Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Χωρυγόσκαλα στη Μεσσηνία. Μία ιστορική τοποθεσία θυσίας Ελληνίδων γυναικών.

 

 Πρόκειται για ένα ελικοειδές, αδιάβατο και κατεστραμμένο κομμάτι το πιο δύσκολο και επικίνδυνο του ημιονικού και ιστορικού δρόμου που οδηγεί από τον Άγιο Νικήτα Δυρραχίου στη Μεγάλη Αναστάσοβα (Νέδουσα) και Χάνι Λαγού με πολλαπλές κατευθύνσεις.

Είναι το όριο των τοπικών κοινοτήτων Αρτεμισίας και Νέδουσας του δήμου Καλαμάτας, Βορειοδυτικά της Αρτεμισίας και νότια της Νέδουσας.
Η παράδοση αναφέρει ότι η περιοχή της χωρυγόσκαλας έγινε σημείο ηρωισμού και θυσίας Ελληνίδων κατά το 1826 όπου την Πελοπόννησο διαγούμιζε ο Ιμπραήμ.
Από εκεί περνούσε ο συντομότερος, ημιονικός τότε, δρόμος από τα Πισινοχώρια προς Δυρράχι, Γιανναίους, Καμάρα, κλπ. Ονομάζονται Πισινά χωριά (Μεγάλη Αναστάσοβα-Νέδουσα, Σίτσοβα-Αλαγονία, Μικρή Αναστάσοβα-Πηγές, Τσερνίτσα-Αρτεμισία, Λαδά και Καρβέλι) γιατί σε σχέση με το Μυστρά είναι χτισμένα στο πισινό (δυτικό) μέρος του Ταϋγέτου ενώ ο Μυστράς στο μπροστινό (ανατολικό).
Όπως αναφέρει στο βιβλίο του (Όπισθεν του Μυστρά, σελ. 148-161) Τόμος Α΄ ο Ηλίας Αθ. Λάζαρος-Σμήναρχος (Τ.Υ.Ε.) ε.α. 
«Αποτελεί στενό ελικοειδές υπό μορφή σκάλας και επικίνδυνο ημιονικό πέρασμα πάνω σε σάρα από την ορθοπλαγιά των πρόβουνων του Ταϋγέτου Κάπελη-Φτερούση στα ριζά της...Σήμερα διακρίνεται μόνο ένα μέρος από τη σάρα ενώ το υπόλοιπο τμήμα της έχει καλυφθεί από θάμνους. Από τον παλιό ελικοειδή δρόμο ό,τι είχε απομείνει κατέρρευσε μετά τους σεισμούς του 1986.
Η τοποθεσία οφείλει το όνομά της στο γεγονός ότι η περιοχή αποτελείται από ασβεστολιθικές πέτρες και στον ελικοειδή δρόμο, ο οποίος έχει έξι στροφές. Επισημαίνεται ότι στα χωριά αυτά ο ασβέστης λέγεται και χωρόγι. Δηλαδή χωρόγι+σκάλα=χωριγόσκαλα. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω, κοντά στου Λαγού το Χάνι, λειτουργούσε ασβεστοκάμινο τα ερείπια του οποίου σώζονται ακόμη. Αλλά και οι πέτρες από τις οποίες ήταν χτισμένο το ιστορικό Χάνι του Λαγού (Ηλιόπουλου), μετά τη διάνοιξη του αμαξιτού δρόμου προς Νέδουσα, πουλήθηκαν σε ασβεστοκάμινο».
 

 Χωρυγόσκαλα. (Σχεδιάγραμμα: Ηλίας Αθ. Λάζαρος)

Α.  Εξωκκλήσι Αγίου Νικήτα Δυρραχίου.

Β. Συμβολή ορίων Τοπικών Κοινοτήτων Δυρραχίου, Τσερνίτσας και Μεγάλης Αναστάσοβας.

Γ. Ημιονικός δρόμος με κατεύθυνση προς Μεγάλη Αναστάσοβα (Νέδουσα).

Δ.  Ημιονικός δρόμος με κατεύθυνση Χάνι Λαγού, κλπ.

Ε.  Όρια έκτασης Τσερνίτσας.

ΣΤ. Όρια έκτασης χωριού Μεγάλης Αναστάσοβας.

Χ.  Χωρυγόσκαλα.

Ζ. Πιθανότερο σημείο από το οποίο έγινε το πήδημα στα βράχια και το χάος από τις Ελληνίδες γυναίκες του Μοριά.

Και να πως παραστατικότατα αναφέρεται η θυσία των Ελληνίδων Γυναικών στις 21/05/1826 από τον Ηλία Αθ. Λάζαρο στο βιβλίο του: «Με την είσοδο των Τουρκοαιγυπτίων στον κάμπο της Καρύταινας οι άμαχοι και οι περισσότεροι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, έντρομοι διασκορπίστηκαν στα γύρω βουνά παίρνοντας το δρόμο για τα Πισινά χωριά, προκειμένου να σωθούν...Από όλους αυτούς τους ανθρώπους που κατευθύνονταν προς τα Πισινά χωριά για να σωθούν, συγκλονιστικό είναι το δράμα είκοσι ανώνυμων γυναικών οι οποίες αφού πέρασαν το εξωκλήσι του Αγίου Νικήτα Δυρραχίου Χωρυγόσκαλα κρύφτηκαν πάνω από το ημιονικό μονοπάτι, για να γλυτώσουν από τους Τουρκοαιγυπτίους που τις κατεδίωκαν και κόντευαν να τις φτάσουν.Όταν ανακαλύφτηκε το κρησφύγετο τους, οι γεροντότερες άρχισαν να κυλάνε πέτρες προσπαθώντας να συντρίψουν τους αραπάδες που τις είχαν προσπεράσει και κατέβαιναν τον ελικοειδή δρόμο. Η ενέργειά τους αυτή είχε σκοπό να καθυστερήσει όσο το δυνατόν περισσότερο τους αραπάδες, προκειμένου να δώσουν τον απαιτούμενο χρόνο στις νεότερες με τα παιδιά τους να περάσουν πάνω από τα βράχια, με κατεύθυνση προς το ασκηταρειό, για να διαφύγουν και να γλυτώσουν. Η αντίσταση όμως των αμυνομένων γυναικών με τις πέτρες δεν κράτησε πολύ, γιατί οι Οθωμανοί με τα όπλα τους συνέτριψαν τις περισσότερες. Είκοσι από τις νεαρές αυτές γυναίκες, όταν διαπίστωσαν ότι η προσπάθειά τους να διαφύγουν ήταν μάταιη και κινδύνευαν να πιαστούν αιχμάλωτες, έκαναν το προαποφασισμένο πήδημα στα βράχια και το χάος προτιμώντας τον έντιμο θάνατο από τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Με την πράξη τους αυτή, πέταξαν προς την αιώνια ελευθερία υπογράφοντας με το αίμα τους το συμβόλαιο της μεγάλης αναγέννησης του Ελληνισμού».

 

Ο Α΄ τόμος του βιβλίου του Η. Λάζαρου.

Όπως αναφέρει επίσης στο βιβλίο του ο Ηλίας Λάζαρος «θεωρούμε επίσης σκόπιμο να αναφέρουμε ότι ο βράχος από τον οποίο πήδηξαν στο χάος οι γυναίκες αυτές μας είναι άγνωστος. Το γεγονός όμως αυτό, θεωρείται ήσσονος σημασίας γιατί αξία έχει ο ηρωισμός και η θυσία τους και όχι ποιος ακριβώς ΄ταν ο βράχος από τον οποίο πήδηξαν στο χάος. Άλλωστε μετά από 200 περίπου χρόνια, είναι αδύνατον να υπάρχουν ευρήματα, που να μας οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα. Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε από τη μελέτη του εδάφους».

 
 Ο Β΄τόμος του βιβλίου του Η. Λάζαρου.
Και επιπλέον διευκρινίζει ότι «από όλα τα στοιχεία που παραθέτουμε διαφωτίζεται η δράση των Τουρκοαιγυπτίων, οι οποίοι μετέβαιναν από την Καρύταινα στη Μεσσήνη μέσω Ακόβου και Μεγάλης Αναστάσοβας των Πισινών χωριών κατά το Μάιο του 1826 και διαλύονται οι υφιστάμενες πλάνες και παρανοήσεις σχετικά με την καταγωγή των γυναικών, οι οποίες στη Χωρυγόσκαλα προτίμησαν τον ηρωϊκό θάνατο από την άτιμη δουλεία. Αν κάποιος προσπαθήσει να παρουσιάσει τις γυναίκες αυτές ως καταγόμενες από τη Μεγάλη Αναστάσοβα ή από τα Πισινά χωριά, κάνει λάθος. Αν το λάθος του οφείλεται σε άγνοια, καλό θα είναι να προσέξει περισσότερο τις πηγές του. Αν όμως κινείται από τοπικιστικά ελατήρια, προκαταλήψεις ή ιδεολογικές σοφιστείες τότε παραδίδεται στην κρίση των αναγνωστών του».

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

Κομμένο γεφύρι στον Λάδωνα


“…Θα σου χαρίσω όλον αυτόν τον τόπο να γίνει δικό σου τσιφλίκι. Δεν θέλω τίποτα, του είπε ο γέρο – Καραβασίλης. Μια κι επιμένεις όμως να μου κάνεις μια χάρη, ένα πράμα θα σου ζητήσω. Να γκρεμίσεις το γεφύρι του Ροφιά…”
 
Στο Λάδωνα, στην περιοχή της Αρκαδίας, στη γη του Πάνα, βόρεια από το γεφύρι της Κυράς, στον κερπινιώτικο κάμπο και στη θέση “Παναγιά” υπάρχουν οι βάσεις από τρία τόξα. Πρόκειται για τα ερείπια από ένα τρίτοξο γεφύρι, το λεγόμενο “Κομμένο γεφύρι”, πού γκρεμίστηκε επί τουρκοκρατίας. 
Βρισκόταν ανάμεσα στους συνοικισμούς Γλανιτσά – Παλαιόπυργος – Κοκκαλιάρα.
 Λαγκαδινοί μαστόροι με διαταγή των Τούρκων το χτίσανε στις αρχές της τουρκοκρατίας για να κινούνται εύκολα τα στρατεύματά τους.
  Ακριβώς πότε χτίστηκε δεν γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε όμως ότι χτίστηκε για να ενώσει  τη Γορτυνία με τα Καλαβρυτοχώρια.
Ο Π. Σαραντάκης (1) αναφέρει για το Κομμένο γεφύρι:
   Βόρεια του γεφυριού της Κυράς, στον κάμπο της Κερπινής, θα συναντήσουμε τις βάσεις τριών τόξων ενός γεφυριού που η λαϊκή ανάμνηση διασώζει ως Κομμένο γεφύρι. Αυτό κτίστηκε σε χρόνια άγνωστα, για να γεφυρώσει το Λάδωνα στο πέρασμα της Γορτυνίας προς την επαρχία Καλαβρύτων. Η ιστορία δεν πέρασε από πάνω του, μονάχα ένας θρύλος μιλάει γι' αυτό, ξεχωριστός. Στα χρόνια της σκλαβιάς ο Κερπινιώτης βοσκός Καραβασίλης ανέθρεψε σαν να 'ταν δικό του παιδί ένα ορφανό τουρκόπουλο. Όταν αυτό μεγάλωσε, του μίλησε και το άφησε να φύγει για την Πόλη. Μια μέρα, όμως, αυτό γύρισε σαν αγάς στη γειτονική Στρέζοβα. Έστειλε απόσπασμα και κάλεσε τον Γραικό πατέρα του για να 'ρθει κοντά του. Ο Κερπινιώτης πλύθηκε, στολίστηκε, φίλησε τους δικούς του και ξεκίνησε πιστεύοντας ότι ήθελαν να τον σκοτώσουν. Όταν παρουσιάστηκε στον πύργο του αγά, αυτός έσκυψε δακρυσμένος και φίλησε τα γέρικα χέρια που τον ανέθρεψαν. Ταραγμένος για το αναπάντεχο γεγονός ο γέροντας άκουσε να του λέει ότι ήταν το τουρκόπουλο που μεγάλωσε σαν παιδί του και τον παρακάλεσε να του προσφέρει ό,τι ζητήσει. Ο Καραβασίλης σκέφτηκε και του ζήτησε ένα πράγμα. Να κόψει το γεφύρι για να μην έρχονται από την απέναντι μεριά και κλέβουν τα αραποσίτια που είχε στον κάμπο. Αμέσως δόθηκε η διαταγή και κόπηκε το γεφύρι. Για να μαλακώσει το κορασάνι, που είχαν δεθεί οι πέτρες του έφεραν και έριξαν σαράντα φορτώματα ξύδι”.
Η θέση του γεφυριού στον Λάδωνα.

  Από τότε ονομάστηκε “Κομμένο γεφύρι”. Παραλλαγή αυτής της παράδοσης αναφέρει ότι το γεφύρι “κόπηκε” από τον Τούρκο αγά για να εμποδίζονται οι κάτοικοι της Ποδογοράς να κλέβουν το αραποσίτι του Καραβασίλη. Πρόκειται για μια παράδοση, που έπλασε ο λαός της περιοχής στο πέρασμα των χρόνων, προβληματισμένος από τα γεγονότα της καθημερινής ζωή και της ιστορίας του, πέρασε από τη μια γενιά στην άλλη, συνδέθηκε με τη ζωή του, δημιούργησε διάφορα συναισθήματα και αγαπήθηκε πολύ. Το πιο πιθανό είναι όμως να παρασύρθηκε το γεφύρι από κάποιο δυνατό κατέβασμα του Λάδωνα.
   Μια λεπτομερή διήγηση για την ιστορία του γεφυριού μας δίνει ο Γ. Θ. Καραθεοδωρής, αναφέροντας: (2)
   “ Το γεφύρι αυτό, βρισκόταν εκεί που καταλήγουν τα Δασκαλέϊκα ποτιστικά χωράφια και λέγονται μερίδες και διασώθηκαν ως τα χρόνια μας τα δυο πόδια του, που σήμερα πλέον είναι θαμμένα κάτω από τα νερά της τεχνικής λίμνης του Λάδωνα. Ήταν χτισμένο με πέτρες και με την περιβόητη λάσπη (κορασάνι). Το κορασάνι φτιαχνόταν από τριμμένο σε σκόνι κεραμίδι κι ασβέστη άσβεστο. Μέσα στη λάσπη του ανακάτευαν λάδι και κορκούς αυγών. Έτσι γινόταν μια ουσία που στην αντοχή ήταν ανώτερη από το τσιμέντο. Τα τρία τεράστια τόξα της καμάρας του ένωναν την Πέρα μεριά, όπως συνηθίζουν να λένε τα Στρεβοζινά και Ποδογορινά χωράφια με τη Δώθε μεριά, τα Κερπινιώτικα χωράφια. Στα χρόνια εκείνα, το γεφύρι αυτό ήταν ένας σπουδαίος, ο μοναδικός ίσως κόμβος συγκοινωνιών που ένωνε την επαρχία Γορτυνίας με την επαρχία Καλαβρύτων. Εκείνος που ήθελα να πάει από την Αρκαδία στην Πάτρα ή στα Καλάβρυτα και το αντίθετον, έπρεπε απαραίτητα να περάσει πάνω σε τούτο το γεφύρι. Το θρυλικό αυτό γεφύρι χτίστηκε στα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας, από Αρκάδες εργάτες και μαστόρους. Οι Τούρκοι αγάδες θέλοντας να εξυπηρετήσουν τα στρατεύματα της τουρκικής κατοχής, υποχρέωσαν με τη βία τους σκλαβωμένους Αρκάδες, να χτίσουν αυτό το γεφύρι που ο θρύλος έφτασε από γενεά σε γενεά ως εμάς. Πόσες και πόσες φάλαγγες Τούρκων πέρασαν πάνω από τούτο το γιοφύρι και σκόρπισαν τη δυστυχία  και την ερήμωση στο σκλαβωμένο Μοριά. Οι σκλαβωμένοι Έλληνες το βλέπαν σαν ανάθεμα και το καταριόσανται, ζητώντας πάντοτε την ευκαιρεία , να το ξεθελελιώσουν.  Μα η ευκαιρεία αυτή δεν τους δινότανε και το τρομερό γεφύρι στεκόταν σαν ένας γιγάντιος βρικόλακας εκεί καταμεσής του κάμπου. Βαριά και θλιμμένα περνούσαν τα χρόνια της σκληρής σκλαβιάς και το γιοφύρι – σκιάχτρο έσφαζε τις καρδιές των γύρω δουλευτάδων της γης. Οι σκλαβωμένοι  Αρκάδες και Καλαβρυτινοί, μπαϊντισμένοι απ' τον αβάσταχτο τούρκικο ζυγό, ξεσηκώθηκαν κάποτε ενάντια στους απαίσιους καταχτητές ζητώντας τη λευτεριά τους ή το θάνατο. Οι πρώτοι κλεφτοκαπεταναίοι είχαν κιόλας πιάσει καραούλια στα γύρω βουνά (Μαίναλο, Χελμό, Ωλενό, Ζήρεια, Πάρνωνα και Ταύγετο) και εξορμώντας από κει σφυροκοπούσαν τις τούρκικες ορδές με μοναδικά όπλα τις πέτρες, τα ξυνάρια, τα τσεκούραι και την άφταστη παλληκαριά τους. Ένα από τα φοβερά αυτά χτυπήματα των κλεφτοκαπεταναίων δόθηκε στο χωριό Βεσίνι των Καλαβρύτων, που ανάγκασε τους φοβερούς Τούρκους – Λαλαίους να υποχωρήσουν άταχτα προς τα όρια της Αρκαδίας  για να φτάσουν στην Ντροπολιτσά. Καθώς περνούσαν το γεφύρι τρεέχοντας, για να γλυτώσουν τα κεφάλια τους, απ' τους επαναστατημένους σκλάβους, πετούσαν στο ποτάμι ότι είχαν και δεν είχαν για να ξαλαφρώσουν και να μπορούν να τρέχουν πιο γρήγορα. Μια Τουρκάλα μάνα δεν άντεξε να πετάξει το μωρό παιδί της στο ποτάμι και το κουβάλησε μαζί της. Καθώς όμως πήρε τον ανήφορο της Βαλάκας κουράστηκε πολύ και αναγκάστηκε να τ' αφήσει φασκιωμένο στα σπάργανα, πάνω σε μια πέτρα και να φύγει με την ψυχή στα δόντια από την κούραση. Ο θρυλικός Κερπινιώτης Καραβασίλης, που έβοσκε τα γίδια του στης Βαλάκας το δάσος, άκουσε τα κλάματα του παιδιού και χωρίς να δειλιάσει ροβόλησε και πήρε στην αγκαλιά του το μωρό τουρκόπουλο. Ο μεγαλόψυχος αυτός τσοπάνος έφερε το παιδί στα γρέκια του, που βρίσκονταν στη θέση Μάντρα των Κάτω – Καλυβίων της Κερπινής και που τα ερείπιά τους σώζονται ακόμα από κείνα τα χρόνια. Εκεί το περιποιήθηκε και το μεγάλωσε σαν δικό του. Το πότιζε ζεστό γάλα από τα μαστάρια των γιδιών του και το ανάθρεψε στη στάνη του ώσπου γίνηκε σωστό παλληκάρι.
Όταν το παιδί έφτασε σε ώριμη ηλικία, ο γερο – Καραβασίλης του διηγήθηκε μια μέρα το περιστατικό της καταγωγής του. Του είπε ότι είναι τουρκόπουλο και πως θα πρέπει να πάει στην πατρίδα του για να βρει τους δικούς του. Του παιδιού τα μάτια στραφτοκόπησαν στο άκουσμα αυτό. Έσκηψε φίλησε το χέρι του ευεργέτη του και έφυγε για την Τουρκιά. 
 
Ερείπια Κομμένου γεφυριού. (Φώτο: Π. Σαραντάκης) 
 Εκεί εκπαιδεύτηκε στρατιωτικά και με την εξυπνάδα του και την παλληκαριά του, γίνηκε αξιωματικός του τουρκικού στρατού. Ύστερα από κάμποσα χρόνια τον στείλανε στη Στρέζοβα των Καλαβρύτων σαν διοικητή των τούρκικων αποσπασμάτων που βρίσκονταν εκεί. Ο Τούρκος αγάς θυμήθηκε τον τόπο που μεγάλωσε και τον θετό πατέρα του τον Καραβασίλη που ζούσε στην Πέρα μεριά του Λάδωνα. Έστειλε ένα στρατιώτη του και κάλεσε το γέρο να παρουσιαστεί μπροστά του. Ο γερο – Καραβασίλης που δεν ήξερε τι τον θέλει ο Τούρκος αγάς σηκώθηκε αποφασισμένος να αντιμετωπίσει το θάνατο. Πλύθηκε, στολίστηκε, φίλησε τους δικούς του, αποχαιρέτησε τα γρέκια του και τον τόπο που πέρασε όλη του τη ζωή και ακολούθησε τον Τούρκο στρατιώτη. Σε λίγο βρέθηκε μπροστά στον τρομερό αγά, κι ακλόνητος περίμενε την διαταγή του. Ο τούρκος αξιωματικός μόλις είδε τον γέρο, τον γνώρισε κι άρπαξε το κοκκαλιάρικο χέρι του και τον καταφιλούσε δακρυσμένος. Ο γέρος ταράχτηκε με αυτό που είδαν τα μάτια του, αλλά δεν μίλησε. Ο αγάς τον έβαλε να καθίσει και του είπε πως είναι το τουρκόπουλο που ανέθρεψε κάποτε σαν παιδί του. Για το καλό που μου έκανες, του είπε, θέλω να σου κάνω μια χάρη. Όποια μου ζητήσεις. Ο γερο – Καραβασίλης αρνήθηκε να δεχθεί από τον Τούρκο χάρη. Τότε ο αγάς του λέει. Ανέβα πατέρα πάνω στην πιο ψηλή κορυφή του Δρακοβουνιού κι άφησε  ελεύθερα τα μάτια σου να τηράξουν γύρω όσο μπορούν απέραντα. Θα σου χαρίσω όλον αυτόν τον τόπο να γίνει δικό σου τσιφλίκι. Δεν θέλω τίποτα του είπε ο γερο – Καραβασίλης. Μια κι επιμένεις όμως να μου κάνεις μια χάρη, ένα πράμα θα σου ζητήσω. Να γκρεμίσεις το γεφύρι του Ροφιά. Ο Τούρκος αγάς δαγκώθηκε για μια στιγμή και προσπάθησε να μεταπείσει τον γέρο να μην επιμείνει σ' αυτό το ρουσφέτι. Μα εκείνος έμεινε αμετάκλητος. Ο αγάς που το είχε σε κακό να αθετήσει το λόγο του, αναγκάστηκε να κάμει τη χάρη του γεροπατέρα του. Διάταξε να περάσουν όλα τα στρατεύματα από τη Γορτυνία στο Στρεζοβινό και γκρέμισε το γιοφύρι. Έτσι απαλλάχτηκε για πολλά χρόνια η περιφέρεια του Καραβασίλη από τις λεηλασίες των τούρκικων στρατευμάτων και η τοποθεσία του κάμπου που ήταν χτισμένο το γιοφύρι, ονομάστηκε Κομμένο γιοφύρι. Οι απόγονοι του Καραβασίλη για ν' αποφύγουν τις γιώξεις των Τούρκων, αναγκάστηκαν ν' αλλάξουν το επίθετό τους διατηρώντας πάντοτε το πρώτο μέρος του, Καρά~μαύρος. Διατηρείται όμως ακόμα το όνομα της γειτονιάς του χωριού (Καραβασιλέϊκα) που είχαν τα σπίτια τους”.
   Αργότερα, αποδεικνύοντας σε πόσο κατάλληλη θέση είχε χτιστεί το γεφύρι, εκεί κοντά (στην περιοχή Πέρα Συριάμου) οι ντόπιοι φτιάξανε ένα ξύλινο, στενό, από κορμούς δέντρων, για να περνάνε απέναντι και που την έλεγαν “Βέργα”.
   Η Κερπινή είναι χτισμένη στις βορειοδυτικές υπώρειες του Μαινάλου με σπουδαίο ρόλο στην ιστορία της Αρκαδίας και σε ύψος 920 μέτρων. Απλώνεται σε όλη τη δυτική ομαλή πλαγιά του λόφου Αγιοθανάση και ιδρύθηκε σαν κοινότητα με το 24/08/1912 βασιλικό διάταγμα (ΦΕΚ.252 Α') “ως έχουσα υπέρ τους 300 κατοίκους και σχολείου στοιχ. Εκπαίδευσης.”

Βιβλιογραφία – σημειώσεις.
(1).           Πέτρος Σαραντάκης. “Περί Πετρογέφυρων – Γεφυριών Ιστορίες”. Β' Επιστημονική Συνάντηση ΚΕΜΕΠΕΓ. “Το γεφύρι της Κυράς στο Λάδωνα”. Αθήνα 2005. σελ. 64 και 65.
(2).           Γ. Θ. Καραθεοδωρής. Ιστοσελίδα “ΚΟΥΡΠΟΣ ΛΑΔΩΝΑΣ. Της Κυράς το γεφύρι”.  Αντιγραφή: Βαγγέλης Χριστόπουλος.

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

Bursa boyandzi koprusu - Bursa Tas koprusu. Turkey. Δύο γεφύρια στην Προύσα της Τουρκίας.


Bursa boyandzi koprusu
Είναι μια μονότοξη, με μεγάλο άνοιγμα και ύψος καμάρας γέφυρα, με μια σειρά θολίτες, επίπεδη επιφάνεια διάβασης, στηθαία και τοξωτή καμάρα, λίγο πιο κάτω από την σκεπαστή γέφυρα (irgandi koprusu), επί του ίδιου ποταμού (Γκιπτερέ), που έρχεται από τον Όλυμπο της Μυσίας (Uludag).
Bursa tas koprusu. (Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)


 Συνδέει τις δύο συνοικίες της Προύσας Osmangazi και Yildirim.
Ο ντόπιος, καθηγητής και φίλος, Levent Sen, μας λέει για το γεφύρι αυτό:
Επί τω έργω. (Φώτο: ΑΓΠ)
 

«Το όνομά της είναι boyandzi koprusu. Χτίστηκε τον 16ο αιώνα. Είναι χτισμένο στο ίδιο ποτάμι με την Irgandi koprusu. Το 1844 πλημύρισε το ποτάμι και καταστράφηκε η γέφυρα. Το 1997 ξαναφτιάχτηκε, προσπαθώντας να την κάνουν όπως ήταν παλιά, αλλά δεν είναι ακριβώς ίδια». (1)

 Bursa Tas koprusu
Έχει 5 καμάρες, μια σειρά θολίτες, καταβιβασμένα τόξα και είναι χτισμένη επί του ίδιου ποταμού με την Abdal koprusu, του Nilufer, που έρχεται από τον Όλυμπο (Uludag) της Μυσίας.
Με τον Levent Sen στο γεφύρι. (Φώτο: ΑΓΠ)

Δεν είναι σε χρήση ούτε για πεζούς, αφού δεν υπάρχει πρόσβαση σ’ αυτήν.
Βρίσκεται μέσα σε χώρο αθλητικών δραστηριοτήτων.

Σημειώσεις-βιβλιογραφία
(1). Στην καταγραφή των πέτρινων γεφυριών στην περιοχή της Προύσας στη Μυσία της της Μικράς Ασίας ήταν ο ντόπιος καθηγητής, διεθνής διαιτητής Πάλης, Levent Sen. Τον ευχαριστώ.
 
Δείτε τo παρακάτω video για τη Bursa boyandzi koprusu:
 

 



Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2021

Γεφύρι Κρυόβρυσης.

  Βρίσκεται στη μέση της Κρυόβρυσης (Δερβινή ή Βερβινή, υψόμετρο 1020 μ. ανάμεσα σε Ερύμανθο και Λάμπεια όρη) γεφυρώνοντας τον Δερβιναίϊκο Πηνειό που διασχίζει το χωριό, σε  άσχημη κατάσταση ενώ παλιά είχε και στηθαία πριν ο επέμβει ο πολιτισμός και το τσιμεντοποιήσει, φορτώνοντάς το προβλήματα και στερώντας του την χάρη και την ομορφιά που του είχαν χαρίσει οι χτίστες του.

                 Τωρινή κατάσταση. Φώτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου (ΑΓΠ)

   Κάποιοι ντόπιοι θεωρούν ότι χτίστηκε επί τουρκοκρατίας, το πιθανότερο είναι όμως να είναι κατασκευή των σπουδαίων Λαγκαδινών μαστόρων της πέτρας στις αρχές του 20ού αιώνα.

   Ενώνει το κυρίως χωριό με τη συνοικία Μαρτζακλαίϊκα και οι διαστάσεις του είναι: 

Άνοιγμα καμάρας: 7,70 μ.

Ύψος: 5,40 μ.  

Πλάτος: 3 μ.

Μήκος: 19 μ.

 Ο ντόπιος Παναγιώτης Θ. Παπαθεοδώρου, θεολόγος, που ο προπάππος, ο παππούς και ο πατέρας του από το 1882 μέχρι το 1970 ήταν παπάδες στο χωριό του μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την τοπογραφία της περιοχής και κυρίως για το πετρογέφυρο της Δερβινής , τους κατασκευαστές του, το χρόνο χτισίματός του, την επέκτασή του, κλπ. αναφέροντας:  
         

Η επιφάνεια διάβασης. Φώτο ΑΓΠ


.

"Τη Δερβινή  (σήμ. Κρυόβρυση) διασχίζει από Βορρά προς Νοτιοδυτικά ένα κεντρικό ποτάμι (παραπόταμος του Πηνειού) που έχει τις πηγές του στον Ερύμανθο και που τροφοδοτείται, ιδιαίτερα το χειμώνα μέχρι και την άνοιξη, από παραπόταμους, χείμαρρους και ρέματα. Σε ορισμένα σημεία του ποταμιού αυτού παλιότερα ψαρεύαμε!

  Με τις μεγάλες καταιγίδες στην περιοχή δημιουργούνται κατεβασιές, που τα ορμητικά νερά τους παρασέρνουν χώματα, κορμούς δένδρων, μεγάλες πέτρες, ζώα κλπ. Υπάρχουν όμως και περίοδοι ξηρασίας, γι’ αυτό τώρα έχουν εξαφανισθεί τα ψάρια.

Τα ποτάμια αυτά, σε παλαιότερες εποχές που είχαν πολλά νερά, οι κάτοικοι του χωριού ήταν αναγκασμένοι να τα διαβαίνουν, για να πάνε στις δουλειές τους. Γι’ αυτό κατασκεύαζαν σε διάφορα σημεία ξυλογέφυρα με κορμούς ψηλών ελάτων που αφθονούν στις πλαγιές του βουνού. Ένωναν τους κορμούς αυτούς με σανίδες και καδρόνια, για να μην μετακινούνται, ενώ στα πλάγια τοποθετούσαν λεπτά μαδέρια για να πιάνονται οι περαστικοί.

Μετά τις προσθήκες Φώτο: Ελένη Ψυχογιού. (1)
 Σε ορισμένα ξυλογέφυρα περνούσαν  παλιότερα και γιδοπρόβατα. Μάλιστα το ξυλογέφυρο που ήταν κάτω από το Μπουζακλαίικο σπίτι το ονόμαζαν γιδογιόφυρο. Ξυλογέφυρα είχαν κατασκευαστεί σε πολλά σημεία κατά μήκος των ποταμιών, όπως στην Ταβέρνα, στο Κλήμα, στο Μελίσσι, στο Μποβέτι, στο Στόμπο, στο Μπερδεσολάγκαδο κλπ. Μερικά απ’ αυτά αντικαταστάθηκαν αργότερα με τσιμεντένια γεφύρια για να περνούν επάνω και αυτοκίνητα. Τέτοια γεφύρια έγιναν στη Διακότρυπα, στο Κλήμα και στο Μπερδεσολάγκαδο. Μικρότερα τσιμεντογέφυρα έγιναν και σε χείμαρρους.

   Ξυλογέφυρο ήταν αδύνατο να διευκολύνει την επικοινωνία του κέντρου του χωριού με τον απέναντι συνοικισμό των Μπαρτζακλαίων, γι΄αυτό οι κάτοικοι του χωριού στράφηκαν από παλιά σε μόνιμη λύση με κατασκευή πέτρινου γεφυριού.

   Η ευκαιρία δόθηκε, όταν οι Λαγκαδινοί μαστόροι κατασκεύαζαν το Δημοτικό Σχολείο του χωριού (1905-1907). Τότε, λένε οι παλιότεροι, κατασκευάστηκε και το Πετρογέφυρο της Δερβινής από τους ίδιους χτίστες, ενδεχομένως από χρήματα του κληροδοτήματος του Ανδρέα Συγγρού, όπως και το σχολείο, ύστερα από παρέμβαση κάποιου ή κάποιων παραγόντων.

   Η τοιχοποιία του πετρογέφυρου έχει πολλές ομοιότητες με την τοιχοποιία του Δημοτικού Σχολείου. Η επεξεργασία της πέτρας και των δύο χτισμάτων δείχνει τεχνίτες με μεράκι, όπως ήταν οι Λαγκαδινοί μαστόροι.

   Γεφύρωσαν οι μαστόροι το κυρίως χωριό με τον Μπαρτζακλαίικο συνοικισμό πάνω σε στέρεες βάσεις, στη θέση πιο κάτω από το σπίτι του Παρασκευά Μπούμπαλη, στην αριστερή όχθη του κεντρικού ποταμιού και στην απέναντι, δεξιά όχθη, ανάμεσα στο Κολλυραίικο και Δαλαβουραίικο σπίτι.

Η αρχική του μορφή. Φώτο: Παναγ. Θ. Παπαθεοδώρου
   Το γεφύρι χτίστηκε μονότοξο. Ημικυκλικό, με επίπεδη επιφάνεια διάβασης μήκους 19,80 μ. και πλάτους 3,00 μ. (μείον το πλάτος των στηθαίων των δύο πλευρών 0,30+0,30 μ.), δηλ. καθαρό πλάτος διάβασης 2,40 περίπου μέτρων για πεζούς και φορτωμένα ζώα. Το άνοιγμα της καμάρας του στη βάση, από το ένα πόδι έως το απέναντι είναι 6,28 μ. και το ύψος της καμάρας 4 περίπου μέτρα. Οι διαστάσεις των καμαρολιθιών είναι 0,20 μ. το πλάτος και 0,50 μ. το μήκος του. Το γεφύρι στο δεξί βάθρο του στηρίζεται σε γκαλντεριμένια βάση, ενώ το αριστερό σε ομαλό έδαφος. Στις μεγάλες κατεβασιές του Δερβιναίικου Πηνειού το γεφύρι δεν καλύφθηκε ποτέ από τα νερά του. Άντεξε μέχρι τώρα και στις πιέσεις που δέχτηκε από τους τόνους του νερού που κυλάει, επειδή είχε γερή κατασκευή.

   Δεν είχε γίνει ποτέ συντήρησή του από το χρόνο της κατασκευής του. Αντίθετα κάποιοι εξαφάνισαν τις πελεκητές πέτρες (τα καπάκια) του από τα στηθαία! Παρ’ όλα αυτά οι παλιοί το βλέπαμε και το χαιρόμαστε. Χτίστηκε σε μέρος σχεδόν ξέφωτο, ώστε να μπορεί ο περαστικός να το βλέπει, να το θαυμάζει και να το φωτογραφίζει.

   Όταν το χωριό συνδέθηκε με αυτοκινητόδρομο, φυσικό ήταν να γίνει επέκτασή του και στον απέναντι συνοικισμό, προς το τέλος σχεδόν του 20ου αιώνα. Τότε, οι αρμόδιοι μηχανικοί (?) και άλλοι, αποφάσισαν να διαπλατυνθεί και να ενισχυθεί με σίδερα και τσιμέντα η επιφάνεια διάβασης του υπάρχοντος πετρογέφυρου, για να περνούν πάνω του αυτοκίνητα. Αυξήθηκε το πλάτος της επιφάνειας διάβασης σε 4,42 μ., ενώ το μήκος της παρέμεινε το ίδιο. Τα στηθαία αντικατέστησαν σιδεροδοκοί. Με τις αλλαγές αυτές καλύφθηκε η παλιότερη δομή και όψη του γεφυριού!

   Έτσι, ο πολιτισμός που ήλθε στο χωριό μας κατάστρεψε ένα παραδοσιακό πετρογέφυρο! Χωρίς δισταγμό και σκέψη οι ειδικοί (?) έφτιαξαν με μπαλώματα ένα δήθεν νέο (?) γεφύρι, με την καταστροφή ενός μνημείου από τα ελάχιστα που έχει το χωριό. Οι παλιότεροι θα το διατηρούμε με πικρία στη μνήμη μας και στην ψυχή μας, όπως το είδαμε και το χρησιμοποιήσαμε, οι νεότεροι μπορούν να το βλέπουν μόνο σε φωτογραφία, που προλάβαμε να τραβήξουμε πριν του ¨περάσει σίδερα¨η τεχνολογία! Αλλά, έστω και τώρα, κάθε φιλόκαλος ή και περίεργος ας κάνει μια επίσκεψη στον τόπο της καλλιτεχνίας και της ασχετοσύνης".  (2).

Πρόκειται για μονότοξο γεφύρι, που ενώνει το κυρίως χωριό με τη συνοικία “Μπαρτζακλέϊκα”, εξού και Μπαρτζακλέϊκο γεφύρι, με μια σειρά θολίτες, τώρα χωρίς στηθαία και γεφυρώνει το ποτάμι της “Παναγιάς” ή «Δερβινιώτικος Πηνειός», που είναι ο κύριος βραχίονας του Πηνειού.

Ο Απάνω μύλος. Φώτο. Π. Θ. Παπαθεοδώρου.
 Τρεις νερόμυλοι ήταν χτισμένοι στη βόρεια πλευρά του χωριού, που άλεθαν τα γεννήματα των ντόπιων.  Πρόκειται για τον επάνω μύλο, τον μεσιανό και τον κάτω μύλο. Ο Παναγιώτης Θ. Παπαθεοδώρου (3) μας αναλύει: "Ο επάνω μύλος είναι χτισμένος στο ΒΑ μέρος του χωριού, στη ρίζα ενός ψηλού όχθου, Λέγεται και μύλος του Σπύρου (Δελέγκου), επειδή φαίνεται να στήθηκε απ’ αυτόν. Υπολογίζεται να έγινε αυτό το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, αν δεν προϋπήρχε....Ο γιος του Σπύρου, πούλησε το μύλο του, το 1927, στο συγγενή του Παναή Ν. Αθανασόπουλο. Ο αγοραστής ένα έτος αργότερα, το 1928, μετέφερε το μύλο του χαμηλότερα, στη θέση που βρίσκεται σήμερα, για να δώσει στο μυλοβάγενο μεγαλύτερο ύψος... Όμως οι νέες συνθήκες ζωής, η δραστική μείωση του πληθυσμού του χωριού και η εγκατάλειψη της γεωργίας οδήγησαν στον παροπλισμό του μύλου. 

Μεσιανός μύλος. Φώτο: Π. Θ. Παπαθεοδώρου.
 Ο μεσιανός μύλος στήθηκε από την οικογένεια των Οικονομοπουλαίων. Βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το κέντρο του χωριού, ανάμεσα στους δύο άλλους. Όταν ο Βγενής Οικονομόπουλος πάντρεψε την κόρη του, έδωσε στον γαμπρό, σε κάποιον Μπούμπαλη, ως προίκα, το μισό μύλο και τον άλλο μισό τον άφησε στο γιο του. Οι δύο αυτοί μυλωνάδες, αφού τον δούλεψαν αρκετά ρόνια, τον κληροδότησαν, κατά τα ίδια μερίδια, στους απογόνους τους...Δυστυχώς και ο μύλος αυτός, λόγω του μεγάλου αριθμού των κληρονόμων, μέρα με την ημέρα, ερημώνει, παρότι βρίσκεται σχετικά σε καλή κατάσταση,,, Ο κάτω μύλος κτίστηκε στη ΒΔ πλευρά του χωριού, στη συμβολή του μυλαύλακου με το Βερβιναίϊκο ποτάμι - παραπόταμο του Πηνειού – αρκετά μακριά από το κέντρο του. 

Κάτω μύλος. Φώτο: Π.Θ. Παπαθεοδώρου.

 Κατά πληροφορίες των συγχωριανών ο μύλος ανήκε αρχικά στο Στέφανο Δημακόπουλο του Δημάκη (ή Μουστρέτση, έτος γέννησης 1839). Ο γιος του Θεόδωρος, στη συνέχεια, τον πούλησε στους αδελφούς Βασίλη (έτος γέννησης 1863) και Γιάννη Παπανικολάου (1858), οι οποίοι με τη σειρά τους μεταβίβασαν τα μερίδιά τους, όταν ήλθε η κατάλληλη στιγμή, στους γιους τους Κώστα (έτος γένν. 1906) και Θεόδωρο (έτος γένν. 1904) αντίστοιχα. Ο συσσωρευμένος κόπος από τη δουλειά, οι επιπτώσεις της υγρασίας στην υγεία τους, καθώς και η ηλικία τους υποχρέωσαν να πουλήσουν το μύλο τους σε άλλο συγχωριανό τους. Μετά από πολλά χρόνια εκμετάλλευσής του από τον αγοραστή ο μύλος, άρχισε να καταρρέει, ώσπου κάποια στιγμή μεταβλήθηκε σε ένα σωρό από πέτρες".

   Ως προς την ύπαρξη και την ονομασία του ονόματος του χωριού φαίνεται ότι προϋπήρχε πριν την  Οθωμανική κατάκτηση, από την εποχή των Παλαιολόγων ή και παλαιότερα, την περίοδο της Φραγκοκρατίας, αφού κάτι τέτοιο φαίνεται από τις φορολογικές καταστάσεις των Οθωμανών.

   "Η πιο παλιά μαρτυρία, μέχρι σήμερα, για την ύπαρξή του είναι εκείνη των Οθωμανικών κατάστιχων, στην αρχή της τουρκοκρατίας στο Μοριά, που συντάχτηκαν μεταξύ των ετών 1461-1463, όπου αναφέρεται και το Karye-i Zervini (χωριό Δερβινή) με 70 νοικοκυριά (hane), 11 νοικοκυριά ανύπαντρων (εργένηδων-mocerred) και 4 νοικοκυρά με αρχηγό τη χήρα μητέρα (bive).. Στους απογραφικούς πίνακες του Ενετού Προνοητή του Μοριά Φραγκίσκου Grimani, η οποία πραγματοποιήθηκε το 1700, η ονομασία του χωριού εκφέρεται ως Deruvini, με 32 οικογένειες, οι οποίες αριθμούσαν συνολικά 121 άτομα". (4)

   "Για την προσέλευση του ονόματος Δερβινή υπάρχουν πολλές απόψεις. Μία απ' αυτές λέει ότι η ονομασία προέρχεται από το Derbent (δερβένι), που σημαίνει στενό, κλεισούρα, δίοδος μεταξύ δύο βουνών. Μια άλλη ότι έχει συγγένεια με το ομόηχο Δέλβινο της Ηπείρου ενώ μια τρίτη ότι προέρχεται από παραφθορά της αρχαιοελληνικής λέξης δειράς-άδος που σημαίνει δυσπρόσιτο μέρος, φαράγγι. Όσον αφορά το Δερβινή αντί Βερβινή πρόκειται για παραλλαγή του αρχικού Δερβινή με αντικατάσταση του Β από το Δ. 

  Το όνομα Δερβινή (ή Βερβινή) διατηρήθηκε μέχρι το 1928. Με το διάταγμα της 19-7-1928 που δημοσιεύτηκε στο 156/8.8.1928 ΦΕΚ, τεύχος Α΄,μετονομάστηκε σε Κρυόβρυση από τα άφθονα κρύα νερά που αναβλύζουν από τις δυτικές υπώρειες του Λάμπειου όρους". (5)

 Σημειώσεις-παρατηρήσεις

(1). Από το φωτογραφικό αρχείο της Ελένης Ψυχογιού. Την ευχαριστώ.

(2). Πληροφορίες του Παναγ. Θ. Παπαθεοδώρου Θεολόγου-Επίτ. Δ/ντή Β/θμιας Εκπ/σης στον γράφοντα. Τον ευχαριστώ.

(3). Παναγιώτης Θ. Παπαθεοδώρου. «Οι νερόμυλοι της Βερβινής». Σελίδες 510-511 ΗΛΕΙΑΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ-ΗΛΕΙΑΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ 11. Ιστορική-λαογραφική-λογοτεχνική έκδοση.

(4). Παναγιώτης Θ. Παπαθεοδώρου, Θεολόγος-Επίτ. Δ/ντή Β/θμιας Εκπ/σης. "Ιστορικο-φιλολογικά ανάλεκτα", Έκδοση Συλλόγων Κρυοβρυσιωτών Πάτρας και Αθήνας. Πάτρα 2019. σελ. 9-11-12.

(5). Παναγιώτης Θ. Παπαθεοδώρου, Θεολόγος-Επίτ. Δ/ντή Β/θμιας Εκπ/σης. Η Δερβινή Στην Αρχή Της Τουρκοκρατίας", Μέσα από τα Οθωμανικά κατάστιχα των ετών (1461-63). Πάτρα 2016, σελ. 43-44.