Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Λουκούμι και... δίφραγκο


Από τα βουνά στον κάμπο

Στα παλιά χρόνια,τα προκατοχικά χρόνια αλλά και μέχρι την δεκαετία του '60 οι κάτοικοι των ορεινών χωριών της Γορτυνίας, των χωριών της Δίβρης (Λαμπείας), των Τριποτάμων (Ψωφίδας) και Αροανείας, λόγω της ανέχειας και άρα της ανάγκης για δουλειά, αναγκάζονταν να κατεβαίνουν στον κάμπο της Ηλείας για εποχιακή απασχόληση κυρίως σε αγροτικές δουλειές, σκάψιμο αμπελιών, τρύγο, ελιές, σταφίδα κλπ. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω μαρτυρία ενός κατοίκου από το χωριό Βάχλια Γορτυνίας:
“ Οι γεωργικές εργασίες είναι εποχιακές και στην κτηνοτροφία μπορούν να ασχοληθούν και λιγότερο παραγωγικά άτομα. Έτσι, υπήρχε πάντα πλεονάζον εργατικό δυναμικό, που ζητούσε να συμπληρώσει το οικογενειακό του εισόδημα μισθώνοντας την εργασία του. Το σκάψιμο της σταφίδας και των αμπελιών στους κάμπους και τα λιγοστά δημόσια έργα είναι οι μόνες δραστηριότητες που απασχολούν ανειδίκευτους εργάτες. Καραβάνια ολόκληρα μετέβαιναν ποδαρόδρομο στην Ηλεία, τη Μεσσηνία, τη Βόχα κ.α όπου έκαναν τις πιο βαριές εργασίες για το λιγοστό μεροκάματο, που ποτέ δεν ήταν αρκετό να καλύψει τις βασικότερες ανάγκες. Στα μέλη των μπουλουκιών αναπτύσσονταν ισχυρός συντροφικός δεσμός και κατά τη διάρκεια της εργασίας τα ισχυρότερα βοηθούσαν τα αδύνατα για να μην “τα σχολάσει τ' αφεντικό”. Αλλά και εκτός εργασίας η κοινωνική τους συμπεριφορά και αλληλεγγύη ήταν αξιοζήλευτη.
Οι “πρωτάρηδες” ήσαν πάντοτε κάτω από την προστασία μεγαλύτερων και έμπειρων εργατών. Οι γυναίκες έχαιραν το μεγαλύτερο σεβασμό”. (1)

Ο Κακός Ανήφορος. (Φωτο: ΑΓΠ)

Η διαδρομή που ακολουθούσαν ήταν “Ξυλογέφυρο” Λιβαρτζινού – γέφυρα Τριποτάμων – Χάνι “Ρουμελιώτη” - “Κοπέλας” Βρύση – Χάνι “Καρλέτση “ για τους Καλαβρυτινούς και “Λιβαρτζινό” γεφύρι ή “Παραλογγίτικο” γεφύρι – Χάνι “Ρουμελιώτη” - “Κοπέλας Βρύση” - “Χάνι “Καρλέτση” για τους Γορτύνιους. Οι δρόμοι τους συναντιόντουσαν στα χάνια Ρουμελιώτη και Καρλέτση, κατέβαιναν τη χαράδρα της Δίβρης, ανέβαιναν τον “Κακό Ανήφορο” και διανυκτέρευαν στο Χάνι ¨Θεοφάνη”. “Στο κατώι τα ζά {μουλάρια}, πάνω οι ανθρώποι”. 

Βαρβάσαινα. Το χωριό του Τριτσιμπίδα. (Φωτο: ΑΓΠ)
 Ο Γυμνασιάρχης Γεώργιος Παπανδρέου από το χωριό Σκούπι (Πάος) Καλαβρύτων, που τελειώνοντας το σχολαρχείο Πύργου και μετά τις σπουδές του στη φιλοσοφική Αθήνας διορίστηκε στον Πύργο, γράφοντας στις αρχές του 20ού αιώνα, λέει ότι " ...πάμπολλοι εκ Γόρτυνος, εκ Καλαβρύτων, εκ Λαμπείας και άλλοθεν, ή καταβαίνουσι περιοδικώς και καλλιεργούσι σταφίδας εν Ηλεία, χωρίς να εγκαταλείπωσι τας μονίμους αυτών κατοικίας εν ταις πατρίσιν αυτών (δηλ. εν Καλαβρύτοις, Γόρτυνι, Λαμπεία κλ.), ή εγκαθίστανται μονίμως προς τούτο εν Ηλεία κτίζοντες πολλάκις και ιδίους συνοικισμούς, εξ ου πολλά νέα χωρία εν Ηλεία συνωκίσθησαν υπό ορεινών, μάλιστα μεν Γορτυνίων, αλλά και Καλαβρυτινών και άλλων αλλαχόθεν (Φενεατών, Αρκάδων, Λαμπειέων κλ.). Δια τους λόγους δε τούτους και ο πληθυσμός της Ηλείας οσημέραι αυξάνεται και ο των ορεινών ομόρων επαρχιών ελαττούται και ο εν Ηλεία πολιτισμός δια της ποικίλης επικοινωνίας και επιμιξίας επαυξάνεται." (2) Και παρακάτω "Εάν δ' όμως Αρκάδες μετενάστευσαν πάλαι εις Ηλείαν δια το άγονον μεν της Αρκαδίας, εύφορον δε της Ηλείας, τούτο συνέβαινε και αλλαχού, διότι και οι εγγύς τη Αχαία Αρκάδες μετενάστευον εις Αχαίαν και άλλη εις την Αργείαν και άλλοι εις Μεσσηνίαν. Τούτο δε και σήμερον συμβαίνει, ως γνωστόν, διότι ένεκα της αγονίας και της πτωχείας και της ψυχρότητος των ορεινών αρκαδικών χωρών Γορτύνιοι κατέκλυσαν την Ηλείαν, ως και Καλαβρυτινοί, Καλαβρυτινοί κατέκλυσαν την Αχαίαν, Γορτύνιοι μετενάστευσαν εις Μεσσηνίαν, άλλοι Αρκάδες εις την Αργείαν και άλλοι αλλαχόσε, εν ω επί Τουρκοκρατίας δεν συνέβαινε τούτο, διότι εν τοις ορεινοίς αυτών συνοικισμοίς οι Αρκάδες ήσαν ασφαλέστεροι από των τουρκικών βιαιοπραγιών, εις ας υπέκειντο ευκολώτερον οι κάτοικοι των πεδινών και παραλίων χωρών". (3)
   Και επιπλέον ο ίδιος αναφέρει ότι "Η επαρχία εν αρχή του μετά τον ιερόν αγώνα βασιλείου κατωκείτο πυκνώς, κατόπιν δ' όμως συν τω χρόνω ηραιούτο, διότι οι κάτοικοι αυτής δια το ορεινόν και πτωχόν του εδάφους άλλοι μεν κατήρχοντο εις τας ομόρους και ευφόρους επαρχίας Πατρών και Ηλείας, μάλιστα δε της Αιγιαλείας, ένθα και κατώκουν μονίμως οι πλείστοι καλλιεργούντες σταφιδώνας και αμπελώνας και ελαιώνας και σιτηρά και άλλα γεωργικά προϊόντα, άλλοι δε καλλιεργούντες τα αυτά εν ταις αυταίς, ως άνω, επαρχίαις μετέβαινον μεν εις τα εν αυταίς κτήματά των πολλάκις του έτους προς καλλιέργειαν, κατώκουν δ' όμως εν Καλαβρύτοις, η αυτή δε κατάστασις εξακολουθεί και μέχρι του νυν, δηλ. άλλοι μεν φεύγουσι πανοικεί και εγκαθίστανται εν Ηλεία, Πάτραις και Αιγιαλεία, άλλοι δε κατοικούσι μεν εν Καλαβρύτοις, αλλά μεταβαίνουσι προς καλλιέργειαν των εν Ηλεία, Πάτραις και Αιγιαλεία κτημάτων των πολλάκις του έτους, άλλοι δε τέλος τον μεν χειμώνα διαμένουσι μονίμως εν ταις εν λόγω επαρχίαις, το δε θέρος αναβαίνουσι και κατοικούσι μονίμως εν Καλαβρύτοις". (4)
Από εκεί οι δρόμοι τους χώριζαν και όσοι πήγαιναν στον κάμπο της Αμαλιάδας, διάλεγαν το δρόμο “Διβριώτικα Αμπέλια” - χάνι Πανόπουλου – Πηνεία φτάνοντας στον προορισμό τους ενώ όσοι ήθελαν να πάνε στα καμποχώρια του Πύργου διάλεγαν το δρόμο “Διβριώτικα Αμπέλια” - “Παναίτσα” - Κούμανι – Λάλα – Πλάτανος – Πύργος. Υπήρχε και άλλος δρόμος από “Συνοβίθι”, κοντά στη σμίξη του Διβριώτικου ποταμού με τον Ερύμανθο, για όσους ήθελαν να αποφύγουν τον “Κακό Ανήφορο”. Στην περιοχή του χωριού Πεύκες {Βίλιζα μέχρι το 1928} υπήρχε καφενείο της παλιάς εποχής και οι διερχόμενοι από εκεί έπρεπε να σταματήσουν εάν ήθελαν να πιούν νερό, το οποίο “πλέρωναν” ένα δίφραγκο το ποτήρι. “Λουκούμι και δίφραγκο”, (5) όπως χαρακτηριστικά έλεγαν και το λένε ακόμη οι γεροντότεροι.
Νίκος Χαμάκος 96 ετών, με τη σύζυγο Παναγιώτα το 2009. (Φωτο: ΑΓΠ)

 Και έτσι έμεινε. Έπρεπε να πληρώσεις το λουκούμι για να πιείς το πολύτιμο τότε νερό. Της εποχής είναι και το τραγούδι που διέσωσε η λαϊκή παράδοση και το μετέφεραν οι παλαιοί, που αναφέρεται στον μεγαλοκτηματία σταφίδας του κάμπου της Βαρβάσαινας και οπλαρχηγό του 1821 Νικολό Τριτσιμπίδα, με σημαντική προσφορά στον αγώνα. Στα κτήματα του Τριτσιμπίδα δούλευαν κάποιοι “από δαύτους” (τους Γορτύνιους και τους Καλαβρυτινούς) ο δε γάμος του γιου του με τη Μαριωρή από του Λάλα (Μαρία+ωραία, από εδώ βγήκε και το “όλα τάχει η Μαριωρή ο φερετζές της λείπει”) το 1845, άφησε εποχή. 
Το καφενείο του..."λουκούμι και δίφραγκο". (Φώτο: ΑΓΠ)

Τη Μαριωρή τη βρήκαν οι Έλληνες (6)μετά τη μάχη στο “Πούσι” στις 13-06-1821 σαν αιχμάλωτη του Σειντάγα με το όνομα Μπεμιγέ, που την είχε ξεχάσει ο Αγάς στη βιασύνη του να φύγει για Πάτρα και να γλυτώσει και την παρέδωσαν στον οπλαρχηγό Δημήτρη Καραμέρο, που την βάφτισε και μετά παντρεύτηκε με το γιό του Τριτσιμπίδα. Ο γάμος αυτός ενέπνευσε τη λαϊκή μούσα, που τον άφησε σε μας ως εξής:(7)

Βγήκα ψηλά στα διάσελα κι αγνάντια στην Μπαρμπάσαινα. (8)
Στης Μπαρμπάσαινας τον κάμπο Τριτσιμπίδας κάνει γάμο.
Ορέ, η Μαριωρή παντρεύεται κι ούλος ο κόσμος χαίρεται.
Με τον γιο του Τριτσιμπίδα, πόχει αμπέλια και σταφίδα.
Ορέ, και καλεί για συμπεθέρους ούλους τους Μπαρμπασαιναίους
και καλεί και τον Αγά να του φτιάνει (ψένει) τα αρνιά.
Κάνει το γάμο με βιολιά, χορεύει η Μαριωρή μπροστά.
Ορέ, ποιόνε θα πάρεις Μαριωρή; ... Του Τριτσιμπίδα το παιδί.
Που 'ν παιδί και παληκάρι και βαρεί και το γιογκάρι (ή ...της Μπαρμπάσαινας καμάρι)
Πόχει στον Πύργο χτήματα στην Πάτρα καταστήματα.
Αχ, πόχει τα σπίτια τα ψηλά τα μπαλκονάκια τα πλεχτά (ή ...στη σειρά)
για να βγαίνει στο μπαλκόνι η Μαριώ να ξεφαντώνει.
Πόχει αμπέλια και χωράφια και κρασιά μεσ' τα κανάτια.
Ορέ, πόχει και πολλούς μπαχτσέδες με γιομάτο μενεξέδες,
πόχει τους πολλούς οντάδες, Μαριωρή με τους σεβντάδες.
 

Σημειώσεις-βιβλιογραφία

1.  Ν.Π.Γεωργακόπουλος. “Βάχλια Γορτυνίας. Ο απόηχος μιας απίθανης ζωής”, σελ.45. Εκδόσεις ΦΥΛΛΑ, Τρίπολη 2005
2. Γεωργίου Παπανδρέου, Δ. Φ. Γυμνασιάρχου. Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων. Αμαλιάδα 2010. Σελ. 40.

3.Ομοίως, σελ.85.
4. Γεωργίου Παπανδρέου. Δ.Φ.-Γυμνασιάρχου. Ιστορία τψν Καλαβρύτων. 1928. Β' έκδοση από την Κοινωφελή Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Και Κοινωνικής Ανάπτυξης Και Ποιότητας Ζωής Δήμου Καλαβρύτων (ΔΕΠΑΠΟΖ) 2011 σελ.260.
5. Όλα τα παραπάνω μου τα διηγήθηκε το καλοκαίρι του 2009 ο Νίκος Χαμάκος στα 96του χρόνια, από τον Άγιο Ηλία Πύργου.

6. “Η Δίβρη στο διάβα των αιώνων”. Ν.Β.Αναστόπουλος, σελ.146, έκδοση βιβλιοθήκης Πνευματικού Κέντρου Πανελλήνιας Εκπολιτιστικής Ένωσης Λαμπιέων – Διβριωτών Ηλείας, 1994

7. Η μελοποίηση έγινε από έναν Τούρκο, τον Σουλειμάν, που έγινε Γιώργος και ο οποίος το πρωτοτραγούδησε.
8. Η Μπαρμπάσαινα (ή Βαρβάσαινα), είναι πεδινό, αγροτικό χωριό, πολύ κοντά στον Πύργο της Ηλείας, στο δρόμο προς την Ολυμπία.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Ο Θεϊκός Ερύμανθος κινδυνεύει!!!

Η καταστροφή...συνεχίζεται.

 Ό,τι η φύση και ο άνθρωπος με περίσσιο μεράκι έφτιαξαν, βάλθηκε ο νεοέλληνας με πρόφαση την πρόοδο να αποτελειώσει.
Άλλη μια καταστροφή πάει να συντελεστεί στο θεϊκό ποταμό Ερύμανθο με την επιχειρούμενη δημιουργία και ενός άλλου (του τρίτου) Μικρού Υδροηλεκτρικού Εργοστασίου (ΜΥΕ) στη θέση “Συνοβύθι” και “Δομοκός” του ποταμού, όπου βρίσκεται ένα από τα πιο ιστορικότερα και ομορφότερα γεφύρια της Πελοποννήσου και της Ελλάδας γενικότερα, χαρακτηρισμένο μάλιστα σαν διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού (ΦΕΚ 886/07/03).
Έτσι μετά τις καταστροφές της φύσης που έγιναν στο
“
Διαβολογέφυρο” της Κλομποκής στη Δίβρη για τη δημιουργία του πρώτου ΜΥΕ, την προσπάθεια κατασκευής δεύτερου στη θέση “Πέτρα” και “Παραλογγίτικο” γεφύρι με την καταστροφή του φυσικού τοπίου, τώρα επιχειρείται να κατασκευαστεί ένα τρίτο ΜΥΕ στην προαναφερόμενη θέση με ότι αυτό συνεπάγεται (κοπή δέντρων, άνοιγμα δρόμων, μπαζώματα κλπ).
Από το περιοδικό “ΔΙΒΡΗ”, τεύχος 135, του δραστήριου γιατρού
Σωτήρη Σωτηρόπουλου με την τεράστια και κυρίως ανιδιοτελή προσφορά στα Ηλειακά πολιτιστικά και όχι μόνο δρώμενα όχι βεβαίως χωρίς προσωπικό κόστος όπως πολλές φορές ο ίδιος λέει, διαβάζουμε:
“...Και το μεν πρώτο, όπως γνωρίζουν οι αναγνώστες μας, “πολεμήθηκε” με ευθύνη και περιβαλλοντική ευαισθησία από την ΠΕΕΔ και το περιοδικό ¨ΔΙΒΡΗ” - παρότι με πόνο ψυχής, γιατί στρεφόμαστε κατά συμπολίτη επιχειρηματία- και καταφέραμε με μακροχρόνιους αγώνες να αποκαλύψουμε τις πρωτοφανείς παρανομίες, τις “μαϊμού” μελέτες κλπ παντοειδείς αμαρτίες, δημόσιων και δημοτικών λειτουργών, δυστυχώς δεν μπορέσαμε να το σταματήσουμε γιατί δεν υπήρχε οικονομική ευχέρεια (για προσφυγή στο ΣτΕ) αλλά ούτε και στοιχειώδης συμπαράσταση από τους συμπατριώτες. Έτσι το υφιστάμεθα με τις μη αναστρέψιμες καταστροφές, χωρίς σχεδόν κανένα όφελος (παρά τα νόμιμα ψιχία που δεν ξέρουμε αν τα παίρνει ο Δήμος...και που πάνε). Αλλά εδώ το κακό έγινε. Μπορεί να έχει τουλάχιστον μια μελλοντική μικρή ανταπόδοση, με τη λειτουργία έργων αναψυχής και επίσκεψης κατά μήκος. Ίδωμεν...

(Πηγή: Περιοδικό "Δίβρη". Τεύχος 135)


Με δεύτερο που επιχειρείται να γίνει στον Άνω Ερύμανθο (πάλι με αρχικό πρωταγωνιστή τον κ. Φωτεινό) βρήκε το “μάστορά” του στο πρόσωπο των δραστήριων Αρκάδων κυρίως Βυδιακιτών (ο κ. Γιώργος Κολλιόπουλος έδρασε υπεύθυνα και αστραπιαία) και Παραλογγιτών αλλά και Τριποταμίσιων. Αμέσως κινητοποιήθηκαν, μάζεψαν χρήματα, προσέφυγαν με δικηγόρους στο ΣτΕ και πέτυχαν να το σταματήσουν. Ελπίζουμε να τα βγάλουν πέρα με το θηρίο που λέγεται ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ, και να μη γίνει το έργο.



Και τώρα έρχεται το τρίτο που θα δείτε στην φωτογραφία. Εδώ η καταστροφή θα είναι μεγαλύτερη και η περιβαλλοντική επίπτωση σοβαρότερη. Θα εξαφανιστεί η ωραία και άγρια περιοχή της “Σιγανής” λίμνης στο Συνοβύθι αλλά και το ιστορικό-παραδοσιακό γεφύρι του “Δομοκού” (έχουμε δημοσιεύσει σχετικά σε προηγούμενο τεύχος της “Δ”) καθώς και η ευρύτερη περιοχή, θύμα των μεγάλων συμφερόντων αφού πλέον ακόμη και στους πρώην θαυμαστές και θιασώτες των Υδροηλεκτρικών που τώρα δεν λογίζονται σαν ΑΠΕ, επειδή προκαλούν ανεπανόρθωτες καταστροφές στο περιβάλλον, που δεν αντισταθμίζονται από τα ενεργειακά οφέλη.

Να δούμε ποιοι θα αναλάβουν την υπεύθυνη, τεκμηριωμένη αντίδραση και θα μπεί συντονισμένο σχέδιο σε ένα αγώνα για να σταματήσουν ¨εν τη γενέσει” τους τα έργα αυτά. Ελπίζουμε και αναμένουμε...”
Πάνω από 130 χρόνια, που να ήξεραν οι αδελφοί Πουρνάρα, κατασκευαστές των γεφυριών στο “Δομοκό” και “Παραλογγίτικο”, ποια τύχη τα περιμένει.
Οι επιβλητικές αυτές κατασκευές κινδυνεύουν με πλήρη απαξίωση ή και αφανισμό σαν φυσική συνέπεια της καταστροφής της φύσης που τα περιβάλλει.



Δείτε παρακάτω το σχετικό video από: www.youtube.com/agpelop



 

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Γεφύρι Λαδά, στην Κάτω Βλασία Καλαβρύτων



“...στην δεκαετία του '60 εδώ περνούσε και το ράλι Ακρόπολις. Είχε περάσει δυο φορές. Δύο αυτοκίνητα είχαν πάει κάτω...θυμάμαι τότε πιτσιρικάς, έτρεχε και ο Ανδρέας ο Μπάρκουλης, ο ηθοποιός, μετά δεν θυμάμαι...είχε πέσει στη στροφή επάνω...”

Το “γεφύρι του Λαδά” είναι μονότοξο και γεφυρώνει τον κυρίως Σελινούντα, στην διασταύρωση του εθνικού δρόμου από Κάτω για Άνω Βλασία. Βρίσκεται περίπου ένα χιλιόμετρο πιο κάτω από το άλλο γεφύρι του Σελινούντα στην Άνω Βλασία, αυτό στη θέση “Κούναδη”, στον παλιό μύλο του Λιάσκου.
Συνέδεε την Πάτρα με την Χαλανδρίτσα και τα Καλάβρυτα και εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του παραπάνω οδικού δικτύου. Έχει υποστεί αρκετές μεταβολές, προσθήκες και βελτιώσεις με αποτέλεσμα να αλλάξει η αρχική μορφή του. Έχει υποστεί διαπλάτυνση, έχουν προστεθεί στηθαία, έχει δεθεί και έχει ανυψωθεί η καμάρα του για να δέχεται περισσότερους όγκους νερού.
Γεφύρι Λαδά. (Φωτο: ΑΓΠ)

 
Ο ντόπιος, από την Άνω Βλασία, Γεώργιος Καραμεσίνης μας λέει για το γεφύρι αυτό:
“...το γεφύρι αυτό είναι στον ποταμό Σελινούντα, αλλά προηγείται αυτού του Λιάσκου. Τούτο δω το λέγανε το γεφύρι του Λαδά γιατί ήτανε δυο χάνια εδώ πέρα, όταν πρωτοάνοιξε ο δρόμος επί Τρικούπη εποχή...Πάτρας – Καλαβρύτων...ήτανε δυο χάνια εδώ και το γεφύρι ήταν το πέρασμα παραδείγματος χάρη, από τη μια μεριά στην άλλη. Βέβαια έχει υποστεί παρεμβάσεις στο διάστημα αυτό των ετών, τις οποίες εγώ δεν γνωρίζω με λεπτομέρειες. Τα χάνια ήταν το λεγόμενο του Λαδά, το όνομα βέβαια ήταν Μητρόπουλος, το κανονικό και το άλλο ήτανε το χάνι εδώ του Λυκούδη και το άλλο δίπλα...δεν θυμάμαι πως είναι...παραμένει το κτίριο, τα οποία με ένα πιο κάτω εδώ στον αρχαιολογικό χώρο, στο Λεόντιο, εξυπηρετούσαν την περιοχή για το πέρασμα προς τα εσωτερικά της Πελοποννήσου από τη θάλασσα, από τον Πατραϊκό κόλπο μέσα από το πέρασμα, επάνω για να βγει στο Μοριά. 
Αυτό το γεφύρι προηγείται, έχει χτιστεί νωρίτερα. Πρέπει νάχει χτιστεί μετά το...επί Τρικούπη δηλαδή, όταν έγιναν τα έργα της πρωθυπουργίας Τρικούπη και ξεκίνησε ο δρόμος Πάτρα-Καλάβρυτα. Ήτανε πιο χαμηλό, ήτανε όλο πέτρα, αλλά τι έγινε...τη δεκαετία του '50, απ' ότι θυμάμαι εγώ, τα νερά του ποταμού απ' ότι βλέπετε τώρα ήταν διπλάσια...τριπλάσια, φθάνανε δηλαδή στα πρανή εκεί πάνω και το είχανε σκεπάσει κάποια φορά σε μια καταιγίδα, ξέρω γω φθινοπωρινή ή χειμωνιάτικη...
Χάνι Λαδά (Φωτο: ΑΓΠ)

και με το λιώσιμο των χιονιών...και μετά το έχουνε προσαρμόσει και έχει αυτές τις μεταβολές, ας πούμε, που έχει τώρα, για να το δέσουν γιατί είναι κεντρικός δρόμος, περνάνε βαριά οχήματα, περνάνε λεωφορεία, είναι ο μοναδικός δρόμος που μας συνδέει με την ενδότερη χώρα και με την Πάτρα...στην δεκαετία του '60 εδώ περνούσε και το ράλι Ακρόπολις. Είχε ειδική διαδρομή, είχε περάσει δύο φορές. Δύο αυτοκίνητα είχαν πάει κάτω...θυμάμαι τότε πιτσιρικάς, έτρεχε και ο Ανδρέας ο Μπάρκουλης ο ηθοποιός...μετά δε θυμάμαι...είχε πέσει στη στροφή επάνω...δεν υπήρχε στηθαίο...ο πρώτος που είχε κάνει το χάνι του Λαδά εδώ που λέμε, ήτανε και ο πρώτος μετανάστης πούχε πάει στην Αμερική στις αρχές του περασμένου αιώνα...είχε περάσει κι αυτός από το Έλις αϊλαντ.”
Για τον χρόνο και την ίδρυση της Άνω Βλασίας διαβάζουμε ότι "Ποιμένες ελθόντες κατά την εγχωρίαν παράδοσιν κατά τον 17ον αιώνα μ.χ. (1600-1700) εξ Αγίου Βλασίου, κοινότητος της Ευρυτανίας (του πρ. δήμου Παρακαμπυλίων), μετά των ποιμνίων αυτών εκ του κάμπου της Αχαΐας προς παραθερισμόν συνώκισαν την Βλασίαν ή Άγιον Βλάσιον και συν τω χρόνω διεμερίσθησαν εις δύο συνοικισμούς, Άνω και Κάτω Βλασίαν...Το χωρίον Άνω Βλασία κείται, ως και η Κάτω Βλασία, επί των ΒΔ. κλιτύων μιας διακλαδώσεως του Ερυμάνθου και έχει από Δ. τον Ωλονόν (τον κύριον κορμόν του Ερυμάνθου), από Ν. το Λειβαρτζινόν και Λεχουριτικόν βουνόν και απ' Α. τους Καλλιώνους (πάντα Ερυμάνθια) και ελατοβριθή, ώστε υπέρ την Άνω Βλασίαν είναι ευθύς ελατώνες.  Αι πέριξ πηγαί αποτελούσι τας κυρίας πηγάς του Σελινούντος (Αγιοβλασίτικου ποταμού), ου εν δεξιά κείται η Βλασία...η Κάτω Βλασία κείται τέταρτον ώρας προς Β. της Άνω και παρά την αμαξιτήν Πατρών-Καλαβρύτων, όπου υπάρχει γέφυρα επί του Σελινούντος εις ύψος 706 μ. και παρ' αυτήν ετέρα εκτισμένη από τουρκοκρατίας." (1)

Σημειώσεις-βιβλιογραφία 
1. Γεωργίου Παπανδρέου. Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. 1928. Ιστορία των Καλαβρύτων, Β' έκδοση από την Κοινωφελή Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Και Κοινωνικής Ανάπτυξης Και Ποιότητας Ζωής Δήμου Καλαβρύτων (ΔΕΠΑΠΟΖ). Καλάβρυτα 2011, σελ. 293-294-295. 

Μπορείτε να δείτε και το σχετικό video για το γεφύρι στο: www.youtube.com/agpelop 

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Γεφύρι Δήμητρας, στην Αρκαδία

   Γεφυρώνει τον ποταμό Λάδωνα μεταξύ της τεχνικής λίμνης και του ΥΗΣ και συνέδεε τα χωριά Δήμητρα και Κοντοβάζαινα με τα Τρόπαια. Σήμερα εξυπηρετεί ποιμενικές και αγροτικές εργασίες.
Η Δήμητρα είναι χτισμένη σε υψόμετρο 660 μέτρων στους πρόποδες του Αφροδίσιου όρους και την ονομασία της την οφείλει σε έναν αρχαίο ναό της Ελευσίνιας ή Αλουσίας Δήμητρας, που βρισκόταν εκεί κοντά, ερείπια του οποίου υπάρχουν στην μονή της Κλειβωκάς.

Βρίσκεται δύο περίπου χιλιόμετρα από το ομώνυμο χωριό της Γορτυνίας, του νομού Αρκαδίας. Η ονομασία του χωριού ήταν Δίβριτσα μέχρι το 1928, που σημαίνει μέρος με πολλά νερά.

Το γεφύρι χτίστηκε το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, γύρω στα 1880 κατά τους ντόπιους, λέγεται από τους αδελφούς Φώτη, Κώστα, Πάνο και Σπύρο Πουρνάρα, μαστόρους από το χωριό Μοναστηράκι της Γορτυνίας, με καταγωγή όμως από τα Λαγκάδια. Οι πρωτομάστορες αυτοί ήταν εγγόνια των ξακουστών μαστόρων αδελφών Πάνου, Φώτη και Νίκου Πουρνάρα που έχτισαν με περίσσια μαστοριά εκτός των άλλων και τον πύργο του Αλή Φαρμάκη, αδελφοποιτού του Κολοκοτρώνη στο Μοναστηράκι στις αρχές του 1800, κατ' άλλους το 1806-7.
Αριστερό τόξο από ανάντη (Φωτο: ΑΓΠ)
  Λέγεται ότι για το χτίσιμο του πύργου είχαν χρησιμοποιήσει περίπου 50.000 αυγά στο μείγμα του υλικού της λάσπης, ώστε να καταστεί "σιδερένιος" και να αντέχει σε κάθε δυσκολία. Η μέθοδος με τα αυγά και τη μαστίχα, ήταν των Λαγκαδινών μαστόρων, πετράδων και χτιστάδων. Επίσης ενδιάμεσα στο διπλοτοίχι τοποθετούσαν μαλλί προβάτων και γιδιών (το λεγόμενο κοζά) για να αντέχει στους κραδασμούς από κανονιοβολισμούς αλλά και από τυχόν σεισμούς.


Σκεπασμένο από τα πλατάνια και τη... σιωπή.(Φωτο: ΑΓΠ)
 Και, απ' ότι λέγεται, πραγματικά ο πύργος άντεξε στους βομβαρδισμούς το 1808, από το στρατό του Βελή πασά, καθώς δέχτηκε 3.734 κανονιές μέσα σε 65 μέρες, που βάσταξε η πολιορκία. (1) 
Στην προσπάθειά τους οι Τούρκοι να γκρεμίσουν το πύργο, άνοιξαν λαγούμια και βάλανε μέσα σε αυτά χίλιες οκάδες μπαρούτι. "Εμείς, λέει ο Κολοκοτρώνης, σκάψαμε 12 βήματα και τρεισήμισι πήχεις βάθος με σκοπό να πιάσουμε τους λαγουμιτζήδες". Μόλις τελείωσαν την δουλειά τους οι λαγουμιτζήδες και οι μπαρουξήδες απομακρύνθηκαν από τον πύργο, έβαλαν φωτιά για να τον ανατινάξουν. Σείστηκε όλη η περιοχή, όμως ο πύργος έμεινε ακίνητος και αγέρωχος κρατώντας δυνατά το ύψωμα στο Μοναστηράκι. "Το λαγούμι βρέθηκε ξεθυμασμένο από το σκάψιμο έτσι της γης έτρεμε για ένα τέταρτο της ώρας περίπου, έπεσε χώμα επάνω του και ο πύργος δεν έπαθε τίποτα, σημειώνει ο Κολοκοτρώνης. Οι Τούρκοι ελπίζοντας ότι θ' αναποδογυριστεί ο πύργος από την έκρηξη, όταν τον είδαν να στέκεται όρθιος τα έχασαν.Τότε όλοι μαζί ρίξανε μια μπαταριά για να γιορτάσουμε το μεγάλο αυτό γεγονός αλλά και για το πάθημα του στρατού του Βελή πασά. Είχαμε μετρήσει 3.734 κανονιές μέσα σε 65 μέρες που μας πολιορκούσε ο Βελής". (2)
Εκτός του γεφυριού της Δήμητρας οι παραπάνω πρωτομάστορες είναι οι ίδιοι που έχτισαν και το γεφύρι στη θέση “Δομοκός” και το “Παραλογγίτικο” γεφύρι στον Ερύμανθο, δύο άλλες σπουδαίες κατασκευές, όπως επίσης το καμπαναριό της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Μοναστηράκι, τη βάση και μέχρι περίπου δύο μέτρα ύψος τον Άγιο Δημήτριο στο Βιδιάκι και πολλά άλλα.
  Λέγεται, ότι απόγονοι αυτών των Πουρναραίων έχτισαν και τα γεφύρια "Σκαλίτσας" και "Γούβια" στο Βιδιάκι της Γορτυνίας.

Γεφύρι της Δήμητρας. (Φωτο: ΑΓΠ)


Το γεφύρι της Δήμητρας είναι ένα σπάνιας αρχιτεκτονικής ομορφιάς δίτοξο κομψοτέχνημα, με ισοειψή τόξα, ελαφρώς μικρότερου ανοίγματος το δεύτερο από ανάντη, σχολαστικά πελεκημένη πέτρα, στηθαίο και τέλειες αναλογίες, γνήσιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πατροπαράδοτης τέχνης των λαγκαδινών μαστόρων.
Χτίστηκε με ντόπια υλικά, που αφθονούν στην περιοχή και την Αρκαδία γενικότερα και είναι καλοδιατηρημένο ανάμεσα σε θεόρατα πλατάνια, που οι ντόπιοι θεωρούσαν ότι “κράταγε”, ήταν δηλαδή λημέρι νεράιδων. Λέγεται ακόμη ότι στο συγκεκριμένο γεφύρι το 1933 έπεσε μια κοπέλα γιατί ατιμάστηκε, βάζοντας έτσι τέλος στη ζωή της.

Γεφύρι της Δήμητρας. (Φωτο: ΑΓΠ)

Το γεφύρι της Δήμητρας είναι ένα σπουδαίο γεφύρι, από τα πλέον εντυπωσιακότερα και μεγαλοπρεπέστερα της Πελοποννήσου, που περιμένει τον επισκέπτη να τον θαμπώσει και να τον οδηγήσει στις παλιές καλές εποχές.

Σημειώσεις: 
    (1). Ηλίας Τουτούνης. "Η γεννιά των Κολοκοτρωναίων και τα τραγούδια τους". Εκδόσεις Κοκλάκι. Αμαλιάδα 2009. Σελ. 265,266
     (2).  Ομοίως, σελ. 273.

Δείτε περισσότερα για το γεφύρι "Της Δήμητρας" και στο:
www.youtube.com/agpelop 
 

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Θεογέφυρα- διαβολογέφυρα

 Διαβολογέφυρο στη Δίβρη



“...είναι έργο διαβόλου, που τον κορόιδεψε ο διβριώτης μυλωνάς Γιάνναρος”



Οι άνθρωποι από τα πανάρχαια χρόνια προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τα γήϊνα και ουράνια φυσικά φαινόμενα. Δεν μπορούσαν όμως να τα προσδιορίσουν και να τα κατανοήσουν και για το λόγο τούτο τα απέδιδαν σε υπερφυσικές δυνάμεις.

Τα λιθόκτιστα γεφύρια διάσπαρτα, πανέμορφα, αναπόσπαστα κομμάτια του τεχνικού πολιτισμού και του Ελληνικού τοπίου, συνδυάζονται αρμονικά με τη φύση και προσδίδουν ιδιαίτερη γραφικότητα στα ποτάμια, πάνω από τα οποία αγέρωχα στέκονται.
"Διαβολογέφυρα" στο ρέμα του Τιμίου Προδρόμου, στις Σέρρες.  (Φωτο: ΑΓΠ)


Eίναι συνδεδεμένα άρρηκτα με λαϊκούς μύθους, ανέκδοτα, παροιμίες, μάχες, 
συνθηματικές λέξεις, ιστορικά γεγονότα, μαρτυρίες, θρύλους και παραδόσεις.

Οι καταστροφές τους κατά ή μετά τη θεμελίωσή τους, ανέπτυξαν τη φαντασία του κόσμου, που τις απέδιδε σε υπερφυσικές δυνάμεις, εχθρούς των μαστόρων κυρίως αλλά και των γεφυριών, που για να τις εξευγενίσουν και να τις μαλακώσουν προέβαιναν πολλές φορές σε ανθρωποθυσίες και μάλιστα συγγενικών τους προσώπων.
"Είχε θεία έμπνευση", "θεϊκή φώτιση", "διαβολεμένο μυαλό", "είχε το διάβολο μέσα του", "λιβάνιζε το διάβολο","είχε πουλήσει την ψυχή του στον διάβολο", "ορμηνευόταν από το Θεό ή τον διάβολο", "είναι διαβόλου κάλτσα".
Είναι μερικές φράσεις που είχαν σφηνωθεί στην αντίληψη των ανθρώπων, όχι και πολλά-πολλά χρόνια πριν, όταν ορισμένες κατασκευές σε απόκρημνα φαράγγια, χαώδης γκρεμούς και απόκρημνες θέσεις και ήταν αδύνατον να πιστέψουν ότι είχαν γίνει από ανθρώπινο χέρι. Σ' αυτές τις περιπτώσεις ήταν ο Θεός ή ο διάβολος που ενέπνεαν τον πρωτομάστορα.

Το σκοτάδι για τον Έλληνα θεωρούταν αταίριαστο για το χαρακτήρα του, απόμακρο και συνδεδεμένο με όντα αλλόκοτα και περίεργα που είχαν υπερφυσικά χαρακτηριστικά και ικανότητες, με νυχτόβια πλάσματα, δαίμονες ή στοιχειά και βρικόλακες.

Νεράιδες που θα σε...πάρουν παραφύλαγαν στα φαράγγια και σε σκιερά μέρη με τρεχούμενα νερά και γεφύρια και που δεν έπρεπε να μιλήσεις γιατί θα σου πάρουν τη μιλιά.

Οι νεράιδες, τα ξωτικά, τα αερικά ήταν τόσο συνδεδεμένα με τη ζωή του Έλληνα, ώστε πολλά χωριά έχουν το πρόθεμα νεράιδα.

Οι δράκοντες είναι μυθικά τέρατα που κατοικούν κυρίως στις πηγές των ποταμών (δρακονέρια). Υπάρχουν πολλοί μύθοι δράκων που εμποδίζουν τη χρήση του νερού και άλλοι ηρώων πού προσπαθούν να τους σκοτώσουν. 
Θεογέφυρο στον Καλαμά. Πωγωνιανή Ιωαννίνων. (Φωτο: ΑΓΠ)
 

Κάποιες φορές τα στοιχειά των ποταμών μαλακώνουν, παρουσιάζονται πολύ ευαίσθητα και ρομαντικά, όπως στο παρακάτω δημοτικό τραγούδι:

Κόρη ξανθή τραγούδαγε σε πέτρινο γεφύρι

και από το θλιβερό σκοπό, το θλιβερό τραγούδι,

και το γεφύρι ράγισε και το ποτάμι εστάθει

και το στοιχειό του ποταμού στην άκρη επετάχθει

κι ένας διαβάτης φώναξε από πέρα από την ράχη.

Άλλαξε κόρη τον ηχό και πες άλλο τραγούδι,

για να κινήσει ο ποταμός, να σμίξει το γεφύρι

και το στοιχειό του ποταμού στον τόπο του να πάει.

Χαρακτηριστικοί είναι οι θρύλοι για το γεφύρι της Άρτας (υπάρχουν 333 παραλλαγές του τραγουδιού) με τη θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα, του Λάδωνα (γεφύρι Κυράς) που ήταν στοιχειωμένο γιατί στα θεμέλιά του θυσιάστηκαν δύο άνθρωποι για να στεριώσει, του Φαναριού στην Ανδρίτσαινα, της Τρίχας στην Τραπεζούντα του Πόντου κ α. 
Τέτοια γεφύρια είναι κατάσπαρτα σε όλο τον κόσμο με τους ανάλογους θρύλους να τα ακολουθούν. 
Shaharah bridge
 Ένα τέτοιο είναι και το
Shaharah bridge στην Υεμένη, χτισμένο   τον 17ο αιώνα στο πιο στενό και στέρεο σημείο του φαραγγιού, πάνω από το χάος, που με βάση τα τότε δεδομένα είναι πραγματικός άθλος το καλούπωμα και το χτίσιμό του, το σκάλωμα δηλαδή στα κάθετα γρανιτώδη πλαϊνά του βαράθρου. Φαίνεται ότι τα βάθρα του ακουμπάνε σε ίχνη παλιότερου γεφυριού με το μονοπάτι να σκαρφαλώνει καλντεριμωτά στην απότομη πλαγιά του βουνού, την χαρακτηριστική καμάρα στην μια είσοδο του ημικυκλικού τόξου, τα στηθαία του, τη μια σειρά θολίτες και την επίπεδη επιφάνεια διάβασής του.

Χαρακτηριστικός είναι επίσης και ο θρύλος που μας λέει για το πως χτίστηκε “το γεφύρι του Διαβόλου”, στην Τροιζήνα.

Βρίσκεται στο ομώνυμο ρέμα του ποταμού Χρυσορρόα (Κρεμαστός ή Γεφυραίος, ο Υλικός των αρχαίων)  και σχηματίστηκε λόγω της διάβρωσης των τοιχωμάτων από το νερό. Είναι δίπλα από το σύγχρονο γεφύρι και δεν είναι γνωστό πότε σχηματίστηκε.

   Πρόκειται για βράχο που κατρακύλησε  και σφηνώθηκε στο στενό και έτσι έγινε φυσικό γεφύρι.

  Δείχνει σαν να έχει φτιαχτεί από ανθρώπινο χέρι και γι' αυτό η λαϊκή φαντασία αποδίδει την κατασκευή του στο διάβολο (διαβολογέφυρο) ή στο θεό (θεογέφυρο).

   Πολλοί θρύλοι ακολουθούν την κατασκευή του. Ένας απ' αυτούς, που αναφέρει ο σπουδαίος μας λαογράφος Νικόλαος Γ. Πολίτης στις ¨Παραδόσεις¨ του, λέει ότι επί τουρκοκρατίας, «ήταν μια φορά ένας πασιάς στο Δαμαλά και αυτός ηθέλησε να γεφυρώσει τον Κρεμαστό για να πηγαίνει στο κυνήγι. Ήρθαν πολλοί άξιοι τεχνίτες από διάφορα μέρη, αλλ’ αυτοί ζητούσαν χρήματα πολλά, γιατί η δουλειά ήταν πολύ δύσκολη. Παρουσιάστη όμως ένας φτωχός τεχνίτης από του Δαμαλά και αυτός είπε πως μπορεί να κάμει το γεφύρι με τα μισά χρήματα. Ο πασιάς εδέχτηκε, του είπε όμως πως αν δεν επιτύχει και δεν το κάμει στερεό το γεφύρι, θα του κόψει το κεφάλι.

   Ο τεχνίτης αυτός έχτισε το γεφύρι εκεί κάτω που είναι οι μύλοι. Αλλά τη νύχτα έπεσε βροχή και κατέβασε το ποτάμι και επήρε το γεφύρι. Για να μη χάσει το κεφάλι του, παρακάλεσε κλαίοντας τον πασια να τον αφήσει να φτιάσει άλλο γεφύρι. Του έδωσε την άδεια ο πασιάς, το έφτιασε πάλι το γεφύρι, αλλ’ όταν ήρθαν τα πρωτοβρόχια, επλημμύρησε το ποτάμι, κι εχάλασε πάλι το γεφύρι και δεν έμεινε πέτρα στην άλλη πέτρα. Και πάλι παρακάλεσε τον πασιά, και πάλι εκείνος για τελευταία φορά τον άφησε να ξαναχτίσει, κι έβαλε αυτός μεγάλους βράχους και το ‘φτιασε, αλλά καθώς κατέβασε το ποτάμι, επέταξε τους βράχους στους γκρεμούς σα χαλίκια.

  Ο τεχνίτης είδε πλέον πως δεν είχε σωτηρία και καθόταν απελπισμένος στο σπίτι του, και περίμενε την άλλη μέρα να στείλει ο πασιάς να του πάρουν το κεφάλι. Όταν άξαφνα παρουσιάζεται εμπρός του ένας μαυροφόρος και του λέει πως αυτός μπορεί να τον βοηθήσει και να του φτιάσει ως το πρωί το γεφύρι στερεό και ακούνητο. Ένα πράμα μόνο του ζήτησε, να του δώσει την ψυχή του σαν πεθάνει, και αυτός όχι μόνο το γεφύρι να του φτιάσει, αλλά και ό,τι του ζητήσει να του το κάμει. Γιατί αυτός ο μαυροφόρος ήταν ο διάβολος.

  Στην απελπισία που βρισκότανε ο τεχνίτης, αναγκάστη κι εδέχτηκε, και του ζήτησε ακόμη να τον κάμει πλούσιο και να τον βοηθήσει να πάρει γυναίκα του προεστού την θυγατέρα και να τον αφήσει να ζήσει τρία χρόνια να χαρεί τη ζωή. Ο διάβολος όχι μόνο αυτά του υποσχέθηκε, αλλά του είπε και πως αντί για τρία να ζήσει έξι χρόνια.

  Την άλλη μέρα το λοιπόν το πρωί, πήγε να ιδεί για το γεφύρι, και εκεί που έχτιζε δεν είδε τίποτα. Κάνει έτσι, και ψηλά στο βουνό, όπου και κατακλυσμός να εγίνονταν δεν θα μπορούσε να φτάσει το ποτάμι, βλέπει ένα γεφύρι στεριωμένο. Έτρεξε να το ιδεί από κοντά, και εκεί που το περιεργαζότανε, εγλίστρησε κι έπεσε στον γκρεμό. Άλλος αν ήτανε θα κατατσακιζότανε, και δεν θα του ‘μενε κόκαλο γερό. Αυτός όμως δεν έπαθε τίποτα, και καθώς επιάστη από μια πέτρα ν’ ανέβει, την εκύλισε, και ηύρε από κάτω ένα πιθάρι θεόρατο, όλο φλωρί. Χωρίς να χάσει καιρό έκρυψε το πιθάρι για να μην πάρει κανείς είδηση και έτρεξε στον πασιά για να του παραδώσει το γεφύρι.

  Έτσι και το γεφύρι έχτισε, και πλούσιος έγινε, και τη θυγατέρα του προεστού πήρε γυναίκα, καθώς του έταξε ο διάβολος. Και όταν εσφάλισαν τα έξι χρόνια, πήγε μια ημέρα στο γεφύρι, καθώς εσυνήθιζε να πηγαίνει από καιρό εις καιρό, για να πάρει άλλα φλωριά από το πιθάρι. Αλλ’ από τότε δεν ξαναγύρισε. Τον είδαν μερικοί βοσκοί στο γεφύρι, αλλά εσηκώθη μια μεγάλη ανεμοζάλη με βροντές και αστραπές, και όταν εξαστέρωσε αυτός δεν ξαναφάνει. Η ανεμοζάλη έφτασε κι ως κάτω το χωριό και έπεσε αστροπελέκι και σκότωσε τη γυναίκα του τεχνίτη κι έκαψε το σπίτι του».

   Το περίεργο είναι ότι στους βράχους γύρω από το γεφύρι υπάρχουν ίχνη σαν πατημασιές κατσίκας, που τέτοια πόδια λένε ότι έχει ο διάβολος, που φεύγοντας επάτησε τα πόδια του και εβαθούλωσε το βράχο. Ίσως έτσι πλάστηκε ο θρύλος. Όμως λέγεται ότι τα ίχνη αυτά μπορεί να είναι και αλόγου, πράγμα που πίστευαν οι αρχαίοι Τροιζήνιοι, θεωρώντας ότι ανήκουν στο φτερωτό άλογο τον “Πήγασο”, ονομάζοντας και το νερό που έτρεχε από εκεί “Ιπποκρήνη”.

Ένας μύθος, που γινόταν σχεδόν παντού πιστευτός και επίσης  αναφέρεται από τον Ν. Πολίτη στις “Παραδόσεις” του, λέει ότι: “ Στον κάτω κόσμο οι ψυχαίς πρέπει να περάσουν από ένα γεφύρι, από το Τρίχινο γεφύρι. Αυτό είναι φτενό σαν τρίχα, και κουνιέται πολύ. Όποια ψυχή δεν μπορεί να περάσει, πέφτει 'ς το ποτάμι που τρέχει αποκάτω και χάνεται”.
Διαβολογέφυρο στο Τσαγκάρι Σουλίου. (Φωτο: ΑΓΠ)


Η φύση, κάποιες φορές λειτουργώντας σαν άριστος μάστορας, σιγά-σιγά, χωρίς βιασύνη, αργά αλλά σταθερά, με άριστη και λεπτεπίλεπτη τεχνική, αιώνια αντοχή και τελειότητα, έδωσε πολλές φορές στον βιαστικό άνθρωπο αδυσώπητα μαθήματα τέχνης, φτιάχνοντας λιγοστά αλλά θαυμάσια γεφύρια χωρίς την παραμικρή εμπλοκή και παρέμβασή του.

Τις εκπληκτικές αυτές φυσικές κατασκευές η σοφία της λαϊκής μας παράδοσης ονόμασε “Θεογέφυρα”, που αν και ελάχιστες είναι διασκορπισμένες σ' όλο τον Ελλαδικό χώρο.

Κοντά στη Ζίτσα των Ιωαννίνων, στο Θύαμι (Καλαμά) που πρόσφατα (Φεβρουάριος 2018) γκρεμίστηκε, το διαβολογέφυρο της Μουρμουρίτσας στο Βελεντζικό Άρτας, στην Πωγωνιανή, στον Κλαδέο κοντά στο χωριό Πόθου στην Πελοπόννησο, στο Σούλι κάτω από το χωριό Τσαγκάρι, το Διαβολογέφυρο στο Δαμαλά Τροιζήνας, ή Διαβολογέφυρα στο ρέμα του Τιμίου Προδρόμου κοντά στις Σέρρες και το διαβολογέφυρο στη Δίβρη της Ηλείας είναι μερικά από τα παραπάνω, που ο λαός μας φρόντισε να τα ντίσει και να τα επενδύσει με μύθους, θρύλους, παραδόσεις, προλήψεις και δεισιδαιμονίες δίνοντάς τους έτσι ζωντάνια και αιωνιότητα.

Χαρακτηριστικό είναι ένα από τα εκατοντάδες δημοτικά τραγούδια, παραλλαγή του προηγούμενου, που αναφέρεται σε “στοιχειά”:

Κοράσιον ετραγούδησεν επάνω σε γεφύρι

και το γεφύρι ράγισε, και το ποτάμι στάθη

και το στοιχειόν του ποταμού κι αυτό στην άκρη εβγήκε

~κόρη μου, πάψε τον αχόν κι ειπέ κι άλλο τραγούδι.

~Αχ, πως να πάψω τον αχόν κι άλλο να πω τραγούδι

έχω τον άνδρα μ' άρρωστον κι αρρωστικόν γυρεύω.

Όσα τέτοια γεφύρια έφτιαξε η φύση, ο κόσμος τα είπε “Θεογέφυρα”. Όσα έφτιαξε ο άνθρωπος σε δύσκολα σημεία, που φάνταζαν απίθανο να γίνουν ο κόσμος τα ονόμασε “Διαβολογέφυρα”, γιατί θεωρούσε ότι ήταν έργα διαβόλου.

Με το πέρασμα των αιώνων όμως, λόγω της δυσκολίας κατασκευής και των δύο, οι παραπάνω έννοιες ταυτίστηκαν και ονομάζονται Θεογέφυρα ή Διαβολογέφυρα.
Διαβολογέφυρο Μουρμουρίτσας στο Βελεντζικό Άρτας. (Φωτο: ΑΓΠ)


Το “Διαβολογέφυρο” στη Δίβρη είναι γνωστό στο Πανελλήνιο, μέσα από τις “Παραδόσεις” του λαογράφου Νικολάου Πολίτη (Αθήνα 1965) και του περιηγητή Χρ. Κορύλλου το 1891.

Πρόκειται για ένα φυσικό πέρασμα του νερού του Διβριώτικου ποταμού ή ρέματος της Κλομποκής, που έχει διαβρώσει το βράχο και έχει δημιουργήσει έτσι ένα φυσικό γεφύρι, ένα Θεογέφυρο.

Όμως ο τοπικός θρύλος θέλει το γεφύρι αυτό να είναι έργο διαβόλου, που τον κορόιδεψε ο διβριώτης μυλωνάς ονόματι “Γιάνναρος”, όπως τον διηγήθηκαν οι διβριώτες στον Ν. Πολίτη πριν από το 1900. η διήγηση του Πολίτη λέει:

“ Τα δεκαήμερα γυρίζουν οι διαβόλοι, που τους λεν Καλλικαντζάρους ή Κατσι-μπουχέρους, και μαγαρίζουν όλαις ταις στάμναις και τα τσουκάλια και ότι άλλο τέτοιο είναι 'ς το σπίτι. ΄Σ τους μύλους μάλιστα έχουν όλο το ελεύτερο να κάνουν ότι θέλουν, γιατί ο διάβολος εδιάταξε πως να τον κουνήσουν οι άνθρωποι το μύλο, που μονάχοι τους δεν ήξευραν. Γι' αυτό τα δωδεκάημερα δεν πρέπει να πηγαίνουν 'ς τούς μύλους οι άνθρωποι, αν τύχη μάλιστα και πάσχουν από αερικά. Και αυταίς ταις ημέραις οι μύλοι πολλαίς φοραίς αλέθουν μονάχοι τους, χωρίς το μυλωνά.

Ένας μυλωνάς από τη Δίβρη, Γιάνναρο τον έλεγαν, είχε το μύλο του κοντά 'ς το Διαβολογέφυρο, προτού να φτειαστή, και πήγε μια φορά τα δωδεκαήμερα αποβραδιού για ν' άλεση. Άφού έρρηξε τάλεσμά του, ΄ς το μύλο, εσούβλισε ένα κομμάτι χοιρινό κρέας που είχε μαζί του, και το γύριζε 'ς τη φωτιά να ψηθή. Έκεί νά σου και παρουσιάζεται ένας διάβολος σαν άνθρωπος, πού χε 'ς ένα ξύλο δεμένον ένα μπάκακα, και μ' αυτό άλειφε το χοιρινό κρέας, κ' έλεγε πως ανακατώνει το παχύ με τάχαμνά για να φάνε μαζί. Ό μυλωνάς εκατάλαβε πως αυτός ήταν ο διάβολος, ήρθε σε πολλαίς ομιλίαις μαζί του και 'ς το ύστερα εγίνανε μπραζέρηδες' τον ερώτησε ο διάβολος πως τον λένε, και είπε'

“ Κάηκ' ατός μου”.

Άφού αλέστηκε το άλεσμα, έδωσε τη σούγλα 'ς το διάβολο για να την γυρίζη. Και αυτός εφόρτωσε τάλεύρι, και έπειτα πήρε τη σούγλα από τα χέρια του διαβόλου, για να ιδή τάχατες αν εψήθη το κρέας, και του έδωσε μια δυνατή 'ς τα μάτια, και αμέσως καβάλλησε το ζω του, χώθηκε ανάμεσα 'ς τα δυο πλευρά, και δρόμο! Ο διάβολος έβαλε τοις φωναίς, έτρεξαν οι συντρόφοι του και τον ρωτούσαν ποιος τον έκαψε. Και κείνος τους έλεγε:

“Κάηκ` άτός μου.

Τότε καλά έπαθες!” του λέν, κ`έφυγαν και τον έβριζαν και τον μάλλωναν γιατί δεν επρόσεχε. 
Διαβολογέφυρο στη Δίβρη.
 

Με τα πολλά όμως, σαν είδαν την επιμονή του και τοις φωναίς του, κατάλαβαν πως κάποιος άλλος τον έκαψε και βγήκαν γυρεύοντάς τον. Έφτασαν τάλογο, είδαν τα δυό πλευρά και τον άνθρωπο που καθώς ήταν κουλουριασμένος έμοιαζε για σακκί, και τον πήραν για το μισογόμι, και είπαν:

“ Να το άλογο, έ το ένα πλευρό, έ και το άλλο` να και το μισογόμι. Και αυτός ο κερατάς πίσω έρχεται”.

Έκαμαν έτσι πολλαίς φοραίς το δρόμο από τάλογο 'ς το μύλο κι' από το μύλο 'ς τάλογο, όσο που λάλησαν τα κοκόρια κ' έφυγαν, χωρίς να τον ευρούν. Πήρε θάρρος απ' αυτό του το κατόρθωμα ο μυλωνάς, και άλλη μια φορά που παρουσιάστη εμπρός του ο διάβολος, του έγραψε με το ζερβό του χέρι 'ς το κούτελο ΄να σταυρό και έτσι τον εστερέωσε 'ς την ανθρωπινή μορφή. Τον παρουσίασε 'ς τη γυναίκα του πως ήταν τάχατες δούλος, και τον διέταξε να κάνη έργα που δεν μπόρειγε να τα κάνη άνθρωπος. Και τα έκανε. Έκανε εν' αυλάκι ανάμεσα 'ς τα βράχια για να ποτίζουνται τα χωράφια, έφτειασε και το διαβολογιόφυρο μαζί με άλλους διαβόλους. Άλλά κατά δυστυχία του μυλωνά, το μεγάλλο Σαββάτο, η γυναίκα του αφού εσυγύρισε και τα εκαθάρισε ούλα καλά, ηθέλησε να καθαρίση και το δούλο, και τον έλουσε, και έτσι εβγήκε ο σταυρός. Ο διάβολος έτσι έγινε διάβολος σαν και πρώτα, έκλασε κ' είπε` όπου η πορδή μου, εκεί και τα έργα του. Και αμέσως χάλασαν τα έργα του, χάλασε και ταυλάκι, και μόνο πού και πού φαίνονται σημάδια άπ' αυτό 'ς τούς βράχους. Και μόνο το διαβολογιόφυρο έμεινε ώς τα τώρα”.

Ό,τι όμως η φύση και ο άνθρωπος με περίσσιο μεράκι έφτιαξαν, βάλθηκε ο νεοέλληνας με πρόφαση την ...πρόοδο να αποτελειώσει.
Πηγή: Περιοδικό "διβρη", τεύχος 135


Και αυτό γιατί στην περιοχή του Διαβολογέφυρου, στο Διβριώτικο ρέμα, λειτουργεί Μικρό Υδροηλεκτρικό Εργοστάσιο (ΜΥΕ), με αποτέλεσμα την καταστροφή του φυσικού τοπίου, την πλήρη απαξίωση και τον αφανισμό του Διαβολογέφυρου.