Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου

Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου
Πετρογέφυρα: διαδρομές...της φύσης τα καμώματα...δημιουργήματα...μνήμες...αναφορές...βιώματα

Τιμή στους μάστορες, που άφησαν με τα εμπνευσμένα έργα των χεριών τους το ίχνος τους στην ιστορία της νεοελληνικής αισθητικής, σμιλεύοντας την πέτρα και δαμάζοντας το νερό της Πελοποννησιακής γης, με την απαράμιλλη τεχνική τους, τη φλόγα της ψυχής τους και το σεβασμό στη φύση.
Ας γνωρίσουμε αυτούς και τα έργα τους.

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017

Γέφυρα Ακράτας

   Γεφύρωνε τον ποταμό Κράθι, κοντά στο χάνι της Ακράτας, πολύτοξη και χτίστηκε επί τουρκοκρατίας γι' αυτό και ονομάζεται και "τούρκικη".
 O Kράθις έχει μήκος 40 χιλιόμετρα, πηγάζει από το Χελμό με κύριες πηγές τα ύδατα της Στυγός και το  Κρυονέρι στη Ζαρούχλα. Ρέοντας από νότο προς βορά εκβάλει στον κορινθιακό κόλπο. Το όνομα κατά το Στράβωνα προέρχεται από το “Κίρνασθαι” (αναμειγνύω, ενώνω), γιατί ο Κράθις έχει δύο κύρια ρέματα που ενώνονται στην πορεία. Στην πορεία του διέρχεται από τα Κλουκινοχώρια, ονομαστά μαστοροχώρια.

  Κοντά στη γέφυρα της Ακράτας στις 6 Ιανουαρίου 1823 συντρίφθηκαν τα υπολείμματα της στρατιάς του Δράμαλη τον Ιανουάριο του 1823, υπό τον υπαρχηγό και διάδοχό του Ντελή Αχμέτ πασά, που κινούνταν από Κόρινθο προς την Πάτρα προκειμένου να απεγκλωβιστούν από την στενή παρακολούθηση του Κολοκοτρώνη που τους είχε ζώσει από παντού. Έγινε αντιληπτός, όταν διάβαινε αργά τη γέφυρα, από τους οπλαρχηγούς των Καλαβρύτων και κατόπιν χτυπήθηκε και διαλύθηκε στις μάχες που έγιναν κοντά στη γέφυρα και στο χάνι της Ακράτας.
   Άγνωστο μας είναι πότε ακριβώς γκρεμίστηκε, πιθανώς από κάποια δυνατά κατεβάσματα του ποταμού, αλλά σίγουρα υπήρχε μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα γιατί υπάρχει σχετική φωτογραφία του Μπουασονά (Boissonnas) καθώς και χαλκογραφία. 
Χαλκογραφία του γεφυριού.

   Από τις φωτογραφίες και τις χαλκογραφίες φαίνεται ότι είχε τουλάχιστον 7 καμάρες, στηθαία και προβόλους, καλντεριμωτή επιφάνεια διάβασης και μια σειρά θολίτες.. Πραγματικά ήταν ένα σπουδαίο και όμορφο γεφύρι, απολύτως απαραίτητο για τους ντόπιους την εποχή εκείνη. Βρισκόταν ακριβώς στη θέση που τώρα υπάρχει, επί του Κράθι, η καινούργια τσιμεντένια γέφυρα του νέου εθνικού δρόμου Αθήνας-Πάτρας.

   Μετά το γεφύρι ο δρόμος γινόταν παραλιακός, δηλαδή πήγαινε γιαλό-γιαλό. Τα προϊόντα μεταφερόντουσαν από την παραλία με καΐκι, κυρίως δηλαδή η σταφίδα. Το παλιό τελωνείο της παραλίας Ακράτας υπάρχει ακόμα.

   Κάποιοι θεωρούν ότι πιθανότατα καταστράφηκε όταν έσπασε η λίμνη Τσιβλού την δεκαετία του 1920 και δεν υπάρχουν καθόλου ίχνη του. Τώρα εκεί γίνονται έργα για την καινούργια σιδηροδρομική γραμμή, οπότε και να υπήρχαν κάποια ίχνη θα έχουν καταστραφεί. 
Φώτο: Fred. Boissonass.

 

   Κατ' άλλους η θέση του ήταν λίγο πιο πάνω, έξω από την Ακράτα, στο δρόμο για Καλαμιά, όπου υπάρχει βάση γεφυριού προς την μεριά της Ακράτας. Πάνω σ' αυτήν είχε στερεωθεί τσιμεντένιο γεφύρι, το οποίο γκρεμίστηκε. Η κατασκευή, η όλη δομή του και η  φυσική θέση δεν αποκλείουν την άποψη το ιστορικό αυτό γεφύρι να ήταν σ' αυτή τη θέση. Η άποψη αυτή όμως δεν έχει και πολλές πιθανότητες να ισχύει. Το γεφύρι, για τους περισσότερους, υπήρχε στον καινούργιο δρόμο επί του Κράθι και ήταν πολύτοξο.

   Η χαλκογραφία του γεφυριού, απ΄ όπου μας είναι γνωστό, υπάρχει στο έργο του Διον. Κόκκινου, “Η Ελληνική Επανάσταση, εκδ. Ακαδημίας Αθηνών, τόμος 3 σελ. 261.
   Στη φωτογραφία της 19ης Μαίου 1903 του Fred. Boissonass, που φαίνεται να είναι η τελευταία πριν την καταστροφή της γέφυρας, διακρίνεται η συνοδεία του σπουδαίου Γαλλοελβετού περιηγητή και φωτογράφου να διασχίζει το γεφύρι στον Κράθι.
   Κατά την άποψή μου, συγκρίνοντας τα ίχνη των βάθρων επί του Κράθι προς τη μεριά της Ακράτας με την φωτογραφία του Boissonnas και τη χαλκογραφία (στηθαία, μεγάλο μήκος ποταμού στο συγκεκριμένο σημείο, κλπ) και έχοντας πάντα υπ’ όψη ότι με βάση όλα τα δεδομένα υπήρξε ένα μεγάλο και εντυπωσιακό γεφύρι που υπήρχε τουλάχιστον μέχρι τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, θεωρώ ότι είναι φυσιολογικά αδύνατον να έχουν εξαφανισθεί όλα τα ίχνη του παραπάνω γεφυριού.

Πεποίθησή μου με βάση τα παραπάνω και επιπλέον την τοπογραφία της περιοχής είναι ότι τα ίχνη του παλιού γεφυριού στον Κράθι προς τη μεριά της Ακράτας είναι από τα απομεινάρια του ιστορικού γεφυριού της Ακράτας.

          Τα ίχνη του παλιού γεφυριού στον Κράθι, που κατά την άποψή μου ανήκουν στο σπουδαίο και ιστορικό γεφύρι της Ακράτας.
Επιχρωματισμέμη η φωτογραφία με τη συνοδεία του Fr. Boissonass.

 





Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Most na Zepi. Bosnia – Γέφυρα Ζέπα στη Βοσνία

Η ιστορία μιας γέφυρας που μεταφέρθηκε από την αρχική της θέση.
Χτίστηκε το τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα για να γεφυρώσει τον ποταμό Zepa, επί ηγεμονίας του Mehmet Pasa Sokolovic και κατασκευαστής της είναι ο Mustafa Caus, μαθητής του σπουδαίου Mimar Sinan.
 Γέφυρα Ζέπα. Most na Zepi. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)γ
  Πρόκειται για οξυκόρυφο γεφύρι, μονότοξο, με μια σειρά θολίτες, στηθαία και τα ακρόβαθρά του να πατάνε σε πετρώδες έδαφος, στα πλαϊνά ενός βαράθρου, κοντά στο χωριό Ζέπα.
Το βάραθρο. (Φωτο: ΑΓΠ)
   Είναι μια τυπική Οθωμανική κατασκευή, που βρίσκεται στη λεγόμενη Σερβική Δημοκρατία (άλλο ένα παράδοξο του εμφυλίου πολέμου στη Βοσνία).
   Η αρχική του θέση ήταν λίγο πιο κάτω αλλά το 1966 μέχρι το 1968, επί Τίτο, γκρεμίστηκε και ανακατασκευάστηκε με τα ίδια υλικά  στην τωρινή του θέση, ακριβώς στην παλιά του μορφή, λόγω της κατασκευής υδροηλεκτρικού σταθμού στην παλιά θέση. Έγινε δηλαδή κάτι αντίστοιχο με την γέφυρα Arslanagica στο Trebinje της Ερζεγοβίνης.
   Απέχει 500 μέτρα από το χωριό Ζέπα και αποτελεί εθνικό μνημείο της Βοσνίας.






 Δείτε το παρακάτω video για το γεφύρι: 

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

Κακοταραίϊκο γεφύρι

Κουμπάροι φάγαν' το Γιαννιά,  
Κουμπάροι και τον Ζαχαριά
    Λέγεται και γεφύρι “του Γιαννιά” και βρίσκεται κοντά στο χωριό Κακοτάρι,  στο μέσον περίπου της απόστασης που το συνδέει με του Πανόπουλου μέσω του δρόμου “του μύλου”, όπου υπήρχε ο Κακοταραίϊκος μύλος (και ακόμη υπάρχει αλλά ερειπωμένος), ένα χιλιόμετρο περίπου πριν μπούμε στο Κακοτάρι.
Τωρινή κατάσταση. (Φωτο: Αρχείο Γεφυριών Πελοποννήσου)

   Γεφυρώνει τον μήκους 70 περίπου χιλιομέτρων Πηνειό, επί του οποίου υπάρχουν ίχνη 12 μύλων που λειτουργούσαν επί τουρκοκρατίας και οι κύριες πηγές του οποίου βρίσκονται στο ψηλότερο χωριό της Ηλείας, την Κρυόβρυση (Βερβινή), σε υψόμετρο 1200 μέτρων.
   Η παράδοση λέει ότι χτίστηκε περίπου το 1800 με λεφτά του τοπικού ήρωα του Ωλωνού Γιώργου Γιαννιά, που έδρασε πριν το '21, σε εκπλήρωση τάματος προς την Παναγία των Νοτενών.
Παλιά κατάσταση. (Πηγή: Ελένη Ψυχογιού)

Το μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου των Νοτενών βρίσκεται στο χωριό Σκιαδάς του τ. Δήμου Τριταίας, στο όρος Ερύμανθος (Ωλωνός) και ειδικά στην νότια προέκτασή του, το Σκιαδοβούνι ή Κακοταραίϊκο, που γιορτάζει στις 23 Αυγούστου.
   Ο Γιώργος Γιαννιάς (Γιαννόπουλος) ή Ντελής ή Δελής (τρελός) Γιώργης (...-13/06/1821), ήταν γιος του Κων/νου Γιαννιά από την Προστοβίτσα Τριταίας, που το 1807 πιάστηκε και κρεμάστηκε στην Πάτρα έπειτα από προδοσία του κουμπάρου του,όπως λέει και το δημοτικό τραγούδι:
Κουμπάροι φάγαν' το Γιαννιά,
Κουμπάροι και τον Ζαχαριά”
"Στα τέλη του 1805 ο Ζαχαριάς, σκοτώνεται μέσα στο σπίτι του κουμπάρου του Κουκέα, προύχοντα της Μάνης. Ο Κουκέας είχε κρυμμένους τους δολοφόνους πίσω από τις κουρτίνες του οντά. Ο Ζαχαριάς αν και πληγωμένος πρόλαβε και σκότωσε έναν. Τότε ο Κουκέας έκοψε το κεφάλι του Ζαχαριά από το άψυχο κορμί και το παρέδωσε στον πασά της Τρίπολης για να εισπράξει την επικήρυξη. Ο πασάς του είπε ότι τάχα τον ήθελε ζωντανό και όχι σκοτωμένο και ευθύς διάταξε και σκότωσαν τον Κουκέα, όπως συνήθως γίνεται με τους προδότες. Αυτή ήταν η αμοιβή της προδοσίας του κουμπάρου του". (1)
   Είναι μονότοξο και το τελευταίο διάστημα έχει ενισχυθεί με τσιμέντο και σίδερα για την διαπλάτυνση του δρόμου, εντελώς όμως ακαλαίσθητα.
Κακοταραίϊκος μύλος. (Φωτο: ΑΓΠ)

  Το πλάτος του ήταν τέτοιο από την κατασκευή του ώστε περνούσε, μέχρι πρόσφατα, λεωφορείο.
   Κατά τους ντόπιους πρέπει να χτίστηκε από τους σπουδαίους λαγκαδινούς μαστόρους, με μια σειρά θολίτες και το τόξο του είναι καταβιβασμένο.
   Τελευταία έχουν γίνει έργα από τη ΔΕΗ, που αλλοίωσαν την αρχική του φυσιογνωμία (μικρό φράγμα).
Ο Γυμνασιάρχης Γεώργιος Παπανδρέου μας δίνει κάποια στοιχεία για τον Πηνειό και την ιστορία του λέγοντας: ¨Εκ της προς τα ΝΔ. λοιπόν ανοιχτής ορεινής γωνίας του Ερυμάνθου προεκρεί ο Πηνειός εν τη στενή χαράδρα από της κώμης Βερβινής μεταξύ των υψηλών ράχεων  των Ερυμανθίων ορέων Λαμπείας και Ωλονού και προεκτείνεται έπειτα εν ταχεία καμπή και ορμητικός πρώτον μεν διεύθυνσιν προς τα ΝΔ. μέχρι του χωρίου Κακοταρίου, είτα δε προς τα ΒΔ. σχηματίζων ούτω μέγα τόξον ανοικτόν προς Β. υπό τα χωρία Σκιαδά και Σκούρα (του δήμου Τριταίας των Πατρών)....Ο Άνω Πηνειός λέγεται νυν ποτάμι της Ξενιάς (ή των Ξενιών)...είναι όμως και ο Λάδων και ο Άνω Πηνειός πολύυδροι και δύσβατοι και ορμητικοί εν χειμώνι¨. (2)


Σημειώσεις-βιβλιογραφία. 
(1). Ηλίας Παν. Τουτούνης. Η Γενιά των Κολοκοτρωναίων και τα Τραγούδια τους. Εκδόσεις ΚΟΚΛΑΚΙ, Αμαλιάδα 2009, σελ.129.
(2).  Γεωργίου Παπανδρέου, Δ.Φ. Γυμνασιάρχου. Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων. Αμαλιάδα 2010. Σελ. 26 και 27.

Δείτε το video για το Κακοταραίϊκο γεφύρι:
 

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Η Μηλίτσα, το Τουρκογιόφυρο στον Ερύμανθο και ο Αγάς στο Βιδιάκι Γορτυνίας.

   Το παρακάτω αληθινό περιστατικό έχει σαν πρωταγωνιστές τον Αγά του χωριού Βιδιάκι, που “θέλησε” την κόρη του Γ. Βασιλακόπουλου Μηλιά, το παλιό γεφύρι του “Δομοκού” και το υπηρέτη του Αγά Δημήτρη, που έκλεψε τη Μηλιά. (1).
    “...δυό ώρες νύχτα. Σε μια αυλόπορτα από μέσα, κάποιες σκιές αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, έκλαψαν. Ξεχώρησαν οι δύο, βγήκαν στο δρόμο και κίνησαν. Με δύο τράστα στον ώμο γεμάτα, με παράδες στην τσέπη. Ένα μονοπάτι στενό κακάβατο, κατηφορίζει από τις Γωνές, στα Δεντρούλια και στο γεφύρι.Το τουρκογιόφυρο, το παλαιό. Κι από κει φειδωτά, κορδελιαστά ανηφορίζει και χάνεται σε μάκρος τρα-βώντας κατά τη Δίβρη. Κι οι σκιές κατηφορίζουν.
  • Σκιάζεσαι, Μηλιά, εδώ που πάμε στον ξένο τόπο;
  • Όχι, Δημήτρη. Σαν είμαι κοντά σου τίποτα δεν με σκιάζει.
   Χάραζε πια και της αυγής τα χρώματα έβαφαν του Λαπινίκου τις κορφές. Ζερβά, από κάτω τους τα νερά της Ντοάνας κυλούσαν κρύα κι έδερναν αλύπητα τις ποταμόπετρες. Ένα φεγγάρι λειψό και αδύναμο μάταια αγωνιζόταν να χύσει το λιγοστό του φως ανάλαφρο και αέρινο. Κι εκείνοι, ο Δημήτρης και η Μηλιά προχωρούσαν βιαστικοί.
Το δυτικό βάθρο του Τουρκογιόφυρου. (Φωτο: ΑΓΠ)
Πέρασαν το γεφύρι. Μόλις έστριψαν στο στουρναρόβραχο και βγήκαν στο Χαλια-δάκο πλευρά, τους πήραν τα σκυλιά. Η πλάση άρχισε να ξυπνά. Στα Πεταίικα κονάκια ανακατευόταν των γιδών με των κατσικιών το βέλασμα. Οι πέρδικες άρχισαν να το λένε στην πλαγιά. Μαζί με των σκυλιών τ' αλύχτημα, ακούστηκε μια φωνή. Δύσκολοι καιροί, άγριος ο τόπος, στο πόδι οι τσοπάνηδες, με το καριοφίλι.
  • Eϊ. Τι είστε, ρε;
  • Στρατολάτες!
  • Που πάτε, ρε;
  • Εδώ σιαπάν'!
  • Πούθ' ερχόστε ρε;
  • Πέρα το Βιδιακίτικο!
Και προχωρούν. Ούτε τα σκυλιά, ούτε τους ανθρώπους έχουν καιρό να προσέξουν. Περπατούν βιαστικά και πασχίζουν γλήγορα να ξεμακρύνουν από το Βιδιάκι και του αγά την οργή.
  • Απόστασες, Μηλιά;
  • Όχι, Δημήτρη!
Κι έφευγαν βιαστικά, τρεχάτοι πες. Κι ας ήσαν και φορτωμένοι. Το όραμα της νέας τους ζωής, φτερά έβαζε στα πόδια τους.
Από τη Δίβρη έξω πέρασαν. Αν και εδώ ανάσαινε η Ρωμιοσύνη. Εδώ και κρυφό σχολειό λειτουργούσε, (σημ. Σε υπόγειο της Ι. Μονής. Ανακαλύφθηκε τυχαία από στρατιώτες το 1948, ενώ οι κάτοικοι αγνοούσαν την εκεί ύπαρξή του) και πέντε μπαρουτόμυλοι, του Αγγελή Πετραλιά, δούλευαν, για το μεγάλο σκοπό, που ψιθύριζαν, εδώ οι χριστιανοί. Όμως δεν ήθελαν συναπαντήματα. Τούτον τον καιρό οι Τούρκοι ήσαν καχύποπτοι. Μυρίζονταν πως οι Γραικοί κάτι ετοίμαζαν. Και για τούτο όλους τους σταμάταγαν κι όλους τους εξέταζαν.
   Στου Αστρά το διάσελο, πρίν κατηφορίσουν την άλλη μεριά, τελευταία ματιά έρι-ξαν πίσω τους. Για στερνή φορά ν' αντικρύσουν από μακρυά τον τόπο τους. Το Βυδιάκι.
Το Εκκλησάκι του Αη – Κωνσταντίνου, εκεί στο ψήλωμα, ήταν το τελευταίο που είδαν στον τόπο τους. Κι ήταν ένα στήριγμα που έννοιωσαν...
Ο Δημήτρης, από της καρδιάς του βιασμένος, το βρασμό, το χέρι σήκωσε ασυναί-σθητα. Σαν αποχαιρετισμό. Και της κοπέλας τα λόγια, κόμπος τα 'πνιγε πριν ακουστούν ακόμα. Σφούγγισε το δάκρυ της και τήραξε το Δημήτρη, που μαλακά απ' το χέρι την έπιασε.
  • Πάμε, Μηλιά. Σαν το θέλει ο θεός, κάποτε θα γυρίσουμε πίσω στα χώματά
    μας, στους δικούς μας. Πάμε, γιατί ο αγάς σίγουρα θα μας πήρε στο κατόπι.
    Κι έγειραν πίσω από το βουνό και χάθηκαν.
    Ξημέρωνε η μέρα του θεού. Στο χωριό κίνησαν ο καθένας για τις δουλειές του.
    Ξαφνικά από το Βασιλοπουλαίικο σπίτι ακούγονται φωνές.
  • Ωχ τι πάθαμε...Τι μας βρήκε...
  • Τι τρέχει, ρε γειτόνοι; Τι πάθατε;
  • Εχάθηκε η Μηλιά...Η τσιούπα μας...Ωχ!
    Ο Γιωργάκης αναστατωμένος (τάχα), βιαστικά (τάχα), κατηφορίζει για το κονάκι του Μουσταφά.
  • Αγά μου, κακό που με βρήκε το δύστυχο!
  • Τι έπαθες, μπρε Γιωργάκη;
  • Η Μηλιά μου, αφέντη!..Εχάθηκε η τσιούπα μου!..Μου την κλέψανε...Ωχ, ο
    μαυρος...και τραβούσε τα μαλλιά του.
  • Α! Τον κερατά, μου την άρπαξε, κάνει ο αγάς. Τα παλικάρια μου. Τ' αλογό
    μου...
    Βγαίνει στην πόρτα και βάνει φωνή.
  • Ωρέ Γιοβάνηηη, ωρέ Κοσμά Κούμπουλααα. Τ ' αλογά σας και γλήγορα εδώ
    ωρέ. Ογλήγορα!
    Το Ανατολικό βάθρο του. (Φωτο: ΑΓΠ)
Ήταν τα “παλληκάρια του” εκείνοι. Έτσι νόμιζε. Άνθρωποι της προσταγής του. Ώσπου
 να ετοιμαστεί τ' άλογο και να φτάσουν οι άλλοι, ο Μουσταφάς μονολογούσε.
Μου 'πε θα πάγαινε στο Μοναστηράκι. Σίγουρα δεν πήγε εκείθε. Δεν θα μου το
μαρτύραγε. Να πήγαινε κατά κάτου (Νότια), θα 'πεφτε απάνου σε δικούς μας, που
διασορίζουν εκείθε. Ούτε κείθε πήγε. Άρα; Έσιαξε το Δομοκό. Εκείθε πήγε. Θα το φτάσω
 τον Γκιαούρη...”
Ήρθαν οι άλλοι δύο. Έμαθαν τι έγινε.
    • Βαρείτε κοντά, τους λέει. Ακολουθάτε με.
    • Θα 'ρθω κι εγώ, αγά μου, για την τσιούπα μου, λέει ο Γιωργάκης.
    • Θες έλα, θες κάτσε...Εγώ μια φορά θα τους φέρω πίσω...
      Και χύθηκαν προς το Δομοκό. Φούσκωσαν τα ζωντανά. Φρύμαξαν. Αφρός ο ιδρώτας τους. Αρκετά πίσω ο Γιωργάκης, Βραδυπορώντας...
    • Καρτερείτε κι εμένα!..
      Πηλάλα τον κατήφορο τα Δεντρούλια. Ανηφόρησαν απέναντι στο Δομοκό. ενας τσοπάνης έκλεινε τα κατσίκια στο τσάρκο.
    • Ωρέ, πέρασαν εδώ απάν' στρατολάτες, ένας άντρας και μια γυναίκα; ρωτάει ο αγάς.
    • Εφτού παραπάν' θα παγαίνουν, απαντάει εκείνος. Αν βαράστε γλήγορα τους
      τους φτάνετε!
      Φτερνιά στ' άλογο ο Μουσταφάς, από κοντά και οι άλλοι δυό.
      Αλλά πρίν προχωρήσουν μια πενηνταριά βήματα, ο Κούμπουλας, διπλώνεται στα δύο, βάνει τις φωνές, γλυστράει από τ' άλογο, πέφτει κάτω και σκούζει σπαραχτικά.
    • Ωχ, αχ, αχ! Ωχ! Αγά μου πεθαίνω...Η κοιλιά μου, αγά μου...Γλύτωμε αφέντη μου...Ωχ, η κοιλιά μου.
    • Τι έπαθες, ρε Κούμπουλα; Τι σ' έπιασε και σκούζεις;
    • Η κοιλιά μου, αγά...Ωχ, τι κοψίματα είν' αυτά,,,Ωχ, τι σουγλιές είναι τούτες; Χάνουμαι ο μαύρος...Με την πουτ...που κυνηγάμε σήμερα...Μη μ' αφήνεις, αφέντη μ'...
      Και δος του να κυλιέται στο χώμα, σφίγγοντας την κοιλιά του, μαζεύοντας τα πόδια του, διπλωμένος στα δύο. Ξεπέζεψαν οι άλλοι. Ο Γιοβάνης άπλωσε πάνω του να τον βοηθήσει. Με τρόπο ο Κούμπουλας του κόβει μια τσιμπιά. Εκείνος κατάλαβε. Τέχνασμα του Κούμπουλα ήταν για να αργοπορήσουν τον αγά, να προλάβει ο Δημήτρης με τη Μηλιά να φύγουν.
    • Ωχ, πεθαίνει ο μαύρος...Αχ δόλια Κουμπουλίνα χηρεύεις...Λίγο νερό αγά μου...
      σβήνω ο άραχλος...λίγο νερό Γιοβάνη...δε με λυπώστε;
    • Τρέχα, ρε Γιοβάνη, κάνει ο αγάς, τρέχα πέρα στη Λίμνα φέρε νερό. Θα μας πεθάνει εδώ χάμου!..
    • Με τι να το φέρω, αγά, που δεν έχω κάθηρο;
    • Πηλάλα, ρε, εκεί κάτου στο κονάκι και πάρε ένα καρδάρι. Άειντε. Βιάσου και θα μας φύγουν οι άλλοι!
      Ξεκίνησε ο Γιοβάνης. Σκόνταψε, έπεσε δύο τρείς φορές, έφτασε στο κονάκι.
    • Αγά, τα καρδάρια τα 'χουν γιομάτα γάλα. Δεν έχουν αδειανό!
    • Χύσ' το, μωρέ; Χύστο ένα και πάρτο, μπουνταλά! Αγανάκτησε ο αγάς.
      Πήρε ένα ο Γιοβάνης – αδειανά ήσαν τα καρδάρια – έσιαξε για τη Λίμνα. Τη Λίμνα που υπάρχει και σήμερα στο Δομοκό. Λίγο πιο κάτω έτρεχε βρυσούλα, που γέμιζε τη Λίμνα. Πλησίασε εκεί κι άρχισε να ψάχνει...για τη βρύση. Πήγε πάνω, κάτω, πέρα, δώθε. Ο Κούμπουλας έσκουζε. Ο αγάς σ' αναμμένα κάρβουνα, γιατί περνούσε η ώρα.
    • Άειντε, μωρέ, με το νερό...Τι μου σουλατσάρεις εφτού πέρα;
    • Δεν βρίσκω τη γρούσπα, αγά!
    • Εκεί, ωρέ χαϊβάνι, εκεί που πρασινίζει το χορτάρι!..
      Έφτασε κοντά κι ο Γιωργάκης, ευλογώντας το θεό για το απρόοπτο. Κάποια φορά ήρθε το νερό. Ήπιε ο Κούμπουλας. Άρχισε να... συνέρχεται. Τον βοήθησαν να καβαλικέψει και κίνησαν. Ο Κούμπουλας τελευταίος.
    • Βαρ' το, μωρέ το ψοφήμι. Έλα κοντά, ούρλιαξε ο αγάς.
    • Δεν μπορώ, αγά μου, μό' ρχεται σκοτούρα. Δε μπορώ γληγορότερα.
      Βγήκαν κάποτε στα Διβραίικα αμπέλια. Πέρασαν την Παναγίτσα. Πλησίασαν στα πρώτα σπίτια της Δίβρης. Γυναίκα πρόβαλε σε παρεθύρι.
    • Ωρή, πέρασαν εδώθε ένας άντρας με μια γυναίκα σήμερα; ρωτάει ο αγάς.
    • Περάσανε!
    • Που θα παγαίνουν τώρα;
    • Ουουου! Τώρααα...Θα 'χουν περάσει την Προστοβίτσα από ώρα!
      Η Προστοβίτσα – Δροσιά λέγεται σήμερα – είναι μεγολοχώρι της Αχαίας, πίσω από τα Διβριώτικα βουνά. Ο αγάς απελπίστηκε.
    • Άει τον κερατά, μου την πήρε. Άει το Γκιαούρη, την κέρδεψε...Και γυρίζοντας στους ακολούθους του.
    • Γυρίστε! Πάμετε! Μας φύγανε!..
    • Ωχ, τη Μηλίτσα μου, την τσιούπα μου, έκανε ο Γιωργάκης!!!
    • Πάμετε πίσω. Δεν τους προκάνουμε. Επέσαν σε άλλο καζά. Και 'φτούθε γυρίζουν κι εκείνοι οι ρέμπελοι οι Γιαννιάδες...Άειντε, ωρέ πεζεβέγκη...Άειντε...
    • Ποιός θα μου γλυκάνει τα γερατειά!..στέναζε ο Γεωργάκης. Και δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν ήταν προσποίηση, η πηγαίο της καρδιάς παράπονο. Σκασμένος ο Μουσταφάς γύρισε στο Βυδιάκι.
      Μα δεν έζησε πολύ. Οι Μπουμαίοι...”


       Σημείωση

      (1). Κ.Ι.Κηπουρός. Βιδιάκιον Γοπτυνίας – η γενέτειρά μου. Αθήνα 1988.

      Περισσότερα για το Τουρκογιόφυρο στον Ερύμανθο, κοντά στο χωριό Βιδιάκι, στον σύνδεσμο  
       http://agpelop.blogspot.gr/2015/05/blog-post.html?spref=bl


Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

Τούρκικο γεφύρι στο Σπαθοβούνι Κορινθίας

    Γεφυρώνει τον ποταμό Ασωπό, που χύνεται στον Λογγοπόταμο ή Λόγγο ή ποτάμι του Αλαμπιού, που διασχίζει την κοιλάδα του Αγίου Βασιλείου και εκβάλλει στο Περιγιάλι του Κορινθιακού κόλπου.
   Ο Ασωπός έρχεται από την περιοχή του Κοντόσταυλου (Αρχαίες Κλεωνές) και το γεφύρι βρίσκεται στο δημόσιο δρόμο από το χωριό Σπαθοβούνι του δήμου Κορινθίων, προς το Χάνι της Κουρτέσας.
Το Τούρκικο γεφύρι στο Σπαθοβούνι. (Φωτο: ΑΓΠ)

   Πρόκειται για ένα πανέμορφο, μονότοξο και εντυπωσιακό γεφύρι, λέγεται και ¨Τουρκογέφυρο¨ από τους ντόπιους, χωρίς στηθαία και μια σειρά θολίτες που αποτελεί μέρος της επαρχιακής οδού Σπαθοβουνίου-Αγίου Βασιλείου Κορινθίας.
Οι διαστάσεις του είναι:
'Ανοιγμα τόξου: 9,30 μ.
Ύψος καμάρας: 5,45 μ.
Πλάτος: 3,80 μ.
Μήκος: 19 μ.
   Δυστυχώς, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, το σημείο του γεφυριού έχει γίνει σημείο απόρριψης κάθε είδους σκουπιδιών.
   Υπάρχει και μια αναφορά του Πουκεβίλ που λέει ότι “...λίγα βήματα μετά τον καραβάν σεράγι της Κορτέσσας, διαβήκαμε το ποτάμι του Αγιονορίου περνώντας πάνω από ένα πέτρινο γεφύρι, ένα ποτάμι το οποίο, αφού πρώτα διαρρεύσει μια απόσταση μιάμιση λεύγας, χύνεται στον ποταμό των Κλεωνών, νοτιοανατολικά της Κούρκας.” 
Το τόξο. (Φωτο: ΑΓΠ).

  Κατά την άποψή μας, και μετά από επιτόπιες επισκέψεις και συζητήσεις με γεροντότερους ντόπιους, πρόκειται για το Τούρκικο γεφύρι, που καμία σχέση βέβαια έχει με το ποτάμι του Αγιονορίου. Το ποτάμι είναι ο Ασωπός, ή ποτάμι των Κλεωνών, που εκβάλλει στον Κορινθιακό κόλπο. Απλά τα πολλά ρέματα που κατέβαιναν από το βουνό του Αγιονορίου ίσως να μπέρδεψαν τον σπουδαίο περιηγητή, θεωρώντας ότι το ποτάμι αυτό, που υπάρχει το γεφύρι, έρχεται από το Αγιονόρι.
Στις 2 Μαίου 2008 ένα παράξενο φαινόμενο παρατηρήθηκε δίπλα στο γεφύρι. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται "σε αγρό πλησίον της επαρχιακής οδού Σπαθοβουνίου- Αγίου Βασιλείου Κορινθίας έναντι του γεφυριού ¨Τουρκογέφυρα¨, γεωτρύπανο κατά τη διάνοιξη γεώτρησης για αναζήτηση νερού από ιδιώτη έβγαλε αιφνίδια συνεχή φωτιά. Με αρχικές προσπάθειες των εργατών του μηχανήματος και με τις μετέπειτα προσπάθειες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας η κατάσβεση της ήταν αδύνατη. Οι ειδικοί που προσήλθαν στον χώρο έκαναν γνωστό πως ήταν ένα γεωλογικό φαινόμενο που θα σβήσει από μόνη της μετά από 2-3 24ώρα όπως και έγινε. Το φαινόμενο δημιουργήθηκε από φρούτα και από άλλα υλικά που είχαν σκεπαστεί πριν πολλά-πολλά χρόνια και είχαν μετατραπεί σε μεθάνιο που με την διάνοιξη απελευθερώθηκε.Η περιοχή είχε αποκλεισθεί για την ασφάλεια των διερχομένων και το μηχάνημα-γεωτρύπανο καταστράφηκε ολοσχερώς". (1)

Παρατηρήσεις-βιβλιογραφία
(1). Το θέμα πάρθηκε από το κανάλι travelmarytravel by Maria D.

Περισσότερα στο παρακάτω video: