνες. 
Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.
Πέρα από τους δύο προαναφερόμενους νερόμυλους (Ριζόγιαννη και Καλογερικό), ένας άλλος  μύλος στον ποταμό Αστερίωνα, αυτός του Κατσίγιαννη, εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ντόπιων σε αλέσματα. Θα πρέπει να τονιστεί ότι τα παλιότερα χρόνια η βιοποριστική και κοινωνική ζωή των Στεφανιωτών διαδραματιζόταν στην παραποτάμια περιοχή του Αστερίωνα, όπου υπήρχαν 12 νερόμυλοι, εκ των οποίων Στεφανιώτικοι ήταν οι τρεις προαναφερόμενοι, κατά σειρά δηλαδή του Ριζόγιαννη (2), του Κατσίγιαννη και ο Καλογερικός της Μονής Αγίου Δημητρίου Στεφανίου.
Μ.Δ.1. Στόμιο απορροής υδάτων. (Φωτο: ΑΓΠ)


Σημειώσεις-βιβλιογραφία
(1).  Ο μυκηναϊκός δρόμος Μ.Δ.1 έχει σημαδευτεί, αναδειχθεί και χαρτογραφηθεί και με  εθελοντικές ενέργειες του δραστήριου Μορφωτικού και Εκπολιτιστκού Συλλόγου Στεφανίου Κορινθίας (ΜΕΣΣΚ ) http://stephanion.gr/home.htm
  
 (2).  Σπουδαίο ρόλο στην ανάδειξη και γνωστοποίηση των μυκηναϊκών δρόμων έχει και ο Σωτήρης Ριζόγιαννης, συνοδοιπόρος στην προσπάθεια καταγραφής των μυκηναϊκών γεφυριών της ευρύτερης περιοχής, από το Στεφάνι Κορινθίας μέσω της  ιστοσελίδας του

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Τέσσερα σπουδαία πετρογέφυρα στην Κωνσταντινούπολη


Buyukcekmece koprusu-Γεφύρι της Μεγάλης λίμνης
Η σημαντική αυτή γέφυρα, απέχει 36 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη στην περιοχή Buyukcekmece (Μεγάλη λίμνη) και χτίστηκε κατά την περίοδο 1566-1567 από τον φημισμένο αρχιτέκτονα Mimar Sinan (1489-1588).
.Buyukcekmece koprusu. Το συγκρότημα των τεσσάρων γεφυριών. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

Αποτελείται από 28 τόξα και στην ουσία πρόκειται για ένα συγκρότημα τεσσάρων γεφυριών με διαφορετικό ύψος το καθένα και που από τα ανατολικά προς δυτικά έχουν αντίστοιχα 7-7-5 και 9 ανισοϋψή τόξα. Προκειμένου να στηρίξει τις βάσεις, ο Sinan δημιούργησε τρία μικρά νησάκια μέσα στη λίμνη, όπου πάνω τους πατάνε τα μεσόβαθρα της όλης κατασκευής. Πρόκειται πραγματικά για μια σπουδαία κατασκευή, για την οποία καμάρωνε ο Sinan, θεωρώντας την σαν "το αριστούργημα μου" όπως έλεγε.
Mimar Sinan. (Φωτο: ΑΓΠ)

Χτίστηκε με γκρίζα πέτρα πάνω στη Μεγάλη λίμνη και κοντά στη θάλασσα του Μαρμαρά για να ενώσει την Κωνσταντινούπολη με τη Δύση και τις σημαντικές πόλεις Silivri (Σηλυβρία) και Edirne (Αδριανούπολη). Λέγεται ότι στην ίδια θέση υπήρχε πριν ξύλινη γέφυρα, που είχε καταρρεύσει και για να διασχίσουν τη λίμνη χρησιμοποιούσαν σχεδίες. Πιστεύεται επίσης ότι στα πρώιμα βυζαντινά χρόνια και τα πρώτα της οθωμανικής παρουσίας εκεί υπήρχε γέφυρα πέτρινη, που αποτελούσε μέρος της Εγνατίας οδού.
Για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκαν 35-40.000 κυβικά μέτρα πέτρας και λέγεται ότι στοίχησε 11.450.000 χρήματα της εποχής (φλουριά), που πληρώθηκαν από το κρατικό ταμείο. Ξεκίνησε να χτίζεται κατά το τελευταίο έτος της βασιλείας του Σουλειμάν (1566), για να περάσει ο στρατός του για την εκστρατεία του το 1566 στο szigetvar της Ουγγαρίας και τελείωσε το πρώτο χρόνο της βασιλείας του γιού του Σελίμ Β’ (1567).
Οι τρεις δυτικές γέφυρες. (Φωτο: ΑΓΠ)

Το συγκρότημα, μια αριστοτεχνική πραγματικά κατασκευή, έχει μήκος 636, πλάτος 7,17 μέτρα και τα στηθαία του 0,80 μέτρα ύψος. Έχει προβόλους και η επιφάνειά του είναι στρωμένη με μεγάλες παραλληλόγραμμες πέτρες (καλντερίμι)
Εκτεταμένες επισκευές έγιναν την περίοδο 1986-1989 από την γενική διεύθυνση αυτοκινητοδρόμων. 
Ο μητροπολιτικός δήμος της Κωνσταντινούπολης (Buyuksehir Belediyesi), προκειμένου να τιμήσει τον μεγάλο αρχιτέκτονα που όπως λέγεται έχει αφήσει πίσω του 335 αρχιτεκτονικά έργα (τζαμιά, γεφύρια, μουσεία, βρύσες, χαμάμ, κλπ), έστησε το άγαλμά του το 2007 μπροστά στην είσοδο της γέφυρας, από τη μεριά της Κωνσταντινούπολης.

Silivri koprusu – Γέφυρα Σηλυβρίας
Είναι χτισμένη στον ποταμό που διασχίζει την πόλη Silivri (Σηλυβρία της Προποντίδας, το φημισμένο προάστιο της Πόλης), με γκρίζο ασβεστόλιθο, πάνω στο δρόμο που συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με την Αδριανούπολη και 500 μέτρα περίπου πριν την εκβολή του ποταμού στη θάλασσα του Μαρμαρά..
Silivri koprusu. Γεφύρι Σηλυβρίας.  (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

Είναι και αυτή η σπουδαία και ογκώδης κατασκευή έργο του μεγάλου αρχιτέκτονα Mimar Sinan και κατασκευάστηκε το 1568 επί Σελήμ Β', γιου του Σουλειμάν, στη μνήμη του οποίου αφιερώθηκε.
Γέφυρα Σηλυβρίας. (Φωτο: ΑΓΠ)

Το μήκος της είναι 368 μέτρα, έχει καλντεριμωτή επιφάνεια και αποτελείται από 32 άνισα τόξα, τα περισσότερα των οποίων είναι οξυκόρυφα ενώ το στηθαίο του έχει ύψος 0,80 μέτρα.
Κατά περιόδους υπέστη διάφορες επισκευές με πρόσφατη αυτή του 1986-1989, όπου οι συντηρήσεις ήταν εκτεταμένες, από τη διεύθυνση αυτοκινητοδρόμων της Τουρκίας. Από το 2006 είναι κλειστή για τα οχήματα.

Kucukcekmece koprusu – Γέφυρα Μικρής λίμνης
Η κατασκευή της άρχισε, από τον Mimar Sinan και αυτή, επί σουλτάνου Σουλεϊμάν πιθανόν το 1560 και ολοκληρώθηκε από τον γιό του Σελίμ Β’. Δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία κατασκευής της επειδή δεν βρέθηκε καμιά προς τούτο επιγραφή.
Dr. Halil Ιbrahim Cicioglu. (Φωτο: ΑΓΠ)

Ο καθηγητής Halil Ibrahim Cicioglu, από το πανεπιστήμιο Gazi της Άγκυρας μας λέει για τη γέφυρα: «Αυτή η γέφυρα είναι χτισμένη στη λίμνη kucukcekmece πριν τη γέφυρα buyukcekmece και είναι χτισμένη από τον Mimar Sinan, τον σπουδαίο αρχιτέκτονα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και έχει επισκευαστεί από τον μητροπολιτικό δήμο της Κωνσταντινούπολης το 2007. Δεν ξέρουμε τον ακριβή χρόνο κατασκευής της γέφυρας. Έγινε όμως κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν».
Αποτελείται από ένα μεγάλο τόξο με άνοιγμα 12 και ύψος 5 μέτρα, ένα άλλο μικρότερο, οκτώ μικρές καμάρες και καλντεριμωτή επιφάνεια. Βρίσκεται πάνω στον παλιό δρόμο Κωνσταντινούπολης – Αδριανούπολης, στη θέση – πιθανώς- παλιάς ξύλινης ρωμαϊκής γέφυρας που αποτελούσε μέρος της παλιάς Εγνατίας οδού , ενώνοντας τις όχθες της μικρής λίμνης λίγο πριν τη θάλασσα του Μαρμαρά..
Kucukcekmece koprusu. Γέφυρα Μικρής λίμνης. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

Το μήκος της είναι 210 μέτρα και το μέσο πλάτος 7. Μεγάλες επισκευές έγιναν το 1735 και το 1861 ενώ κατά τη διάρκεια του Α’ παγκοσμίου πολέμου έγινε επέκταση της γέφυρας, που πήρε τη σημερινή της μορφή. Το 1996 επισκευάστηκε πάλι, με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί τη φυσιογνωμία της και να χάσει τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά της πρώτης μορφής της. Επισκευές έγιναν επίσης το 2007 από τον μητροπολιτικό δήμο της Κωνσταντινούπολης.

Cobancesme koprusu – Γεφύρι κοντά στη βρύση του Τσοπάνη
Βρίσκεται κοντά στο διεθνές αεροδρόμιο και την Ευρωπαϊκή πλευρά της Κωνσταντινούπολης, στη μέση ενός καταπράσινου πάρκου, έχει έξι τόξα και βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση.
Cobancesme koprusu. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς και από ποιον χτίστηκε, αν και κάποιοι πιστεύουν ότι είναι βυζαντινή κατασκευή. Δίπλα ακριβώς υπάρχει μια παλιά κρήνη, από την οποία πήρε και η γέφυρα το όνομά της.
Η παλιά κρήνη. (Φωτο: ΑΓΠ)

 Κατά μαρτυρίες στην περιοχή, παλιά κάτω από τη γέφυρα περνούσαν πολλά νερά, τα οποία τώρα έχουν εξαφανιστεί.
Το μήκος της είναι 38 μέτρα, το πλάτος 5, το ύψος 4,35 και το στηθαίο της 0,70 μέτρα.
Το 1972 έγιναν εκτεταμένες επισκευές και παρεμβάσεις, με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί η πρώτη της μορφή. Παλιά, κατά ιστορικές μαρτυρίες,  κάτω από την γέφυρα περνούσε πολύ νερό που κατά το πέρασμα των αιώνων υποχώρησε.
Δείτε περισσότερα για τα γεφύρια στην Κωνσταντινούπολη στα παρακάτω videos:


Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Γεφύρι Μέλισσας ή Αρχοντικού

Στο Δήμο Ανατολικής Μάνης

 "...πολύ πιθανόν, αφού μιλάμε για τους Ολυμπιακούς αγώνες, από δω να περνούσε ο ολυμπιονίκης του μαραθωνίου δρόμου, ο πραγματικός ολυμπιονίκης του μαραθωνίου δρόμου. Ο Βασιλάκος από το Λυγερέα, που είναι το γειτονικό χωριό της Μέλισσας."

  Λέγεται και Μεγάλο γεφύρι και είναι χτισμένο επί του ποταμού Σμήνου, λίγο έξω από το Αρχοντικό στα όρια της Μέλισσας (Μαλτσίνας).
Βρίσκεται πάνω στον δημόσιο δρόμο, κομμάτι του οποίου αποτελεί, που οδηγεί στα χωριά της Έξω Προσηλιακής Μάνης (Μπαρδουνοχώρια). Έχει καλυφθεί προς τούτο με τσιμέντο και άσφαλτο και έχει εμπλουτισθεί επίσης με σιδερένια προστατευτικά κιγκλιδώματα. Έγινε τσιμεντένια διαπλάτυνσή του την εποχή που διαπλατύνθηκε και ασφαλτοστρώθηκε και ο δρόμος, το 1970.
Γεφύρι Μέλισσας ή Αρχοντικού ή Μεγάλο γεφύρι. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.
Αποτελείται από δύο ισομεγέθη τόξα, μια σειρά από θολίτες, με το μεσόβαθρο να πατάει στην κοίτη ροής του ποταμού και στο οποίο την δεκαετία του 1980 έγιναν ενέσεις τσιμέντου για την ενίσχυσή του, όπως επίσης με τσιμέντο καλύφθηκε και η κοίτη του ποταμού κάτω από το γεφύρι.
Η βάση του μεσαίου βάθρου είναι κυκλική και συγχρόνως παίζει και το ρόλο του πρόβολου, μειώνοντας την ορμή της ροής του νερού σε περιόδους κατεβασμάτων ενώ τα ακρόβαθρα πατάνε σε σαθρό έδαφος και για το λόγο τούτο έχουν ενισχυθεί με τσιμέντο για να αντέχουν.
Με τον Αριστ. Γραφάκο. Στο βάθος ο Ταύγετος. Φωτο: ΑΓΠ

Χτίστηκε μετά την καταστροφή του παλιού γεφυριού, που υπήρχε πενήντα μέτρα πιο κάτω και ίχνη του υπήρχαν μέχρι λίγα χρόνια πριν, αφού γκρεμίστηκε σχετικά πρόσφατα.
Είναι χτισμένο με πέτρα που έπαιρναν δίπλα, από την περιοχή, αλλά και πέτρα που κουβαλούσαν με κάρα από τις Αιγιές, την περιοχή του ρέματος “Δήμακα”.
Δίπλα του υπάρχει εικονοστάσι, που έφτιαξε ο Αριστείδης Γραφάκος, και που αναφέρει:
Για τους: προγενόμενους
προσδοκώμενους
προϊστάμενους
προδιερχόμενους.
Ο ίδιος, ντόπιος από τη Μέλισσα, με πλούσια και κυρίως αποτελεσματική συμβολή στα πολιτιστικά δρώμενα της περιοχής του Σμήνου και της Ανατολικής Μάνης γενικότερα μας λέει για το γεφύρι της Μέλισσας:
Εγώ που σας μιλάω είμαι ο Γραφάκος ο Αριστείδης, από το χωριό Μέλισσα, απόγονος της ιστορικής οικογένειας των Γράφων, του Γιώργη του Γραφάκου του πρωτοκλέφτη και πρωτοπόρου στον αγώνα του '21.
Τα ...καλωσορίσματα. Φωτο: ΑΓΠ

Σας καλωσορίζω στο Σμήνο ποταμό. Τυχαίνει να είμαι παλιός εδώ στην περιοχή, βρίσκομαι στα δικά μου χωράφια και το γεφύρι που βλέπετε είναι το μεγάλο γεφύρι του Σμήνου, όπως το λέγαμε εδώ στα χωριά μας. λέγεται και γεφύρι του Αρχοντικού, αλλά και γεφύρι της Μέλισσας. Το γεφύρι αυτό έχει χτιστεί κατά πάσα πιθανότητα το 1896, τη χρονιά των Ολυμπιακών αγώνων και το ξέρω αυτό γιατί ο παππούς μου ήταν ο τροφοδότης του εργολάβου στο νερό και στην διατροφή.
Το γεφύρι αυτό είναι γεφύρι συγκοινωνίας, συνδέει τα χωριά του Σμήνου, της Έξω Προσηλιακής Μάνης με τον κεντρικό άξονα, την εθνική οδό Σπάρτης – Γυθείου. Αυτό το γεφύρι είναι καλαίσθητο, είναι στέρεο, είναι όπως βλέπετε δικάμαρο, υπήρχε μια μικρή καμαρούλα, είναι καλυμμένη τώρα με μπετόν δεξιά,από την οποία διερχότανε μυλαύλακο που οδηγούσε στον πλησίον νερόμυλα, το Παλιομύλη όπως το λέμε, το οποίο τώρα δεν λειτουργεί, έχει καταστραφεί.
Οι συνοδοιπόροι. Ηλ. Καραγιάννης-Αρ. Γραφάκος. Φωτο: ΑΓΠ

Ο Σμήνος είναι το ποτάμι της ύδρευσης και της ενέργειας. Το 1968-69 μπήκε το νερό του Σμήνου, από την πηγή του Σμήνου, που κατά παράφραση και λανθασμένα λέγονται σήμερα πηγές της Αγίας Μαρίνας, από την πηγή του Σμήνου λοιπόν μπήκε το νερό στη σωλήνα το 1969 και υδροδοτεί και καθοδηγεί πλέον στη Μάνη αυτό το νερό. Το νερό του Σμήνου είναι αυτό που ανέδειξε την πόλη του Γυθείου στην περίοδο του Κοινού των Ελευθερολακώνων, πριν από δυο χιλιάδες χρόνια και, ως μεγαλούπολη και είναι απόλυτα ιστορικά συνδεδεμένος ο Σμήνος με το Γύθειο πλέον. Και βέβαια αξίζει να αναφέρουμε εδώ την αναφορά του περιηγητή Παυσανία, ο οποίος αφού ξεκίνησε από τη Μακεδονία και ήπιε νερό απ' όλα τα ποτάμια της Ελλάδας, κατέληξε στο Γύθειο και αφού συνάντησε στη διαδρομή του το Σμήνο, κάνει και την αναφορά στο κεφάλαιο 24 στίχοι 9 και 10, που λέει: αριστερά δε της άκρας ποταμός εκδίδοσιν εις θάλασσαν, Σμήνος ύδωρ ποιείν ηδύν όσπερ ουδείς άλλος τις παρασχόμενος ποταμός, τας πηγάς δε εν όρη Ταϋγέτου. 
Το γεφύρι από κατάντη. Φωτο: ΑΓΠ
 
Το γεφύρι φαίνεται ότι είναι χτισμένο ως δημόσιο έργο. Δεν φαίνεται δηλαδή να είναι...ήδη ήταν το κράτος οργανωμένο, στα χρόνια βέβαια της ύφεσης και της φτώχειας τότε, το 1896, την πενταετία εκείνη από το 1890 έως το 1895-96 έχει χτιστεί αυτό το γεφύρι. Πρέπει δηλαδή στους Ολυμπιακούς αγώνες να ήτανε η περαίωσή του. Πολύ πιθανόν, αφού μιλάμε για τους Ολυμπιακούς αγώνες, από δω να περνούσε ο ολυμπιονίκης του μαραθωνίου δρόμου, ο πραγματικός ολυμπιονίκης του μαραθωνίου δρόμου. Ο Βασιλάκος από το Λυγερέα, που είναι το γειτονικό χωριό της Μέλισσας.
Περισσότερα για το γεφύρι της Μέλισσας στο video:
 

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Μυκηναϊκή γέφυρα Γιαλούση.



Βρίσκεται στο τέλος του αρχαίου μονοπατιού της Καζάρμας, κοντά στο δρόμο Αρκαδικού-Ναυπλίου και είναι σε καλή κατάσταση.
Κατασκευάστηκε και αυτό, όπως και τα περισσότερα γεφύρια της Μυκηναϊκής περιόδου, με βάση την κυκλώπεια πρακτική με τεράστιες πέτρες χωρίς συνδετικό υλικό και με το εκφορικό σύστημα χτισίματος, κατά το οποίο οι οριζόντιες πέτρες τοποθετούνται βαθμιαία γύρω από το τόξο και σιγά-σιγά πλησιάζουν μέχρι να ενωθούν στην κορυφή - αν και κάπως διαφορετικό λόγω της χρήσης ογκόλιθων για καμαρολίθια, με έναν τέτοιο τεράστιο να παίζει το ρόλο του κλειδιού - και βρίσκεται στη θέση “Γιαλούση”, εξ ου και το όνομά του.
Μυκηναϊκή γέφυρα Γιαλούση. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
 Η γέφυρα αυτή δεν είναι ορατή από τον δημόσιο δρόμο γιατί είναι 500 μέτρα πιο μέσα, είναι μονότοξη με οξυκόρυφη καμάρα και τριγωνική πρόσοψη για τη μείωση της ορμής του νερού και την ανθεκτικότητά του στους σεισμούς, παλαιότητας 3-3300 χρόνων, αφού η κατασκευή της ανάγεται στα 1300 π.χ περίπου.
Γεφύρι και μυκηναϊκό μονοπάτι. Φωτο: ΑΓΠ
 
Η βάση του στον πυθμένα είναι στρωμένη με τεράστιους ογκόλιθους, μήκους μέχρι και ένα μέτρο, για να προστατεύονται οι βάσεις του γεφυριού από τις διαβρώσεις σε περιόδους κατεβασμάτων του ρέματος και την καταστροφή από φερτά υλικά.
Το άνοιγμα της καμάρας στη βάση του  είναι 2 μέτρα, το συνολικό ύψος φτάνει τα 4,40 και της καμάρας 2,40, το πλάτος 3 και το μήκος του 17 μέτρα, ενώ οι τεράστιες πέτρες του τόξου φτάνουν και το ένα μέτρο.
Περίπου 2,5 χιλιόμετρα από το γεφύρι προς το χωριό Αρκαδικό -  ακολουθώντας το παλιό μυκηναϊκό μονοπάτι που έχει επισκευαστεί, βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση και είναι προσβάσιμο για τους οδοιπόρους -  συναντάμε το γεφύρι της “Καζάρμας”στη θέση «Μετόχι», στην αρχή του χωριού. Και τα δύο γεφύρια αποτελούσαν μέρος του συγκεκριμένου αρχαίου μυκηναϊκού μονοπατιού, που συνέδεε τις Μυκήνες με την Τίρυνθα και την Επίδαυρο.

Γινόταν χρήση του μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα για πεζούς και μικρά οχήματα.
Περισσότερα για τη γέφυρα Γιαλούση στο video: