Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Τρίτη 20 Ιουνίου 2023

Καμάρα στο Λειβάρτζι Καλαβρύτων.

   Βρίσκεται αριστερά, στο έμπα του χωριού επί του λειβαρτζινού Ερύμανθου, που διασχίζει το χωριό και πηγάζει από την περιοχή “Σκουτέλι”και την πηγή “Κρουσταλλός”, που υδρεύει και το χωριό. Λέγεται έτσι γιατί το νερό είναι παγωμένο, “κρούσταλλο”, όπως λένε οι ντόπιοι. 

 

                       Η Καμάρα από ανάντη. Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

  Είναι μονότοξο, με διπλή σειρά καμαρολιθιών (θολίτες) και τη δεύτερη πάνω σειρά να προεξέχει κατά δύο πόντους από την πρώτη, καταβιβασμένο για να πετύχει όσο το δυνατόν πιο ομαλή επιφάνεια διάβασης ο πρωτομάστορας, ενώ μας είναι άγνωστο το πότε ακριβώς χτίστηκε. Κατά τα λεγόμενα των ντόπιων χτίστηκε πριν τον πόλεμο. Ενώνει τις συνοικίες Αϊ-Γιάννης και Περιτσαίοι και ένα τμήμα της συνοικίας Απανάκρη με το υπόλοιπο χωριό. Παλιότερα ήταν η έξοδος και η είσοδος των συνοικιών αυτών από και προς το χωριό, με τα γειτονικά χωριά, τον κάμπο της Σέλτσας, την κοιλάδα της Κατάκρης, κλπ.

  Πριν χτιστεί το γεφύρι αυτό, η Καμάρα, υπήρχε άλλο παλιότερο γεφύρι, δυο μέτρα πιο πάνω, που είχε χτιστεί από τον Ανδρέα Πάπα το 1856, ντόπιο από τον συνοικισμό «Μισοχώρι» Λειβαρτζίου. Η συνοικία Μεσοχώρι, ή «Μισοχώρι» είναι μία από τις συνοικίες του Λειβαρτζίου και η ονομασία του οφείλεται στο ότι ευρίσκεται στο κέντρο του χωριού, μεταξύ Απανάκρης (επάνω άκρη) και Κατάκρης (κάτω άκρη).

 Ήταν έμπορος, έκανε λεφτά στην Πάτρα και κατόπιν προχώρησε σε διάφορες δωρεές προς το χωριό του.

                      

                     Το γεφύρι και η βρύση. Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

Έχτισε το γεφύρι αυτό, το άλλο στη θέση “Καμουτσάρη”, που τώρα είναι χωμένο, καθώς και τις δύο βρύσες Πάνω και Κάτω Καμουτσάρη στην ίδια περιοχή. Το γεφύρι αυτό, το παλιό, παρασύρθηκε από το νερό του ποταμού και στη συνέχεια χτίστηκε, πριν τον πόλεμο του '40, το σημερινό, η λεγόμενη “Καμάρα” στο Λειβάρτζι για την εξυπηρέτηση των ντόπιων.

           Η Καμάρα σε φωτογραφία του 1940. Φώτο: Νίκος Παπακωνσταντόπουλος.

Οι διαστάσεις του είναι:

Άνοιγμα καμάρας                 7,20 μέτρα

Ύψος                                       2,80 μέτρα

Πλάτος                                   3,85 μέτρα

Μήκος                                  10,90 μέτρα

Πλάτος καμαρολιθιού        0,80 μέτρα

Ύψος στηθαίου                    0,40 μέτρα

   Ο ντόπιος, Βασιλόπουλος Λεωνίδας, πρώην δήμαρχος του τέως δήμου Αροανίας, μας αφηγείται ότι:  «…εκεί που βρίσκεται η κεντρική καμάρα στο Λειβάρτζι, στο σημείο εκεί που είναι και η βρύση, αυτή είναι η νεότερη καμάρα που έχει χτιστεί όταν παρασύρθηκε από τον ποταμό η πρώτη, που ήταν δωρεά του Ανδρέα Πάπα, που φτιάχτηκε το 1856. Το πότε παρασύρθηκε δεν το γνωρίζουμε, οπότε δεν έζησε για πολλά χρόνια η πρώτη καμάρα. Βρίσκεται όπως κοιτάζουμε την καμάρα από το δρόμο δύο μέτρα δεξιά, λίγο πιο κάτω…ήταν η παλιά καμάρα…παρασύρθηκε και φτιάχτηκε αυτή…πότε φτιάχτηκε δεν το γνωρίζω…πριν τον πόλεμο…πριν τον πόλεμο…προπολεμικά σίγουρα…»

             

                    Η επιφάνεια διάβασης. Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

   Έχει υποστεί κάποιες φθορές στην καλντεριμωτή επιφάνεια διάβασής του, το πάνω μέρος των στηθαίων έχει καλυφθεί με λεπτή ταινία τσιμέντου αλλά είναι σε καλή γενικά κατάσταση. Η μεγάλη και καταστροφική για την περιοχή πλημμύρα του 2003-2004 το καβάλησε αλλά δεν το γκρέμισε. Τη βρύση πλάι του την έχτισε ο Τάκης Κυριαζής (μπάρμπα-Τάκης), μπάρμπας του Μήτσου του Μποτσολή, από το διπλανό χωριό Λεχούρι.

   Για τη λειτουργία και τη χρησιμότητα στην ανάπτυξη της περιοχής των ταμπακόμυλων και των νερόμυλων του Λειβαρτζίου έχει αξία να ξεφύγουμε λίγο από το κύριο περιεχόμενο του βιβλίου και έτσι διαβάζουμε ότι «εν αντιθέσει δε προς το - πενίη άνδρα δάμνυσι- τουναντίον οι συμπολίται μας πενόμενοι...υπεραντρούνται! Ενώ εις παλαιοτέραν εποχήν το Λειβάρτζιον ήκμαζε, διότι είχε πεδιάδα την νυν μεταβεβλημένην εις ποταμιάν πλέον των 3000 στρεμμάτων, εκ της διατηρήσεως των πέριξ δασών, αλλά δια της καλλιεργείας του καπνού και της μεταποιήσεως ή βιομηχανοποιήσεως τούτου εις ταμπάκον. Πεντάς εργοστασίων (ταμπακομύλων) υδροκινήτων εργάζετο νυχθημερόν διακρινομένων των μύλων Τσέκουρα, Αριστ. Θούα, Μήτρου Αρβανίτη, Ζήσου, Σωτ. Θούα και Ξαντάκη Καλλιακούδα, εφοδιαζόντων με τους εν τη εξοχική θέσει «Παραβόλα» των Πατρών ομοίους των Ραβαζούλα εκ Μοραχόβης και Κούλη εκ Νουσάς ολόκληρον την Πελοπόννησον.Παρήγε δε τότε το Λειβάρτζιον περί τας 40-50.000 οκ. καπνού  πωλουμένου προς 1,20-2 δρ. κατ’ οκάν, εκ της πωλήσεως δε του ταμπάκου προς 3,60-4 δρ. κατ’ οκάν εισήγε περί τας 150-200.000. Δεν απελάμβανον δε οι παραγωγοί μόνον εκ της πωλήσεως του καπνού, ήτοι του λεγομένου ξεφυλλίσματος δηλ. της αφαιρέσεως των ινών, την οποίαν εργασίαν εξετέλουν μικρά κοράσια 12-15 ετών πληρωνόμενα προς 50 λ. Ημερησίως, ποσόν ουκ ευκαταφρόνητον δια την τότε εποχήν.

Δυστυχώς από του 1892 επί κυβερνήσεως Τρικούπη επεβλήθη φόρος

                 Παλιότερα από ανάντη. Φώτο: Νίκος Παπακωνσταντόπουλος.

βαρύς επί του ταμβάκου, αλλά και ως εκ της οσημέραι ελλατουμένης παρά των νεωτέρων της χρήσεως του ταμπάκου αντικαθισταμένης δια του σιγαρέτου, μέχρι στειρεύσεως και αχρηστεύσεως του είδους τούτου μεταβληθέντων των ταμπακομύλων εις αλετρόμυλους. Τελευταίος παρέμεινεν εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του ο μύλος Καλλιακούδα, υποκύψας και αυτός εις το μοιραίον εν τέλει!

Και εγένετο μεν απόπειραι αναζωογονήσεως ευγενών ειδών καπνού Καβάλας εν έτει 1903 υπό του ενωρίς εκλιπόντος συμπολίτου μας, πνεύματος κατ’ εξοχήν επιχειρηματικού, μακαρίτου Α. Παπαμικροπούλου, ήτις επέτυχε θαυμασίως. Αλλά μοιραίαι συμπτώσεις, αφ’ ενός απραξία των αγορών και υπερπαραγωγή των μεγάλων κέντρων δεν ηυνόησε την πώλησιν και ούτω εσταμάτησεν η καλλιέργεια».(1)

            

                                   Ο Μπάρμπα-Τάκης Κυριαζής επί τω έργω. (2)

  Μιά μαρτυρία ενός ακόμη ντόπιου μας λέει ότι «Η καμάρα ήταν μεγάλου ύψους μονότοξο γεφύρι, που όμως η συσσώρευση φερτών υλικών ανέβασαν πολύ την κοίτη του ποταμού. Στη φωτογραφία του 1940 ή αρχές του 1950, επάνω στη γέφυρα μια συγχωριανή μου με νεροβάρελο στον ώμο, που πιθανότατα πάει να το γεμίσει (ή μόλις έχει γεμίσει) από την παρακείμενη στην καμάρα φυσική πηγή. Η πηγή αυτή υπήρχε μέχρι τις 11 του Σεπτέμβρη του 1990, που η μεγάλη νεροποντή άλλαξε το τοπίο. Τέσσερεις συγχωριανοί μου, μάλιστα, υπήρξαν θύματα της μανίας του ποταμού». (3) 

 

Η βρύση στην Καμάρα.
 

  Μία ακόμη μαρτυρία μας λέει ότι «...το πιο αγαπημένο μου μέρος στο Λειβάρτζι είναι εδώ...τι νερό έχω κουβαλίσει για το μαγαζί του πατέρα μου από την καμάρα. Και να φανταστείς ότι δεν υπήρχε βρύση πάνω όπως είναι τώρα. Κατεβαίναμε καμιά 15ριά σκαλιά και ήταν μια πηγή. Απο κει παίρναμε νερό...». (4)

 

1. Περικλή Π. Δουδούμη ή Ντουντούμη. Ιστορία της κωμοπόλεως  του Λειβαρτζίου των Καλαβρύτων. Εν Αθήναις τη 25 Μαρτίου 1941, σελ. 165-166. Πανομοιότηπη με την αρχική έκδοση, επανέκδοση του έργου από το Σύλλογο Λειβαρτζινών Αθήνας το 1986.

2. Η Φωτογραφία είναι προσφορά του δημοσογράφου και γιου του μπάρμπα-Τάκη, δημοσιογράφου και ιδρυτή του “Καλάβρυτα news” Νίκου Κυριαζή.

3. Τα σχόλια είναι του ντόπιου μελετητή και συγγραφέα της ιστορίας και του πολιτισμού της περιοχής Νίκου Χρ. Παπακωνσταντόπουλου, όπως και η φωτογραφία από το βιβλίο του εκπαιδευτικού Αθ, Θ. Λέλου «Ιστορία της Αρχαίας Ψωφίδος και Λειβαρτζίου», έκδοση 1953.

4. Δήμητρα Καζαζάκη. Μαρτυρία στον γράφοντα.

Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι:



Σάββατο 10 Ιουνίου 2023

Διβριώτικο ποτάμι ή ρέμα Κλομποκής.

 Οι μύλοι, τα γεφύρια, η «σταματούρα», το διαβολογέφυρο, οι παροιμίες…

   Το ρέμα της Κλομποκής ή Διβριώτικο ποτάμι σχηματίζεται από τα ρέματα των συνοικιών της Δίβρης (Λάμπεια) και μετά από λίγα χιλιόμετρα χύνεται στον Ερύμανθο.

   Μέχρι πριν λίγα χρόνια λειτουργούσαν δύο νερόμυλοι, του Μίμη Κουτσόπουλου και του Ηλία Βέρροιου, στους οποίους οι ντόπιοι άλεθαν «τα γεννήματά» τους. Παλιότερα υπήρχαν 8 μύλοι. Σήμερα στέκει όρθιος, αλλά ανενεργός ο ιστορικός μύλος του Κουτσόπουλου. Ο μεταγενέστερος «Καλογερικός», που τον λειτουργούσαν οι καλόγεροι της μονής της Κάτω Δίβρης και σαν ταμπακόμυλο, όπως επίσης και αυτοί του «Πετραλιά», του «Καζάζη» και του «Κοσμόπουλου» είναι ερείπια.


 

                      Μύλος Βέρροιου.

  

 Κατά την περίοδο του ’21 οι νερόμυλοι είχαν μετατραπεί από τους ιδιοκτήτες τους σε μπαρουτόμυλους για να βγάζουν μπαρούτι καλύπτοντας τις ανάγκες του αγώνα και καθιστώντας έτσι τη Δίβρη σαν το δεύτερο κέντρο παραγωγής μπαρούτης μετά την Δημητσάνα. Την πρώτη ύλη από νίτρο έφερνε κρυμμένη μέσα σε άλλα εμπορεύματα στο Κατάκολο και κατόπιν στη Δίβρη ο Αγγελής Πετραλιάς, έμπορος της περιοχής, στην κατοχή του οποίου υπήρχαν πέντε μύλοι.

   Σ’ όλο το μήκος του διβριώτικου ρέματος οι Διβριώτες έχτισαν για την εξυπηρέτησή τους πέτρινα γεφύρια όπως αυτό του «Κουτσόπουλου» δίπλα στον ομώνυμο μύλο, της «Κλομποκής», του «Μουρτούκη» και το «Βορδολιό». Χτίστηκαν με ντόπια πέτρα και μεράκι για να καλύπτουν τις ανάγκες μετακίνησης ντόπιων και οδοιπόρων και παραμένουν μέχρι σήμερα υπέροχα δείγματα της λαϊκής μας παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.

Μεγάλο Πετραλαίκο γεφύρι. 

  Ακόμη, μέσα από τις «Παραδόσεις» του μεγάλου λαογράφου μας Νίκου Πολίτη, μας είναι γνωστό το «Διαβολογιόφυρο», ένα φυσικό πέρασμα του νερού μέσα από τον διαβρωμένο βράχο. Όμως το φυσικό αυτό γεφύρι, σύμφωνα με το θρύλο όπως τον διηγήθηκαν οι ντόπιοι στον Πολίτη πριν το 1900, είναι έργο του διαβόλου που τον κορόιδεψε ο ντόπιος μυλωνάς Γιάνναρος.


 

 Γεφύρι Μουρτούκη.


   Όμως η Δίβρη κατέχει και τα πρωτεία στην ύπαρξη ηλεκτρικού ρεύματος πολύ πιο πριν από τα άλλα χωριά και κωμοπόλεις της περιοχής. Αυτό οφειλόταν στον ντόπιο Γιώργη Κοσμόπουλο ή Μουριάρη, που μετέτρεψε το μύλο του σε ηλεκτροπαραγωγική μονάδα. Εξυπηρετούσε τη Δίβρη μέχρι το 1950, όταν ήλθε η ΔΕΗ στο χωριό. Είχε ανακαλύψει επίσης και ένα έξυπνο σχέδιο για να μην ανεβοκατεβαίνει στο ρέμα και να σταματάει ή να ξεκινάει τον μηχανισμό. Κατασκεύασε τη «σταματούρα», που από κάτω έφτανε επάνω και έτσι με διάφορες κινήσεις ξεκίναγε το πρωί το μηχανισμό και τον έκλεινε τη νύχτα. 


                                        

                                                 Βορδολιός. 

 

Και σήμερα ακόμη υπάρχει μικρή ηλεκτρική μονάδα παρέχοντας ρεύμα στην περιοχή, που όμως παρά την αντίδραση τοπικών φορέων, οικολογικών κινήσεων της περιοχής και πολιτιστικών σωματείων προξένησε πολλά προβλήματα στο οικοσύστημα της περιοχής με τη διάνοιξη δρόμων, επιχωματώσεις, κοπή δένδρων και προξενώντας ιδιαίτερα προβλήματα στη θέση που βρίσκεται το διαβολογέφυρο.

   Παροιμιώδεις είναι οι εκφράσεις και οι παροιμίες που αναφέρονται στην Δίβρη και την περιοχή γενικότερα. Μερικές απ’ αυτές είναι:


 

Διαβολογέφυρο.

 

Χιονίζει στον Ωλωνό, καρτέρα λύκους στο χωριό.

Σαν γαϊδούρι Μοστενιτσιάνικο. (Μοστενίτσα, η Ορεινή)

Μη πας στην Άρλα δάσκαλος και στο Σκιαδά αστυνόμος, στου Κούμανη δασοφύλακας, στη Δίβρη ταχυδρόμος.

Μακριά από Ανδρωναίϊκο βρακί, Κουμαναίϊκο ραβδί κι από Διβριώτικο μουλάρι

Η ενάτη στη Πηνεία και οι αντάρτες στη Λαμπεία.

Οι Δημητσανίτες είναι Εβραίοι και οι Διβραίοι δύο φορές Εβραίοι.

Ο θεός να σε φυλάει από τα τρία δέλτα: Δίβρη, Δούκα, Δημητσάνα.

Του Ωλωνού το χιόνι τον αντάρτη δε γλυτώνει.

Τα θεριά στη Μπουκοβίνα και στην Κάπελη τ’ αγρίμια.

Στο Κούμανη σαν παντρευτείς, άσπρη μέρα δε θα δεις.

Μηλιές, Δούκα, Λάλα, τους έχει ο διάολος καβάλα.

Σχεδιάγραμμα γεφυριών Διβριώτικου ρέματος.

Κούμανη κι Ανδρώνι, ο θεός να σε γλυτώνει. Κι αν περάσεις απ’ τη Δίβρη θα σε φάει το μαύρο φίδι.

Κοπαδιάζουν οι Κερτιζέοι, κλέβουν οι Τσιπιαναίοι.

Η Στρέζοβα βγάζει όμορφες, το Κούμπαρι αφράτες και κες στο Κουμανέϊκο είν’ όλες τους βαρβάτες.

Ηγούμενος στα Τριπόταμα, διάβολος διακονιάρης.

Έχει ο Πανόπουλος λεφτά και τάχει και σε μετρητά.

Γουρούνι Καπελιώτικο από κουμάσι δεν ξέρει.

Βρέχει στο Ανδρωναίϊκο, κατεβάζει το Λαγαναίϊκο.

Βογκάει ο Ωλωνός για το Γιαννιά, βογκάει και η Μπροστοβίτσα.

Βλάχος απ’ την Κάπελη, άρχοντας στον κάμπο. (1)

 

Σημειώσεις-βιβλιογραφία.

1. Κάποια στοιχεία παροιμιών πάρθηκαν από το διαδίκτυο και κάποια άλλα προέρχονται από μαρτυρίες φίλων.

 

 

 

Κυριακή 4 Ιουνίου 2023

Devil’s bridge - Γέφυρα Διαβόλου ή Maddalena bridge. Τοσκάνη - Ιταλία.

  Βρίσκεται κοντά στην πόλη Borgo a Mozzano της Ιταλικής επαρχίας  Lucca της Τοσκάνης στην Ιταλία. Γεφυρώνει τον ποταμό Serchio και αποτελείται από μια μεγάλη καμάρα και τρεις μικρότερες. Έχει στηθαία, καμπυλωτή επιφάνεια διάβασης στρωμένη με πλάκες , μια σειρά θολίτες και προβόλους από ανάντη.

  Είναι ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα μεσαιωνικής μηχανικής και χτίστηκε πιθανόν τον 11ο αιώνα από την Κόμησσα Matilda di Canossa και επισκευάστηκε από τον Castruccio Castracani τον 14ο αιώνα. Κατ’ άλλους χτίστηκε από τον Άγιο Ιουλιανό (Saint Julian).

Η γέφυρα από κατάντη. Αριστερά η προσθήκη της γραμμής του τρένου.

 Η λαϊκή φαντασία λέει ότι η σπουδαία αυτή κατασκευή δεν είναι ανθρώπινο έργο και ότι κατά την κατασκευή του ο Άγιος Ιουλιανός αντιλήφθηκε ότι δεν μπορεί να τηρήσει τις προθεσμίες κατασκευής του. Τότε αποφάσισε να συμβιβαστεί με τον διάβολο, προκειμένου να χτιστεί έγκαιρα η γέφυρα με αντάλλαγμα την ψυχή του πρώτου ζωντανού όντος που θα την διασχίσει.

  Το επόμενο βράδυ ο διάβολος τελείωσε το μεγάλο κεντρικό τόξο αλλά ο θρύλος έχει αίσιο τέλος, αφού ο Άγιος Ιουλιανός ξεγέλασε τον διάβολο βάζοντας να διασχίσει πρώτα τη γέφυρα ένα γουρούνι (κατ’ άλλους ένα σκύλο) εξαπατώντας το διάβολο.

                   Η καμπυλωτή και στρωμένη με πλάκες επιφάνεια διάβασης.

  Ωστόσο, ο πιο δημοφιλής μύθος είναι ότι οι κάτοικοι του χωριού, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στην ολοκλήρωση της περίπλοκης γέφυρας τους, έκαναν συμφωνία με τον διάβολο για να ολοκληρώσουν την κατασκευή της. Σε αντάλλαγμα θα έπαιρνε την ψυχή του πρώτου που θα το διέσχιζε.

  Είναι μια από τις πολυάριθμες μεσαιωνικές γέφυρες γνωστές ως Ponte del Diavolo, η «Γέφυρα του Διαβόλου» και ήταν μια ζωτικής σημασίας διάβαση ποταμού στη Via Francigena, έναν πρώιμο μεσαιωνικό δρόμο προς τη Ρώμη για όσους έρχονταν από τη Γαλλία που ήταν μια σημαντική μεσαιωνική διαδρομή προσκυνήματος.

  Το μεγαλύτερο άνοιγμα στο κεντρικό τόξο είναι 37,8 μ. Η γέφυρα περιγράφεται επίσης σε μια νουβέλα του 14ου αιώνα από τον Giovanni Sercambi της Lucca. Περίπου το 1500 πήρε το όνομα Ponte della Maddalena, από ένα ρητό αφιερωμένο στη Μαρία Μαγδαληνή, το άγαλμα της οποίας βρισκόταν στους πρόποδες της γέφυρας στην ανατολική όχθη. Το 1670 το Γενικό Συμβούλιο της Δημοκρατίας της Λούκα εξέδωσε διάταγμα που απαγόρευε τη διέλευση πάνω από τη γέφυρα με μυλόπετρες και σακιά με αλεύρι προκειμένου να διατηρηθεί η κατασκευή. Το 1836, αφού υπέστη σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια μιας πλημμύρας, η γέφυρα υποβλήθηκε σε επείγουσες εργασίες επισκευής.

                                         Η γέφυρα, τα τόξα και οι πρόβολοι.

 Το 1889 η δομή της γέφυρας, στην πλευρά Borgo a Mozzano, τροποποιήθηκε για να επιτρέψει τη διέλευση της γραμμής του τρένου που εκτείνεται από τη Lucca στην Aulla και έτσι αλλοιώθηκε η αρχική της μορφή.  Ένα τμήμα της γέφυρας κατεδαφίστηκε και χτίστηκε μια ράμπα πάνω από τις γραμμές του τρένου.

  Η γέφυρα στο Borgo a Mozzano ή «Η Γέφυρα του Διαβόλου» ή «Γέφυρα Maddalena» είναι σίγουρα η πιο όμορφη γέφυρα στην επαρχία Lucca και μια από τις πιο επιβλητικές στην Ιταλία.

  Το όνομά του πιθανότατα προέρχεται από το εκπληκτικό σχήμα του, ένα κατόρθωμα της μηχανικής για τον 11ο αιώνα όταν κατασκευάστηκε. Εκτείνεται 131 πάνω από τον ποταμό Serchio και έχει ύψος 60 πόδια στην κορυφή της υψηλότερης από τις πέντε ασύμμετρες καμάρες.

Πηγή: Salvatore Pernagallo

Δευτέρα 15 Μαΐου 2023

Γεφύρι Αγίου Πολυκάρπου στον Νέδοντα. Αλαγωνία Καλαμάτας.


 Είναι εξάτοξο χτισμένο το 1901 με χρήματα του κρατικού προϋπολογισμού, όπως λέγεται από Λαγκαδινούς μαστόρους  στην κεντρική λεκάνη των πηγών του Νέδοντα και επί δημαρχίας του τότε Δημάρχου Αλαγωνίας Χρήστου Β. Μασουρίδη. Το μήκος και η μορφή του διαμορφώθηκε από το πλάτος της κοίτης του Νέδοντα.

 Πρόκειται για ένα πανέμορφο και εντυπωσιακό γεφύρι,  σε καλή κατάσταση, χτισμένο με την χαρακτηριστική γκρίζα πέτρα της περιοχής, με ομοιόμορφα, ημικυκλικά και ισομεγέθη τόξα, που ενώνουν με τρόπο ασφαλή τις όχθες του Νέδοντα και μια σειρά καμαρολιθιών (θολίτες).

Γεφύρι Αγίου Πολυκάρπου. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)
 Τα στηθαία έχουν υποστεί κάποιες φθορές αφού μερικές πέτρες λείπουν, ενώ ζημιές έχουν υποστεί τα δύο πρώτα τόξα στη βάση του νότιου τμήματος του γεφυριού. Η βάση του ήταν καλντεριμωτή, ίχνη του οποίου διακρίνονται στην  επίπεδη επιφάνειά του, ενώ από ανάντη έχει στρογγυλούς προβόλους για τη μείωση της έντασης του νερού σε περιόδους κατεβασμάτων.

   Εξυπηρετούσε κυρίως τους κατοίκους των χωριών Τσερνίτσας (Αρτεμισίας), Μικρής Αναστάσοβας (Πηγών) και Σίτσοβας (Αλαγονίας) στις επαφές τους από και προς την Καλαμάτα καθώς και μεταξύ των χωριών αυτών. Τώρα καλύπτει αγροτικές και κτηνοτροφικές ανάγκες των ντόπιων.

 

     Ηλίας Αθ. Λάζαρος και πίσω Γιάννης Λύρας. Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

  Βρίσκεται στη θέση Άγιος Πολύκαρπος ή “Χάνι Λαγού” , τέσσερα περίπου χιλιόμετρα πριν τη Νέδουσα, εντός όμως των ορίων της τοπικής κοινότητας Αρτεμισίας του δήμου Καλαμάτας.

   Ο Σμήναρχος ε.α. Ηλίας Αθανασίου Λάζαρος από την Αρτεμισία (Τσερνίτσα) μας λέει για το γεφύρι, την ιστορία του και την ευρύτερη περιοχή:

  “Ονομάζομαι Ηλίας Λάζαρος του Αθανασίου και κατάγομαι από την τοπική κοινότητα Αρτεμισίας του δήμου Καλαμάτας. Θα σας δώσω λίγες πληροφορίες για τα γεφύρια, τα οποία βρίσκονται στους παραπόταμους και τον ποταμό Νέδοντα. Βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή στο εξάτοξο γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου. Βρίσκεται εντός των ορίων της τοπικής κοινότητας Αρτεμισίας του δήμου Καλαμάτας. Χτίστηκε το 1901 επί δημαρχοντίας του Χρήστου Βασιλείου Μασουρίδη, Δημάρχου του τότε δήμου Αλαγωνίας.

   Από το γεφύρι αυτό περνάνε τα νερά, τα οποία συγκεντρώνονται από τη βόρεια λεκάνη του ποταμού Νέδοντα, που είναι χτισμένο το χωριό Νέδουσα που παλιότερα λεγόταν Μεγάλη Αναστάσοβα. Ονομάζεται Αγίου Πολυκάρπου από το ομώνυμο εκκλησάκι, που υπάρχει εδώ δίπλα, ο Άγιος Πολύκαρπος ή Ζωοδόχου Πηγής. Εορτάζει και του Αγίου Πολυκάρπου και της Ζωοδόχου Πηγής. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες έχει χτιστεί από λαγκαδινούς μαστόρους. Δεν είμαι όμως βέβαιος γι' αυτό. Κάτι τέτοιο έχω ακούσει αλλά δεν είναι κάπου καταγεγραμμένο. 

 

Οι μεσαίες καμάρες. Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

Το γεφύρι αυτό εξυπηρετούσε κατά κύριο λόγο τους κατοίκους της Τσερνίτσας, όπως λεγόταν τότε η σημερινή Αρτεμισία, για να πηγαίνουν προς την Καλαμάτα αλλά και στα σταροχώραφα της ευρύτερης περιοχής της Ρογκοζονίτσας.(1) Παράλληλα εξυπηρετούσε και τους κατοίκους της Σίτσοβας, σημερινής Αλαγονίας και των Πηγών για να κατεβαίνουν στην Καλαμάτα και αντιστρόφως.

   Εδώ τα παλιά τα χρόνια υπήρχε ένα χάνι, που σταματούσαν οι ταξιδιώτες για να πιουν λίγο νερό ή να ταΐσουν τα ζώα τους που ερχόντουσαν από την Καλαμάτα γιατί εκτός από τα χωριά εδώ εξυπηρετούσε και ταξιδιώτες από το Δυρράχι, από την Καστανιά, από το Γεωργίτσι και τα άλλα χωριά που βρίσκονται πίσω από το βουνό του Αγίου Παντελεήμονα. Το χάνι το είχε κάποιος Ηλιόπουλος ή Λαγός γι' αυτό λεγόταν και του "Λαγού το χάνι". Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα απ' αυτό το χάνι διότι με τη διάνοιξη του δρόμου προς Νέδουσα γκρεμίστηκε.   

Σ' αυτό εδώ το γεφύρι του Αγίου Πολυκάρπου το 1825, τις πρώτες μέρες του Ιουλίου συναντήθηκε ο Γεώργιος Βασιλάκης, χιλίαρχος από την Σίτσοβα, ο Στρούμπος από την Αρτεμισία και ο Μασουρίδης προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα αποσπάσματα του Ιμπραήμ, τα οποία ερχόντουσαν από την Καλαμάτα. Την πληροφορία την έλαβαν από έναν κάτοικο της Αρτεμισίας, ο οποίος είχε καταφέρει να γλυτώσει από τις αψιμαχίες οι οποίες έγιναν κοντά στο ιερό της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος,(2) όπου είναι το εκκλησάκι της Παναγίας της Βολιμιώτισσας ή Κατάθεσης Τιμίας Εσθήτας της Παναγίας.(3)

 

Η επιφάνεια διάβασης. Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

            

Στη συνέχεια μετά από σκέψη αποφάσισαν ότι τα αποσπάσματα του Ιμπραήμ θα κινηθούν μέσω της Μεγάλης Αναστάσοβας και σαν προσφορότερο μέρος για την αντιμετώπισή τους θεώρησαν ότι είναι τα στενά που οδηγούν στη Νέδουσα, κοντά στο σημερινό εκκλησάκι του Αγίου Στρατηγίου. (4) Πράγματι εκεί κατάφεραν να απωθήσουν τους αραπάδες του Ιμπραήμ και να μην καταφέρουν να μπουν στη Μεγάλη Αναστάσοβα”. (5).

Προηγουμένως όμως, όπως λέει ο θρύλος, σε μια απότομη και κρημνώδη πλαγιά, πάνω από το φαράγγι του Νέδοντα, οι γυναίκες από την Αρτεμισία και κάποιες από την Πολιανή που δούλευαν στην περιοχή, κυκλωμένες από τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ για να μην πέσουν στα χέρια τους έπεσαν από το γκρεμό στο απότομο φαράγγι.

"Γκρεμισμένες Γυναίκες". Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

 Από τότε η θέση αυτή ονομάζεται “Γκρεμισμένες Γυναίκες”.

 Οι διαστάσεις του είναι:

Από κατάντη και από αριστερά

Άνοιγμα καμάρας: 5,10 μ.

      Ύψος: 2,80-2,20-3,80-3,80-3-3,80 μ.

Πλάτος: 2,70 μ.

Μήκος: 65 μ.

Πλάτος καμαρολιθιού:

Ύψος στηθαίου: 0,60 μ. 

(6)

1. Περιοχή που ανήκει στην ευρύτερη περιφέρεια της Αρτεμισίας.

2. Ιερό της θεάς Αρτέμιδας στη Μεσσηνία. Αναφέρεται από διάφορους ιστορικούς και περιηγητές (Τάκιτος, Στράβων κλπ)

3. Ιερός χιτώνας (εσθήτα) της Παναγίας.

4. Άγιος της Ανατολικής Ορθόδοξης εκκλησίας. Υπέστη μαρτυρικό θάνατο μαζί με τον στρατιώτη Ευτυχιανό. Η μνήμη του τιμάται στις 19 Αυγούστου.

5. Μαρτυρία στον γράφοντα.

6. Η φωτογραφία είναι από την ιστοσελίδα "Visit Kalamata".

 


Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι:



 

Τρίτη 2 Μαΐου 2023

Γεφύρι της Μαυρόπετρας και η μάχη της Λιγούδιστας. Χώρα Μεσσηνίας.

  "Από τη μελέτη του χάρτη του 1829, του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος και την ανίχνευση των δρόμων της εποχής, φαίνεται ότι η σύγκρουση έγινε λίγο πριν τη Λιγούδιστα, στο παλιό πέτρινο γεφύρι του Σέλα, λίγο βορειότερα από το κατοπινό γεφύρι του Μανούσου. Το γεωγραφικό ανάγλυφο δείχνει ότι η πλαγιά κάτω από το μικρό γεφύρι, που τότε ήταν και το μοναδικό πέρασμα της στράτας πάνω από τον Σέλα, ήταν ιδανική θέση για ενέδρα. Οι Τούρκοι επιτέθηκαν στους οχυρωμένους στην πλαγιά Έλληνες, πέντε φορές. Η μάχη ήταν σφοδρή και και κράτησε περισσότερο από τρεις ώρες. Οι Έλληνες κατάφεραν να τους αποκρούσουν και να τους καταδιώξουν ξιφήρεις".

Γιάννης Α. Μπίρης. Γιατρός-συγγραφέας από τη Χώρα.

  Γεφυρώνει το ρέμα Σελά, στη θέση Μαυρόπετρα, που έρχεται από απόσταση 3 περίπου χιλιομέτρων βορειοανατολικά και έχει τις πηγές του στο Κεφαλόβρυσο Χώρας. Μετά από περίπου 700 μέτρα , επί του ίδιου ποταμιού, συναντάμε το τρίτοξο γεφύρι του Μανούσου, που μετά από διαδρομή 700-800 μέτρων πιο κάτω το ρέμα αυτό, στη θέση Διπόταμα, συναντιέται με το ποταμάκι Κολοπανάς και εκβάλλει στο Kosta Navarino.

  Οι πηγές του Κεφαλόβρυσου είναι 1,5 χιλιόμετρο βόρεια της Χώρας σε υψόμετρο περίπου 320 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και εξαντλούνται γύρω στον Αύγουστο.

       Το γεφύρι της Μαυρόπετρας από κατάντη. Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου.

  Βρίσκεται βορειανατολικά από αυτό του Μανούσου και είναι μονότοξο, ημικυκλικό, με μια σειρά θολίτες, καμπυλωτή και καλντεριμωτή επιφάνεια διάβασης, χωρίς στηθαία.

  Το αριστερό του μέρος από κατάντη είναι χωμένο, κατά το ένα τρίτο σχεδόν, γιατί στην περιοχή μέχρι σχετικά πρόσφατα λειτουργούσε χωματερή σε βάρος του γεφυριού.

  Έχει καθαριστεί πρόσφατα, μέσα Μαρτίου 2022, από την τοπική κοινότητα της Χώρας και άλλους τοπικούς φορείς.


 Ο καθαρισμός του από τους τοπικούς φορείς. Φώτο: Γ. Κόκκινος.

  Εδώ, κοντά στην θέση του γεφυριού της Μαυρόπετρας,   στην περιοχή της Λιγούδιστας (παλιά ονομασία της Χώρας) στις 27 Μαρτίου 1821 και συγκεκριμένα στις 16:00 διεξήχθη μια μάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Για το λόγο αυτό έχει στηθεί ένα λιτό μνημείο σε ανάμνηση της μάχης αυτής.  Η επίσημη ιστορία αναγνωρίζει ως πρώτη μάχη του Αγώνα τη μάχη της Καρύταινας που έλαβε χώρα στις 29 Μαρτίου 1821. Συνεπώς, η μάχη της Λιγούδιστας που ήταν προφανώς η πρώτη του αγώνα, δεν έχει καταγραφεί και αναγνωριστεί από την επίσημη ιστορία.

  Αυτή την ιστορική πτυχή οι φορείς και οι κάτοικοι της σημερινής Χώρας θεώρησαν  χρέος τους να αναδείξουν, αποδίδοντας φόρο τιμής στους πρωταγωνιστές και ταυτόχρονα στην ίδια την αξία της μάχης, εφόσον σηματοδότησε την έναρξη για την Εθνική Παλιγγενεσία.

 

Το μνημείο της μάχης. 

Φώτο: ΑΓΠ.
 

 Όμως, το ίδιο το γεγονός έχει περισσότερες πτυχές, αφού διαδραματίστηκε σε έναν χώρο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, που η παρουσία του πέτρινου γεφυριού χρονολογείται, πιθανώς,  από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Το εν λόγω γεφύρι μπορεί να είναι ξεχασμένο και εγκαταλειμμένο, ωστόσο μαζί με αυτό του Μανούσου,  αποτελούν μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς και ιστορικής αναφοράς για την Χώρα και την περιοχή γενικότερα. Συνθέτουν ένα περιβάλλον που θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη Χώρα, ως χώρος ιστορικής μνήμης και φυσικής ομορφιάς. Το γεγονός ότι αυτός ο χώρος «φιλοξενούσε» χωματερή είναι αναμφίβολα μια θλιβερή ιστορία, αλλά και μια πρόκληση για όλους, αν εκτιμηθεί ότι πιο κάτω, σε απόσταση 2-3 χιλιομέτρων —παρακάμπτοντας το οδικό δίκτυο— μέσα από χαράδρες και ρέματα συναντάμε το Ανάκτορο του Νέστορα και λίγο ανατολικότερα τον ελαιώνα της Καβελαριάς, με τα ελαιόδενδρα-μνημεία. Έτσι,  εύλογα η δημιουργική σκέψη και δράση, με αναγκαία συνθήκη τη συνεργασία, μπορεί να συνθέσει διαδρομές και μονοπάτια που διαθέτουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις να γίνουν πόλος έλξης για την περιοχή. (1)

Το γεφύρι από κατάντη, πριν τον καθαρισμό του.  
  Ο ντόπιος Γιώργος Κόκκινος, από τη Χώρα, μας λέει για το γεφύρι και την περιοχή γενικότερα: «Εδώ βρισκόμαστε στο πρώτο πέτρινο γεφύρι, από βορειοανατολικά προς νότο. Κατά πάσα πιθανότητα φτιάχτηκε την ίδια εποχή (με αυτό λίγο πιο κάτω, το τρίτοξο γεφύρι του Μανούσου, επί τουρκοκρατίας), είναι μονότοξο και εξυπηρετούσε την επικοινωνία κυρίως αυτών που ερχόνταν ή πήγαιναν προς την Αρκαδιά (Κυπαρισσία). Η στράτα ξεκινούσε από την Αρκαδιά-Αρμενιούς-Μουζάκι και κατέληγε εδώ. Αυτό το έχει βρει, κυρίως, ο Γιάννης Μπίρης (ντόπιος γιατρός και συγγραφέας) από μια χαρτογράφηση της αποστολής των Γάλλων μετά την απελευθέρωση και εξυπηρετούσε αυτές τις ανάγκες. Είναι μονότοξο, σε αντίθεση με το άλλο (του Μανούσου) που είναι τρίτοξο, είναι και αυτό ένα μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς που θέλουμε να διατηρήσουμε και να αναδείξουμε και είναι το πρώτο από τα τέσσερα στη σειρά. Μεσολαβούν δύο μεταγενέστερα (τσιμεντένια). Αμέσως πιο κάτω στα 200 μέτρα αυτό που έγινε το 1944 η μάχη των ανταρτών με τους Γερμανούς, πιο κάτω είναι το ακόμα πιο μεταγενέστερο του 1970 και στα 200 μέτρα πιο κάτω, δηλαδή στα 700 στο σύνολο από δω είναι το πρώτο γεφυράκι, το πέτρινο (του Μανούσου). Δεν έχουμε κάποιες πληροφορίες (για τον πρωτομάστορα). Έχουμε προσπαθήσει να βρούμε κάποιες πηγές, δεν τα έχουμε καταφέρει». (2)


 Η καλντεριμωτή επιφάνεια διάβασης. Φώτο: ΑΓΠ.

  Μία περιγραφή της μάχης, της μάχης του γεφυριού, στις 27 Μαρτίου του 1821 μας δίνει ένας ντόπιος γιατρός και  συγγραφέας λέγοντας ότι: «...το πρωί της 27ης Μαρτίου, οι επαναστάτες ξεκίνησαν για το Νιόκαστρο. Χίλιοι οκτακόσιοι ένοπλοι, στην πλειοψηφία τους Ντρέδες (3), με επικεφαλής τον Αθανάσιο Γρηγοριάδη και οπλαρχηγούς τους Γιαννάκη και Κωνσταντίνο Μέλιο, Δημήτρη Παπατσώρη και τα παιδιά του, τον Παναγιώτη Ντούφα, τον Γεώργιο Συράκο κ.α. ¨κατηφόρισαν¨ για το Νιόκαστρο και τη Μεθώνη. Η διαδρομή τους ακολούθησε τη συντομότερη χερσαία στράτα, ¨ριζοβουνιά¨ στους πρόποδες του όρους Αιγάλεω. Η στράτα από την Αρκαδιά (4) μέχρι το Μουζάκι, ήταν περίπου ένα τμήμα της σημερινής επαρχιακής οδού Κυπαρισσίας-Χώρας. Η στράτα ξεκινούσε από την Αρκαδιά, περνούσε από τους Αρμενιούς, το Περδικονέρι, τους Χριστιάνους και έφτανε στο Μουζάκι.  Από εκεί κατευθυνόταν νότια στη Λιγούδιστα (Χώρα), την Καβελαριά, τα Πετράλωνα, την Καμπίροβα, το Πισάσκι, το Οσμάναγα (σημ. Κορυφάσιο) και κατηφόριζε για το Νιόκαστρο... 

 



Η πρώτη εικαστική απεικόνιση της μάχης, φιλοτεχνημένη από τον Γιώργο Πηρούνια, ζωγράφο από τη Σπάρτη, Ιούλιο του 2023 για τη Γαλλική έκδοση του επετειακού τόμου των Ντρέδων.

Φώτο σταλμένη από Σταύρο Ριπεσιώτη.


Το απόγευμα της 27ης Μαρτίου, πλησιάζοντας στη Λιγούδιστα, οι Έλληνες συνάντησαν ένα σώμα εξακοσίων ενόπλων Τούρκων που επέστρεφε στην Αρκαδιά με σκοπό να εξασφαλίσει τις εκεί περιουσίες τους και να ξαναπάρει την εξουσία από τους Έλληνες επαναστάτες. Η σύγκρουση στη Λιγούδιστα ήταν σφοδρή και κράτησε περισσότερο από τρεις ώρες....Από τη μελέτη του χάρτη του 1829, του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος και την ανίχνευση των δρόμων της εποχής, φαίνεται ότι η σύγκρουση έγινε λίγο πριν τη Λιγούδιστα, στο παλιό πέτρινο γεφύρι του Σέλα, λίγο βορειότερα από το κατοπινό γεφύρι του Μανούσου. Το γεωγραφικό ανάγλυφο δείχνει ότι η πλαγιά κάτω από το μικρό γεφύρι, που τότε ήταν και το μοναδικό πέρασμα της στράτας πάνω από τον Σέλα, ήταν ιδανική θέση για ενέδρα. Οι Τούρκοι επιτέθηκαν στους οχυρωμένους στην πλαγιά Έλληνες, πέντε φορές. Η μάχη ήταν σφοδρή και και κράτησε περισσότερο από τρεις ώρες. Οι Έλληνες κατάφεραν να τους αποκρούσουν και να τους καταδιώξουν ξιφήρεις. Είχε πια σουρουπώσει και οι Τούρκοι, καταδιωκόμενοι οπισθοχώρησαν προς Νιόκαστρο, ακολουθώντας την πορεία του ποταμού Σέλα. Από αυτή την ¨παραποτάμια¨  καταδίωξη και το πέρασμα των Τούρκων από τα Διπόταμα, προέρχεται και το τοπωνύμιο ¨Τουρκόπορος¨ στην εκεί συμβολή των δύο ποταμών, του Σέλα και του Κολοπανά.


 
Με τον Γ. Κόκκινο. Φώτο: ΑΓΠ.

 Ουσιαστικά αυτή ήταν η πρώτη ένοπλη σύγκρουση του Αγώνα, μεταξύ των Ελλήνων με των Τούρκων και ήταν νικηφόρα για τους Έλληνες επαναστάτες. Μετά τη μάχη στη Λιγούδιστα, ενσωματώθηκαν στο ένοπλο ελληνικό σώμα και Χωραίτες αγωνιστές που ακολούθησαν και αργότερα τους Ντρέδες, υπό την αρχηγία του Μήτσου Αναστασόπουλου».(5)

Οι διαστάσεις του είναι:

                       Άνοιγμα καμάρας:6,70 μ.

                       Ύψος: 4,70 μ. έως το κλειδί

                       Πλάτος: 2,70 μ.

                       Μήκος: 12 μ.

                       Μήκος καμαρολιθιού:  Πρώτο διάζωμα: 0,25 μ.

                                                             Κυρίως θολίτες: 0,55 μ.

 

Το βιβλίο του Γιάννη Μπίρη.

  Σημειώσεις-βιβλιογραφία

 1. Πληροφορίες  στον γράφοντα του Γιώργου  Κόκκινου.

 2. Μαρτυρία του Γ. Κόκκινου στον γράφοντα στις 30/04/2022.

 3. Οι Ντρέδες αρχικά ήταν σαράντα οικογένειες, που κατέβηκαν από τη Βόρεια Ήπειρο το 1380 περίπου και εγκαταστάθηκαν στα ορεινά των περιοχών του Δωρίου και της Αυλώνας της Μεσσηνίας, όπου έχτισαν τα χωριά τους, τα Σουλιμοχώρια.

 4. Αρκαδιά. Έτσι ονομαζόταν το Μεσαίωνα η Κυπαρισσία, λόγω της εγκατάστασης Αρκάδων που ξέφευγαν από την πίεση των Σλάβων.

5. Γιάννης Α. Μπίρης, Η Ελληνική Επανάσταση 1699-1834 Αθήνα 2022 σελ. 95-96.

Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι στο Σέλα: