Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Θεογέφυρα- διαβολογέφυρα

 Διαβολογέφυρο στη Δίβρη



...είναι έργο διαβόλου, που τον κορόιδεψε ο διβριώτης μυλωνάς Γιάνναρος



Οι άνθρωποι από τα πανάρχαια χρόνια προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τα γήϊνα και ουράνια φυσικά φαινόμενα. Δεν μπορούσαν όμως να τα προσδιορίσουν και να τα κατανοήσουν και για το λόγο τούτο τα απέδιδαν σε υπερφυσικές δυνάμεις.

Τα λιθόκτιστα γεφύρια διάσπαρτα, πανέμορφα, αναπόσπαστα κομμάτια του τεχνικού πολιτισμού και του Ελληνικού τοπίου, συνδυάζονται αρμονικά με τη φύση και προσδίδουν ιδιαίτερη γραφικότητα στα ποτάμια, πάνω από τα οποία αγέρωχα στέκονται.
"Διαβολογέφυρα" στο ρέμα του Τιμίου Προδρόμου, στις Σέρρες.  (Φωτο: ΑΓΠ)


Eίναι συνδεδεμένα άρρηκτα με λαϊκούς μύθους, ανέκδοτα, παροιμίες, μάχες, συνθηματικές λέξεις, ιστορικά γεγονότα, μαρτυρίες, θρύλους και παραδόσεις.

Οι καταστροφές τους κατά ή μετά τη θεμελίωσή τους, ανέπτυξαν τη φαντασία του κόσμου, που τις απέδιδε σε υπερφυσικές δυνάμεις, εχθρούς των μαστόρων κυρίως αλλά και των γεφυριών, που για να τις εξευγενίσουν και να τις μαλακώσουν προέβαιναν πολλές φορές σε ανθρωποθυσίες και μάλιστα συγγενικών τους προσώπων.

Το σκοτάδι για τον Έλληνα θεωρούταν αταίριαστο για το χαρακτήρα του, απόμακρο και συνδεδεμένο με όντα αλλόκοτα και περίεργα που είχαν υπερφυσικά χαρακτηριστικά και ικανότητες, με νυχτόβια πλάσματα, δαίμονες ή στοιχειά και βρικόλακες.

Νεράιδες που θα σε...πάρουν παραφύλαγαν στα φαράγγια και σε σκιερά μέρη με τρεχούμενα νερά και γεφύρια και που δεν έπρεπε να μιλήσεις γιατί θα σου πάρουν τη μιλιά.

Οι νεράιδες, τα ξωτικά, τα αερικά ήταν τόσο συνδεδεμένα με τη ζωή του Έλληνα, ώστε πολλά χωριά έχουν το πρόθεμα νεράιδα.

Οι δράκοντες είναι μυθικά τέρατα που κατοικούν κυρίως στις πηγές των ποταμών (δρακονέρια). Υπάρχουν πολλοί μύθοι δράκων που εμποδίζουν τη χρήση του νερού και άλλοι ηρώων πού προσπαθούν να τους σκοτώσουν. 
Θεογέφυρο στον Καλαμά. Πωγωνιανή Ιωαννίνων. (Φωτο: ΑΓΠ)
 

Κάποιες φορές τα στοιχειά των ποταμών μαλακώνουν, παρουσιάζονται πολύ ευαίσθητα και ρομαντικά, όπως στο παρακάτω δημοτικό τραγούδι:

Κόρη ξανθή τραγούδαγε σε πέτρινο γεφύρι

και από το θλιβερό σκοπό, το θλιβερό τραγούδι,

και το γεφύρι ράγισε και το ποτάμι εστάθει

και το στοιχειό του ποταμού στην άκρη επετάχθει

κι ένας διαβάτης φώναξε από πέρα από την ράχη.

Άλλαξε κόρη τον ηχό και πες άλλο τραγούδι,

για να κινήσει ο ποταμός, να σμίξει το γεφύρι

και το στοιχειό του ποταμού στον τόπο του να πάει.

Χαρακτηριστικοί είναι οι θρύλοι για το γεφύρι της Άρτας (υπάρχουν 333 παραλλαγές του τραγουδιού) με τη θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα, του Λάδωνα (γεφύρι Κυράς) που ήταν στοιχειωμένο γιατί στα θεμέλιά του θυσιάστηκαν δύο άνθρωποι για να στεριώσει, του Φαναριού στην Ανδρίτσαινα, της Τρίχας στην Τραπεζούντα του Πόντου κ α.

Χαρακτηριστικός είναι επίσης και ο θρύλος που μας λέει για το πως χτίστηκε “το γεφύρι του Διαβόλου”, στην Τροιζήνα.

Βρίσκεται στο ομώνυμο ρέμα του ποταμού Χρυσορρόα (Κρεμαστός ή Γεφυραίος, ο Υλικός των αρχαίων)  και σχηματίστηκε λόγω της διάβρωσης των τοιχωμάτων από το νερό. Είναι δίπλα από το σύγχρονο γεφύρι και δεν είναι γνωστό πότε σχηματίστηκε.

   Πρόκειται για βράχο που κατρακύλησε  και σφηνώθηκε στο στενό και έτσι έγινε φυσικό γεφύρι.

  Δείχνει σαν να έχει φτιαχτεί από ανθρώπινο χέρι και γι' αυτό η λαϊκή φαντασία αποδίδει την κατασκευή του στο διάβολο (διαβολογέφυρο) ή στο θεό (θεογέφυρο).

   Πολλοί θρύλοι ακολουθούν την κατασκευή του. Ένας απ' αυτούς, που αναφέρει ο σπουδαίος μας λαογράφος Νικόλαος Γ. Πολίτης στις ¨Παραδόσεις¨ του, λέει ότι επί τουρκοκρατίας, «ήταν μια φορά ένας πασιάς στο Δαμαλά και αυτός ηθέλησε να γεφυρώσει τον Κρεμαστό για να πηγαίνει στο κυνήγι. Ήρθαν πολλοί άξιοι τεχνίτες από διάφορα μέρη, αλλ’ αυτοί ζητούσαν χρήματα πολλά, γιατί η δουλειά ήταν πολύ δύσκολη. Παρουσιάστη όμως ένας φτωχός τεχνίτης από του Δαμαλά και αυτός είπε πως μπορεί να κάμει το γεφύρι με τα μισά χρήματα. Ο πασιάς εδέχτηκε, του είπε όμως πως αν δεν επιτύχει και δεν το κάμει στερεό το γεφύρι, θα του κόψει το κεφάλι.

   Ο τεχνίτης αυτός έχτισε το γεφύρι εκεί κάτω που είναι οι μύλοι. Αλλά τη νύχτα έπεσε βροχή και κατέβασε το ποτάμι και επήρε το γεφύρι. Για να μη χάσει το κεφάλι του, παρακάλεσε κλαίοντας τον πασια να τον αφήσει να φτιάσει άλλο γεφύρι. Του έδωσε την άδεια ο πασιάς, το έφτιασε πάλι το γεφύρι, αλλ’ όταν ήρθαν τα πρωτοβρόχια, επλημμύρησε το ποτάμι, κι εχάλασε πάλι το γεφύρι και δεν έμεινε πέτρα στην άλλη πέτρα. Και πάλι παρακάλεσε τον πασιά, και πάλι εκείνος για τελευταία φορά τον άφησε να ξαναχτίσει, κι έβαλε αυτός μεγάλους βράχους και το ‘φτιασε, αλλά καθώς κατέβασε το ποτάμι, επέταξε τους βράχους στους γκρεμούς σα χαλίκια.

  Ο τεχνίτης είδε πλέον πως δεν είχε σωτηρία και καθόταν απελπισμένος στο σπίτι του, και περίμενε την άλλη μέρα να στείλει ο πασιάς να του πάρουν το κεφάλι. Όταν άξαφνα παρουσιάζεται εμπρός του ένας μαυροφόρος και του λέει πως αυτός μπορεί να τον βοηθήσει και να του φτιάσει ως το πρωί το γεφύρι στερεό και ακούνητο. Ένα πράμα μόνο του ζήτησε, να του δώσει την ψυχή του σαν πεθάνει, και αυτός όχι μόνο το γεφύρι να του φτιάσει, αλλά και ό,τι του ζητήσει να του το κάμει. Γιατί αυτός ο μαυροφόρος ήταν ο διάβολος.

  Στην απελπισία που βρισκότανε ο τεχνίτης, αναγκάστη κι εδέχτηκε, και του ζήτησε ακόμη να τον κάμει πλούσιο και να τον βοηθήσει να πάρει γυναίκα του προεστού την θυγατέρα και να τον αφήσει να ζήσει τρία χρόνια να χαρεί τη ζωή. Ο διάβολος όχι μόνο αυτά του υποσχέθηκε, αλλά του είπε και πως αντί για τρία να ζήσει έξι χρόνια.

  Την άλλη μέρα το λοιπόν το πρωί, πήγε να ιδεί για το γεφύρι, και εκεί που έχτιζε δεν είδε τίποτα. Κάνει έτσι, και ψηλά στο βουνό, όπου και κατακλυσμός να εγίνονταν δεν θα μπορούσε να φτάσει το ποτάμι, βλέπει ένα γεφύρι στεριωμένο. Έτρεξε να το ιδεί από κοντά, και εκεί που το περιεργαζότανε, εγλίστρησε κι έπεσε στον γκρεμό. Άλλος αν ήτανε θα κατατσακιζότανε, και δεν θα του ‘μενε κόκαλο γερό. Αυτός όμως δεν έπαθε τίποτα, και καθώς επιάστη από μια πέτρα ν’ ανέβει, την εκύλισε, και ηύρε από κάτω ένα πιθάρι θεόρατο, όλο φλωρί. Χωρίς να χάσει καιρό έκρυψε το πιθάρι για να μην πάρει κανείς είδηση και έτρεξε στον πασιά για να του παραδώσει το γεφύρι.

  Έτσι και το γεφύρι έχτισε, και πλούσιος έγινε, και τη θυγατέρα του προεστού πήρε γυναίκα, καθώς του έταξε ο διάβολος. Και όταν εσφάλισαν τα έξι χρόνια, πήγε μια ημέρα στο γεφύρι, καθώς εσυνήθιζε να πηγαίνει από καιρό εις καιρό, για να πάρει άλλα φλωριά από το πιθάρι. Αλλ’ από τότε δεν ξαναγύρισε. Τον είδαν μερικοί βοσκοί στο γεφύρι, αλλά εσηκώθη μια μεγάλη ανεμοζάλη με βροντές και αστραπές, και όταν εξαστέρωσε αυτός δεν ξαναφάνει. Η ανεμοζάλη έφτασε κι ως κάτω το χωριό και έπεσε αστροπελέκι και σκότωσε τη γυναίκα του τεχνίτη κι έκαψε το σπίτι του».

   Το περίεργο είναι ότι στους βράχους γύρω από το γεφύρι υπάρχουν ίχνη σαν πατημασιές κατσίκας, που τέτοια πόδια λένε ότι έχει ο διάβολος, που φεύγοντας επάτησε τα πόδια του και εβαθούλωσε το βράχο. Ίσως έτσι πλάστηκε ο θρύλος. Όμως λέγεται ότι τα ίχνη αυτά μπορεί να είναι και αλόγου, πράγμα που πίστευαν οι αρχαίοι Τροιζήνιοι, θεωρώντας ότι ανήκουν στο φτερωτό άλογο τον “Πήγασο”, ονομάζοντας και το νερό που έτρεχε από εκεί “Ιπποκρήνη”.

Ένας μύθος, που γινόταν σχεδόν παντού πιστευτός και επίσης  αναφέρεται από τον Ν. Πολίτη στις “Παραδόσεις” του, λέει ότι: “ Στον κάτω κόσμο οι ψυχαίς πρέπει να περάσουν από ένα γεφύρι, από το Τρίχινο γεφύρι. Αυτό είναι φτενό σαν τρίχα, και κουνιέται πολύ. Όποια ψυχή δεν μπορεί να περάσει, πέφτει 'ς το ποτάμι που τρέχει αποκάτω και χάνεται”.
Διαβολογέφυρο στο Τσαγκάρι Σουλίου. (Φωτο: ΑΓΠ)


Η φύση, κάποιες φορές λειτουργώντας σαν άριστος μάστορας, σιγά-σιγά, χωρίς βιασύνη, αργά αλλά σταθερά, με άριστη και λεπτεπίλεπτη τεχνική, αιώνια αντοχή και τελειότητα, έδωσε πολλές φορές στον βιαστικό άνθρωπο αδυσώπητα μαθήματα τέχνης, φτιάχνοντας λιγοστά αλλά θαυμάσια γεφύρια χωρίς την παραμικρή εμπλοκή και παρέμβασή του.

Τις εκπληκτικές αυτές φυσικές κατασκευές η σοφία της λαϊκής μας παράδοσης ονόμασε “Θεογέφυρα”, που αν και ελάχιστες είναι διασκορπισμένες σ' όλο τον Ελλαδικό χώρο.

Κοντά στη Ζίτσα των Ιωαννίνων, στο Θύαμι (Καλαμά) που πρόσφατα (Φεβρουάριος 2018) γκρεμίστηκε, το διαβολογέφυρο της Μουρμουρίτσας στο Βελεντζικό Άρτας, στην Πωγωνιανή, στον Κλαδέο κοντά στο χωριό Πόθου στην Πελοπόννησο, στο Σούλι κάτω από το χωριό Τσαγκάρι, το Διαβολογέφυρο στο Δαμαλά Τροιζήνας, ή Διαβολογέφυρα στο ρέμα του Τιμίου Προδρόμου κοντά στις Σέρρες και το διαβολογέφυρο στη Δίβρη της Ηλείας είναι μερικά από τα παραπάνω, που ο λαός μας φρόντισε να τα ντίσει και να τα επενδύσει με μύθους, θρύλους, παραδόσεις, προλήψεις και δεισιδαιμονίες δίνοντάς τους έτσι ζωντάνια και αιωνιότητα.

Χαρακτηριστικό είναι ένα από τα εκατοντάδες δημοτικά τραγούδια, παραλλαγή του προηγούμενου, που αναφέρεται σε “στοιχειά”:

Κοράσιον ετραγούδησεν επάνω σε γεφύρι

και το γεφύρι ράγισε, και το ποτάμι στάθη

και το στοιχειόν του ποταμού κι αυτό στην άκρη εβγήκε

~κόρη μου, πάψε τον αχόν κι ειπέ κι άλλο τραγούδι.

~Αχ, πως να πάψω τον αχόν κι άλλο να πω τραγούδι

έχω τον άνδρα μ' άρρωστον κι αρρωστικόν γυρεύω.

Όσα τέτοια γεφύρια έφτιαξε η φύση, ο κόσμος τα είπε “Θεογέφυρα”. Όσα έφτιαξε ο άνθρωπος σε δύσκολα σημεία, που φάνταζαν απίθανο να γίνουν ο κόσμος τα ονόμασε “Διαβολογέφυρα”, γιατί θεωρούσε ότι ήταν έργα διαβόλου.

Με το πέρασμα των αιώνων όμως, λόγω της δυσκολίας κατασκευής και των δύο, οι παραπάνω έννοιες ταυτίστηκαν και ονομάζονται Θεογέφυρα ή Διαβολογέφυρα.
Διαβολογέφυρο Μουρμουρίτσας στο Βελεντζικό Άρτας. (Φωτο: ΑΓΠ)


Το “Διαβολογέφυρο” στη Δίβρη είναι γνωστό στο Πανελλήνιο, μέσα από τις “Παραδόσεις” του λαογράφου Νικολάου Πολίτη (Αθήνα 1965) και του περιηγητή Χρ. Κορύλλου το 1891.

Πρόκειται για ένα φυσικό πέρασμα του νερού του Διβριώτικου ποταμού ή ρέματος της Κλομποκής, που έχει διαβρώσει το βράχο και έχει δημιουργήσει έτσι ένα φυσικό γεφύρι, ένα Θεογέφυρο.

Όμως ο τοπικός θρύλος θέλει το γεφύρι αυτό να είναι έργο διαβόλου, που τον κορόιδεψε ο διβριώτης μυλωνάς ονόματι “Γιάνναρος”, όπως τον διηγήθηκαν οι διβριώτες στον Ν. Πολίτη πριν από το 1900. η διήγηση του Πολίτη λέει:

Τα δεκαήμερα γυρίζουν οι διαβόλοι, που τους λεν Καλλικαντζάρους ή Κατσι-μπουχέρους, και μαγαρίζουν όλαις ταις στάμναις και τα τσουκάλια και ότι άλλο τέτοιο είναι 'ς το σπίτι. ΄Σ τους μύλους μάλιστα έχουν όλο το ελεύτερο να κάνουν ότι θέλουν, γιατί ο διάβολος εδιάταξε πως να τον κουνήσουν οι άνθρωποι το μύλο, που μονάχοι τους δεν ήξευραν. Γι' αυτό τα δωδεκάημερα δεν πρέπει να πηγαίνουν 'ς τούς μύλους οι άνθρωποι, αν τύχη μάλιστα και πάσχουν από αερικά. Και αυταίς ταις ημέραις οι μύλοι πολλαίς φοραίς αλέθουν μονάχοι τους, χωρίς το μυλωνά.

Ένας μυλωνάς από τη Δίβρη, Γιάνναρο τον έλεγαν, είχε το μύλο του κοντά 'ς το Διαβολογέφυρο, προτού να φτειαστή, και πήγε μια φορά τα δωδεκαήμερα αποβραδιού για ν' άλεση. Άφού έρρηξε τάλεσμά του, ΄ς το μύλο, εσούβλισε ένα κομμάτι χοιρινό κρέας που είχε μαζί του, και το γύριζε 'ς τη φωτιά να ψηθή. Έκεί νά σου και παρουσιάζεται ένας διάβολος σαν άνθρωπος, πού χε 'ς ένα ξύλο δεμένον ένα μπάκακα, και μ' αυτό άλειφε το χοιρινό κρέας, κ' έλεγε πως ανακατώνει το παχύ με τάχαμνά για να φάνε μαζί. Ό μυλωνάς εκατάλαβε πως αυτός ήταν ο διάβολος, ήρθε σε πολλαίς ομιλίαις μαζί του και 'ς το ύστερα εγίνανε μπραζέρηδες' τον ερώτησε ο διάβολος πως τον λένε, και είπε'

Κάηκ' ατός μου”.

Άφού αλέστηκε το άλεσμα, έδωσε τη σούγλα 'ς το διάβολο για να την γυρίζη. Και αυτός εφόρτωσε τάλεύρι, και έπειτα πήρε τη σούγλα από τα χέρια του διαβόλου, για να ιδή τάχατες αν εψήθη το κρέας, και του έδωσε μια δυνατή 'ς τα μάτια, και αμέσως καβάλλησε το ζω του, χώθηκε ανάμεσα 'ς τα δυο πλευρά, και δρόμο! Ο διάβολος έβαλε τοις φωναίς, έτρεξαν οι συντρόφοι του και τον ρωτούσαν ποιος τον έκαψε. Και κείνος τους έλεγε:

Κάηκ` άτός μου.

Τότε καλά έπαθες!” του λέν, κ`έφυγαν και τον έβριζαν και τον μάλλωναν γιατί δεν επρόσεχε. 
Διαβολογέφυρο στη Δίβρη.
 

Με τα πολλά όμως, σαν είδαν την επιμονή του και τοις φωναίς του, κατάλαβαν πως κάποιος άλλος τον έκαψε και βγήκαν γυρεύοντάς τον. Έφτασαν τάλογο, είδαν τα δυό πλευρά και τον άνθρωπο που καθώς ήταν κουλουριασμένος έμοιαζε για σακκί, και τον πήραν για το μισογόμι, και είπαν:

Να το άλογο, έ το ένα πλευρό, έ και το άλλο` να και το μισογόμι. Και αυτός ο κερατάς πίσω έρχεται”.

Έκαμαν έτσι πολλαίς φοραίς το δρόμο από τάλογο 'ς το μύλο κι' από το μύλο 'ς τάλογο, όσο που λάλησαν τα κοκόρια κ' έφυγαν, χωρίς να τον ευρούν. Πήρε θάρρος απ' αυτό του το κατόρθωμα ο μυλωνάς, και άλλη μια φορά που παρουσιάστη εμπρός του ο διάβολος, του έγραψε με το ζερβό του χέρι 'ς το κούτελο ΄να σταυρό και έτσι τον εστερέωσε 'ς την ανθρωπινή μορφή. Τον παρουσίασε 'ς τη γυναίκα του πως ήταν τάχατες δούλος, και τον διέταξε να κάνη έργα που δεν μπόρειγε να τα κάνη άνθρωπος. Και τα έκανε. Έκανε εν' αυλάκι ανάμεσα 'ς τα βράχια για να ποτίζουνται τα χωράφια, έφτειασε και το διαβολογιόφυρο μαζί με άλλους διαβόλους. Άλλά κατά δυστυχία του μυλωνά, το μεγάλλο Σαββάτο, η γυναίκα του αφού εσυγύρισε και τα εκαθάρισε ούλα καλά, ηθέλησε να καθαρίση και το δούλο, και τον έλουσε, και έτσι εβγήκε ο σταυρός. Ο διάβολος έτσι έγινε διάβολος σαν και πρώτα, έκλασε κ' είπε` όπου η πορδή μου, εκεί και τα έργα του. Και αμέσως χάλασαν τα έργα του, χάλασε και ταυλάκι, και μόνο πού και πού φαίνονται σημάδια άπ' αυτό 'ς τούς βράχους. Και μόνο το διαβολογιόφυρο έμεινε ώς τα τώρα”.

Ό,τι όμως η φύση και ο άνθρωπος με περίσσιο μεράκι έφτιαξαν, βάλθηκε ο νεοέλληνας με πρόφαση την ...πρόοδο να αποτελειώσει.
Πηγή: Περιοδικό "διβρη", τεύχος 135


Και αυτό γιατί στην περιοχή του Διαβολογέφυρου, στο Διβριώτικο ρέμα, λειτουργεί Μικρό Υδροηλεκτρικό Εργοστάσιο (ΜΥΕ), με αποτέλεσμα την καταστροφή του φυσικού τοπίου, την πλήρη απαξίωση και τον αφανισμό του Διαβολογέφυρου.